ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ

Ο Κρητικός Ιχνηλάτης είναι φυλή (ράτσα) κυνηγητικών σκύλων που απαντάται στην Κρήτη. Θεωρείται μία από τις παλαιότερες κυνηγητικές ράτσες στην Ευρώπη, με περισσότερα από 4.000 χρόνια ιστορίας.

Η καταγωγή του Κρητικού Ιχνηλάτη ως πανάρχαιας φυλής, χάνεται στα βάθη τεσσάρων χιλιετιών. Όπως και η καταγωγή τουΕλληνικού Ιχνηλάτη, οι λαγωνικοί της αρχαίας Ελλάδος και κατόπιν οι λαγωνικοί της Μεσογειακής Ευρώπης, κατάγονται από τους πανάρχαιους λαγωνικούς (σκύλους δρόμωνες) της Αιγύπτου.

Οι σκύλοι αυτοί ήταν μεγαλόσωμοι, με σπαθάτο και κομψό κορμό, σκέλη υψηλά, λεπτά, αλλά πολύ ισχυρά , με όρθια αυτιά και κουλουριασμένη ουρά, τους οποίους χρησιμοποιούσαν στο κυνήγι της γαζέλας, όπως μαρτυρούν οι απεκονίσεις στους τάφους των πρώτων 8 Δυναστειών (2895-2160 π.Χ.) και ιδίως του τάφου του Μέττεν, ο οποίος στην αυλή του μεγάλου βασιλιά Χέοπα της 4ης Δυναστείας (γύρω στο 2720 π.Χ.) είχε το αξίωμα του «Μεγάλου κυνηγού». Οι περίφημοι αυτοί Λαγωνικοί προέρχονταν από 2 στελέχη, αφρικανικής και ασιατικής προέλευσης, τον άγριο Αβησσυνό σκύλο Σίμειο κ.Καμπερού (Κάνις Σιμένσις) και από τον Ασσύριο Λαγωνικό.

Πλην αυτών των μεγαλόσωμων λαγωνικών στην αρχαία Αίγυπτο και μάλιστα πριν από 4-5.000 χρόνια υπήρχε και μια άλλη κυνηγετική φυλή αλλά μικρόσωμη (λίγο μεγαλύτερη από το μισό ύψος των μεγαλόσωμων λαγωνικών), με όρθια αυτιά, κουλουριασμένη ουρά και ρυτίδες στο πρόσωπο, που είχαν τα χαρακτηριστικά του σημερινού αφρικανικού σκύλου Μπασέντζιόπως απεικονίζεται σε τάφους και σε ζωγραφιές πάνω σε βράχους.

Τα σκυλιά αυτά οι αρχαιολόγοι τα ονόμασαν «σκυλιά του Χέοπα». Με την πτώση της βασιλείας των Φαραώ, εξαφανίστηκε και αυτή η φυλή. Στα μέσα του περασμένου αιώνα, ?γγλοι που εξερευνούσαν την κεντρική Αφρική, ανακάλυψαν το 1834 σε μερικές φυλές του νοτίου Σουδάν και του Κογκό σκυλιά που έμοιαζαν με τα πανάρχαια σκυλιά του Χέοπα. Από αιώνες η φυλή αυτή ζούσε στην καρδιά της Αφρικής σε απόλυτη καθαροαιμία, χωρίς επιμειξίες και διατήρησε την αρχαία μορφή της. Οι ιθαγενείς την χρησιμοποιούσαν και την χρησιμοποιούν στο κυνήγι. Η φυλή αυτή ονομάζεται Μπασέντζι (ή σκύλος του Κογκό, ή σκύλος βουβός, ή άφωνος).

Είναι σκυλί μικρομεσαίο σε μέγεθος (λίγο ψηλότερο απ’ το Κόκερ Σπάνιελ) αλλά πολύ λεπτότερο με εμφάνιση χαριτωμένη, λιπόσαρκη αλλά ισχυρή και ευκίνητη. Χαρακτηριστικά του είναι η σχολαστική καθαριότητά του (γλείφει όλο το τρίχωμα του όπως κάνει ο γάτος), δεν λερώνει ποτέ στο σπίτι, δεν εκπέμπει άσχημη μυρωδιά, καθώς και δεν γαβγίζει. Τα βασικά μορφολογικά του στοιχεία είναι, ύψος 40-43 cm, βάρος 10-11 κιλά,[1] αυτιά όρθια, ουρά με ένα ή δύο δακτυλίδια. Τρίχωμα βραχύ λευκό – υπόξανθο, λευκό – μαύρο, καστανό και τρίχρωμο (μαύρο κοκκινωπό και λευκό).

Έχουν εξαιρετικά κυνηγετικά προσόντα. Ακολουθεί με ακρίβεια και σιωπηλά τα ίχνη του τριχωτού θηράματος (Αντιλόπης, λαγού), κυνηγά και το πτερωτό θήραμα και είναι άριστος θηραματοφόρος. Ειδοποιεί τον κυνηγό με την συμπεριφορά του (αφού δεν βγάζει φωνή) για την παρουσία θηρίου. Είναι επίσης πολύ καλό σκυλί συντροφιάς, καθόσον όχι μόνο είναι σκυλί πολύ καθαρό, αλλά και έξυπνο, προσεκτικό, ζωηρό και εύθυμο, και γίνεται μεγάλος φίλος των παιδιών, καθώς και αφοσιώνεται στον κύριο του και στο σπίτι.

Μεταξύ αυτών των δύο αρχαίων φυλών, του Μπασέντζι και του Κρητικού Ιχνηλάτη, παρότι ζουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και χωρίς καμία επικοινωνία, σε εντελώς και από κάθε πλευράς διαφορετικές βιοτικές συνθήκες και έχουν περάσει χιλιετίες, υπάρχουν σημαντικά κοινά σημεία όπως γενική μορφολογική εμφάνιση, οξύληκτο ρύγχος, μαύρο ακρορρίνιο, παρόμοια σκέλη, κυρίως όρθια αυτιά και προπάντων κουλουριασμένη ουρά.

Αναφορικά με την ουρά καμία κυνηγετική φυλή της Ευρώπης, τύπου λαγωνικοειδούς η λαγωνικού, ούτε οι πολύ κατά τα άλλα όμοιες με τον Κρητικό Ιχνηλάτη μεσογειακές και νησιώτικες φυλές, Τσιρνέκο και Ποτένκο ιμπιζένκο, έχουν κουλουριασμένη ουρά όπως την έχει διατηρήσει κουλουριασμένη ο Κρητικός Ιχνηλάτης επι χιλιετίες, κληρονομώντας την από τους λαγωνικούς της αρχαίας Αιγύπτου. Όλοι οι λαγωνικοί και λαγωνικοειδείς έχουν μακριά ουρά, κατεβασμένη σχεδόν ευθυτενή ή ελαφρώς κυρτή. Ομοίως και οι λαγωνικοί της αρχαίας Ελλάδος δεν είχαν κουλουριασμένη ουρά.

Την 2η προ Χριστού χιλιετία, ίσως και προγενέστερα, δηλαδή πριν από 4.000 και πλέον χρόνια, οι Κρήτες και αργότερα οι Φοίνικες, μέσω του εμπορίου με την Αίγυπτο εισήγαγαν τον Αιγυπτιακό Λαγωνικό στην Ελλάδα. Ο αρχικός τύπος του Αιγυπτιακού Λαγωνικού προσαρμόστηκε στις εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες της Ελλάδας και εξελίχθηκε στον τύπο των Ελληνικών λαγωνικών, που αναπαρίστανται σε τοιχογραφίες των ανακτόρων της Τίρυνθας στην Αργολίδα (1500π.χ) πολύ αργότερα σε κρατήρες (Τιμωρία της ?ρτεμης, Σκυλιά του Ακταίονα) και αγγειογραφίες, οι οποίοι πλην των άλλων δεν είχαν περιτυλισσόμενη ουρά και γυρισμένη στο πάνω μέρος των γλουτών. Η ουρά τους, αντίθετα, ήταν μακρύτερη, ελεύθερη, ημίκυρτη και σε ορισμένα μαλλιαρή στην κάτω επιφάνεια.

Αυτοί οι λαγωνικοί ύστερα από χίλια περίπου χρόνια (κυρίως με διασταυρώσεις) εξελίχθηκαν στους λαγοθήρες ή ιχνηλάτες της εποχής του Ξενοφώντα. Από αυτούς τους ιχνηλάτες κατάγεται ο σημερινός Ελληνικός Ιχνηλάτης (λαγόσκυλο) ο οποίος δεν ανήκει πλέον στον λαγωνικό η λαγωνικοειδή τύπο, αλλά στον Βρακχοειδή (πράκ), στον οποίο ανήκουν τα πλείστα λαγόσκυλα και όλα τα πουλόσκυλα.
Κατά την ρωμαϊκή κατοχή του Ελληνικού χώρου, Ελληνικά σκυλιά (και όχι μόνο κυνηγετικά) είχαν μεταφερθεί στην Ιταλία, Γαλλία, (Γαλατία), Ελβετία, όπου ομοίως εξελίχθηκαν στους σημερινούς ιχνηλάτες (Ιταλικός. ιχνηλάτης «σεγκούτσιο», Ελβ. Ιχνηλάτης Ιούρα τύπου υπομέλανος κ.λ.π) οι οποίοι μοιάζουν αρκετά με τον Ελληνικό Ιχνηλάτη.

Πλην των μεγαλόσωμων λαγωνικών της Τύρινθας της εποχής του Ακταίονα υπήρχε και ένας μικρο-μετριόσωμος λαγωνικός, ο περίφημος Λακωνικός σκύλος, που χαρακτηριζόταν ο καλύτερος κυνηγετικός σε όλη την Ελλάδα. Δεν αποκλείεται οι δύο αυτοί τύποι λαγωνικών, διαφορετικοί κυρίως στο ανάστημα να διασταυρώθηκαν μεταξύ τους και να δημιούργησαν ένα μετριόσωμο λαγωνικό τύπο αρχικά ο οποίος με την παρέλευση των αιώνων εξελίχθηκε στον σημερινό Ελληνικό Ιχνηλάτη.

Οι Λαγωνικοί της Αιγύπτου, όπως ελέχθη μεταφέρθηκαν στην Κρήτη από τους εμπόρους της εποχής (Κρήτες, Φοίνικες) όπως έγινε από τον ίδιο χώρο και στην νότια ηπειρωτική Ελλάδα. Όμως μεταξύ των εισαγωγών αυτών, υπάρχει διαφορά κυρίως ως προς το ανάστημα των εισαγομένων λαγωνικών.

Συγκεκριμένα στην ηπειρωτική Ελλάδα εισάγονταν γενικά ψηλόσωμοι λαγωνικοί οι οποίοι ως μακροσκελείς και ταχύποδες και με το σπαθάτο σώμα, ανέπτυσσαν μεγάλη ταχύτητα στις ανοικτές πεδιάδες και συχνά άρπαζαν το λαγό στο τρέξιμο, αφού κυνηγούσαν με την όραση και όχι με την όσφρηση. Είχαν επίσης μεγάλη μυϊκή δύναμη και έτσι ανταπεξέρχονταν επιτυχώς στο κυνήγι του αγριόχοιρου καθώς και του λύκου (όπως τον κυνηγούν ο σημερινός ρώσικος λυκοθήρας – μπορζόι και ο Ιρλανδικός λυκοθήρας- γουλφχάουντ).

Παρατηρώντας τις τοιχογραφίες των ανακτόρων της Τίρυνθας και συγκρίνοντας το ανάστημα των λαγωνικών εκείνων με το ανάστημα των κυναγωγών τους, θα πρέπει να είχαν ύψος που θα έφτανε τα 90 εκ. δηλαδή ανώτερο από των υψηλότερων λαγωνικών.

Στην Κρήτη αντίθετα κυρίως μετά (τις κατά πάσα πιθανότητα) πρώτες ανεπιτυχείς εισαγωγές ψηλόσωμων λαγωνικών, συνέχισαν να φέρνουν κατά το πλείστον (τουλάχιστον) μικρόσωμα σκυλιά που ανήκαν στην προλεχθείσα φυλή των λεγομένων «σκυλιών του Χέοπα» και την σημερινή Μπασέντζι. Η εκδοχή αυτή στηρίζεται στα εξής:

1. Η μαρτυρία του αγαλματιδίου μικρόσωμου σκύλου που βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο του Ηρακλείου, με όρθια αυτιά και κουλουριασμένη ουρά, που μοιάζει με το Μπασέντζι και το σημερινό Κρητικό Ιχνηλάτη.
2. Το κατά το πλείστον ορεινό και τραχύ και προπάντων βραχώδες και κρημνώδες έδαφος της Κρήτης είναι εντελώς ακατάλληλο για τον ορμητικό και ταχύτατο καλπασμό των μακρόποδων λαγωνικών.
3. Δεν υπήρχαν λύκοι, ούτε αλεπούδες, για την δίωξή τους, αλλά και αν υπήρχαν, θα προστατεύονταν στα αφιλόξενα και επικίνδυνα για τους λαγωνικούς ορεινά εδάφη.
4. Ακόμη πιο δύσκολα θα ήταν να κυνηγηθούν οι κρητικοί αίγαγροι, διότι, όχι μόνο διαβιούν σε ψηλά βραχώδη και κρημνώδη μέρη, αλλά, κυνηγημένοι, ανεβαίνουν σε ψηλότερα και απρόσιτα εδάφη, πηδώντας από τον ένα βράχο στον άλλο ή περνώντας γρήγορα από δύσβατους κρημνούς.

Κατόπιν αυτών, γίνεται φανερό ότι στην Κρήτη, λόγω των εδαφικών θηραματικών και γενικότερα περιβαλλοντικών συνθηκών, δεν ήταν εύκολο να ευδοκιμήσουν οι μεγαλόσωμοι λαγωνικοί, οι οποίοι, κατά συνέπεια γρήγορα εξαφανίστηκαν, αφού δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τους Κρήτες κυνηγούς. Αναπτύχθηκαν οι μικρομετριόσωμοι λαγωνικοί τύπου Μπασέντζι (όπως απεικονίζεται στο αγαλματίδιο του μουσείου Ηρακλείου), οι οποίοι, διατηρώντας βασικά στοιχεία του αρχαίου τύπου (όρθια αυτιά περιτυλισσόμενη ουρά κ.λ.π), με την πάροδο των αιώνων εξελίχθηκαν στο σημερινό Κρητικό Ιχνηλάτη.

Ο Κρητικός ιχνηλάτης επί 4000 χρόνια διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε ανταποκρινόμενος πλήρως στις εδαφοκλιματολογικές συνθήκες και θηραματικές συνθήκες της μεγαλονήσου, έχοντας αποκτήσει ισχυρή όσφρηση και ιχνηλασία, χωρίς να χάσει την λαγωνικοειδή μορφολογία του, όπως έγινε με τον Ελληνικό ιχνηλάτη, που έγινε βρακχοειδής τύπος λόγω της πολύ ευρύτερης κυκλοφορίας του στην Ηπειρωτική Ελλάδα και επικοινωνίας του με άλλες φυλές σκύλων.

Η διατήρηση του λαγωνικοειδούς τύπου του οφείλεται στην νησιωτική απομόνωση του και στην διαβίωση του στις ορεινές περιοχές της ενδοχώρας, όπου δεν ήταν εύκολο να διασταυρωθούν με σκυλιά διαφορετικών φυλών, εκτός από τυχαίες διασταυρώσεις με ποιμενόσκυλα των ορεσίβιων κτηνοτρόφων. Ομοίως διατήρησαν το λαγωνικοειδή τύπο οι συγγενείς με τον κρητικό ιχνηλάτη ξένες νησιωτικές φυλές, Τσιρνέκο της Σικελίας και το Ποτέγκο ιμπιζενγκο τωνΒαλεαρίδων νήσων.

Ακόμα υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες επισκεπτών που βρέθηκαν στην Κρήτη μετά την κατάκτηση της από τους Τούρκους (1700-1800 μ.X.) που όλοι συμφωνούν στις περιγραφές οι οποίες επιβεβαιώνουν την παρουσία του Κρητικού σκύλου ακόμα στην Κρήτη. O ζωολόγος K. Κέλερ, ο οποίος μελέτησε βαθιά τους λαγωνικούς-λεβριεροειδείς σκύλους, συγκεντρώνοντας τους σε μία ομάδα που προέρχεται από τον πανάρχαιο αβησσυνό σκύλο (Kάνις Σιμένσις) κ. Καμπερού θεωρεί τον Κρητικό σκύλο σαν γνήσιο λαγωνικό που διατήρησε τα αρχικά χαρακτηριστικά του: Λεπτή και μακριά κεφαλή, αιχμηρό ρύγχος, ευρύ στήθος, ανασυρμένες λαγόνες και σκέλη υψηλά και νευρώδη.

Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, οι αρετές και οι χρήσεις του Μινωικού αυτού σκύλου ήσαν πολλές: εύρωστος και γενναίος χρησιμοποιείτο για το κυνήγι του αγριόχοιρου (εκτός την λαγοθηρία). Ταχύς στο τρέξιμο, μπορούσε να τρέξει άνετα πλάι στους ίππους και γι’ αυτό αποκαλείτο και «πάριππος» Πολυδεύκης. Προικισμένος με μεγάλη αντοχή (από εδώ και «διάπονος») μπορούσε να κυνηγά σε απότομους βραχώδεις και δασώδεις κυνηγότοπους. Χρησιμοποιείτο και σαν ποιμενικός, σαν φύλακας και σαν συνοδός στις οδοιπορίες.

Στην αρχαιότητα, όπως μας πληροφορεί ο Οβίδιος,δεν εννοείτο αγέλη κυνηγετικών (καταδιωκτικών) σκυλιών, χωρίς ένα καλό Κρητικό σκυλί. Φτάνοντας στην περίοδο του Μεσοπολέμου και ακριβώς το 1933, που πρώτος ο αρχαιολόγος και έφορος αρχαιοτήτων Ηρακλείου, Σπ. Μαρινάτος, μανιώδης κυνηγός και κυνόφιλος, δημοσίευσε στα «Kυνηγετικά Nέα» ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο «Αι περίφημοι Κρητικαί Kύνες της αρχαιότητος».

– το Ύψος στο ακρώμιο είναι στους αρσενικούς από 52 έως 60 εκ. και στους θηλυκούς από 50 έως 58 εκ.
– Το Βάρος από 15 έως 19 κιλά.
– Δέρμα: Λεπτό ελαφρά σκληρό, καλά δεμένο στο σώμα χωρίς ρυτίδες στο κεφάλι και χωρίς λωγάνιο (καταλαίμι).
– Η χρωστική του δέρματος είναι ανάλογη με το χρώμα του τριχώματος.
– Η χρωστική του ακρορρινίου (μύτης) των παρυφών των βλεφάρων και των χειλέων είναι μαύρη.
– Τρίχωμα: Υαλοειδούς υφής, δασύ, καλά δεμένο στο δέρμα, βραχύ στην κεφαλή, αυτιά, πλάγια του κορμού, σκέλη, ημίμακρο στο λαιμό, άνω τμήμα του κορμού, πίσω επιφάνεια των μηρών, ουρά. Το ημίμακρο είναι λείο (ίσιο) και ποτέ βοστρυχωδές ή κυματοειδές.

 

πηγη : http://www.enimerosi360.gr

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top