komninos_1.jpg

ΛΑΚΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ

Γνωστός ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, ο Λάκης Κομνηνός είναι από τους επώνυμους του καλλιτεχνικού χώρου που συνέδεσε άρρηκτα τη ζωή του με το ήθος και το πάθος του κυνηγιού. Ξεκίνησε την καριέρα του στο θέατρο και τον κινηματογράφο πολύ νέος και έφτασε γρήγορα στην κορυφή του χώρου. Ο ίδιος επέλεξε, κατά τα φαινόμενα, να αποχωρήσει από τον καλλιτεχνικό χώρο σε μια περίοδο που κανένα σημάδι δεν αμφισβητούσε την κορυφαία θέση του στο χώρο των επώνυμων σταρ. Ωστόσο, οι λόγοι που επιθυμούσαμε μία συνέντευξη με τον Λάκη Κομνηνό έχουν να κάνουν με κάτι επιπλέον: δεν ανήκει μόνο στον καλλιτεχνικό χώρο, έναν χώρο που διαθέτει πολλούς κυνηγούς, αλλά είναι ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που δεν απέκρυψε ποτέ το πάθος του για το κυνήγι. Ως άνθρωπος αποφεύγει τις συνεντεύξεις και τις παρουσιάσεις. Είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του, εξακολουθεί να κυνηγάει και αποφεύγει τη δημόσια προβολή. Για να αποδεχθεί τη συγκεκριμένη συνέντευξη, χρειάστηκε η μεσολάβηση ενός κοινού γνωστού, φανατικού κυνηγού και η επίμονη προτροπή και θέση μου ότι μια τέτοια συνέντευξη έχει να προσφέρει ουσιαστικά στοιχεία στην υπόθεση του κυνηγιού.

Το πάθος του για το κυνήγι και οι εξομολογήσεις του έφερναν πεισματικά στο μυαλό μου τη μοναδική εκείνη ρήση του Ουράνη ότι ήταν πολύ μεγαλύτερη η χαρά που ένιωσε όταν χτύπησε το πρώτο του αγριογούρουνο, παρά όταν βραβεύτηκε το καλύτερό του ποίημα. Ο τρόπος σκέψης, οι ευαισθησίες, το πάθος και η συνολική προσέγγιση του Λάκη Κομνηνού στο κυνήγι, αξίζουν πραγματικά την προσοχή μας, τόσο σε επίπεδο ιστορικών αναφορών, κυρίως όμως στην αγωνία που αποπνέουν για τη «χαμένη αθωότητα» του κυνηγιού παλαιότερων εποχών…

komninos_2.jpgΚ&Φ: Πώς επηρέασε το κυνήγι την προσωπική σας ζωή, την εξέλιξή σας και την καριέρα σας;
Λ.Κ.: Το κυνήγι είναι ένα πάθος που προσφέρει μοναδικές απολαύσεις, αλλά και εμπεριέχει πολλούς κινδύνους, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλα τα όμορφα πράγματα που μπορεί να απασχολήσουν στη διάρκεια της ζωής του έναν άντρα ή και μια γυναίκα, γιατί υπάρχουν και γυναίκες στο κυνήγι και μάλιστα αξιόλογες κυνηγοί. Το δικό μου μπόλιασμα στο κυνήγι προήλθε από τον πατέρα μου ο οποίος βέβαια, παρ’ όλο που με επιβράβευε όποτε έφερνα κάποιο θήραμα, προσπάθησε πολύ γρήγορα να με αποθαρρύνει από την ενασχόλησή μου αυτή. Τα πρώτα μου κυνήγια έγιναν με σφεντόνα και λίγο αργότερα με ένα αυτοσχέδιο όπλο που είχα φτιάξει με μια σωλήνα νερού και αργότερα με μια παλιά κάννη όπλου. Το πρώτο μου θήραμα ήταν μία σουσουράδα. Από τότε τα θηράματα συνεχώς μεγάλωναν, μαζί με το πάθος μου για κυνήγι. Και εκείνος, όπως ακριβώς έκανε και με το ψάρεμα, με επιβράβευε όλο και περισσότερο για τα θηράματα που έφερνα στο σπίτι. Όταν όμως του συνέβη κάποιο κυνηγετικό ατύχημα, προσπάθησε να με αποτρέψει και από τότε ο πατέρας μου δεν ξανάπιασε τουφέκι.

Κ&Φ: Επρόκειτο για σοβαρό ατύχημα;
Λ.Κ.: Τα ατυχήματα που συμβαίνουν συνήθως στην Ελλάδα, δεν είναι σοβαρά, είναι χαζά. Και λέω «χαζά» γιατί οφείλονται συνήθως είτε σε ασυνεννοησία, είτε σε επιπολαιότητα, είτε σε ανεξέλεγκτο πάθος και αλαζονεία. Με τον ίδιο τρόπο γίνονται όλα τα λάθη και σε κάθε τομέα της ζωής, στην πολιτική κ.λπ. Γιατί και το κυνήγι είναι μια ολόκληρη ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πατέρας μου είχε συνεννοηθεί με το συγκυνηγό του να περπατήσουν δύο αντικριστές πλαγιές μιας κοιλάδας, κυνηγώντας -αν καλά θυμάμαι- μπεκάτσες. Ο συγκυνηγός του προπορεύτηκε και ο πατέρας μου άθελά του τον σκάγιωσε. Ευαίσθητος και απόλυτος καθώς ήταν, ο πατέρας μου θεώρησε μετά από αυτό ότι δεν άξιζε τον κόπο να συνεχίσει να κυνηγάει. Εγώ, όμως, συνέχισα.

Κ&Φ: Πώς ήταν τα πρώτα κυνηγετικά χρόνια;
Λ.Κ.: Τα πρώτα κυνηγετικά χρόνια ήταν δύσκολα. Ήταν και άλλες εποχές τότε. Η Ελλάδα δεν είχε συνέλθει ακόμα από πολλά, ο βιοπορισμός ήταν μπροστά μας και τα σπουδαστικά χρόνια, τα χρήματα δεν ήταν αρκετά για να προσφέρουν τις ανέσεις που διαθέτουν σήμερα οι κυνηγοί. Την εποχή εκείνη, αρχές της δεκαετίας ’60–’70, υπήρχαν κάτι φορτηγάκια, αυτά που λέγαμε των 3/4, που είχαν πάγκους πίσω στα πλάγια και οι κυνηγοί δίναμε δύο δραχμές εισιτήριο για να μας μεταφέρουν στους μακρινούς για την εποχή κυνηγότοπους της Κωπαΐδας και αλλού. Αργότερα τελείωσα τις σπουδές μου και πολύ γρήγορα έγινα σταρ, οπότε απέκτησα το πρώτο μου αυτοκίνητο, ένα σκαραβαίο. Ένα ίδιο αυτοκίνητο είχε και κάποιος φίλος και από τότε μέχρι σήμερα τα Volkswagen τα θεωρούσαμε τα πλέον αξιόπιστα. Έτσι αρχίσανε οι κυνηγετικές εξορμήσεις να μακραίνουν όλο και περισσότερο.

Κ&Φ: Με τι όπλο κυνηγάτε;
Λ.Κ.: Τα πρώτα χρόνια κυνηγούσα με χράπα–χρούπα. Μέχρι σήμερα κυνηγάω καλύτερα με χράπα–χρούπα. Το πρώτο μου κανονικό όπλο ήταν μια Remington 870. Βέβαια, περιστασιακά κυνηγάω και με σούπερ ποζέ και με πλαγιόκαννο δίκαννο. Το όπλο εκείνο που ποτέ δεν με συγκίνησε και δεν μου χάρισε περισσότερες επιτυχίες από τη χράπα–χρούπα είναι η ημιαυτόματη καραμπίνα. Ακόμη και σε θηράματα που θέλουν πολλές συνεχόμενες βολές, όπως η πεδινή πέρδικα που κυνηγούσα πολύ παλιά, η καραμπίνα δεν με συγκίνησε.

Την εποχή που απέκτησα αυτοκίνητο και μπορούσα να ταξιδέψω μακριά για κυνήγι, άρχισε και η καριέρα μου η οποία δεν μου επέτρεπε να διαθέτω πολύ χρόνο στο κυνήγι. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ρεπό και δουλεύαμε και τις Δευτέρες. Παρ’ όλα αυτά έβρισκα χρόνο να κυνηγάω και μπορώ να πω ότι ήταν τέτοια η λαχτάρα μου που το κυνήγι με συγκινούσε πολύ περισσότερο από την καριέρα, για πολλά χρόνια. Και αν κάποιος σήμερα θεωρεί ότι έκανα κάποια λάθη στη δουλειά μου, αυτά σίγουρα οφείλονταν στο κυνήγι. Βέβαια δεν μετάνιωσα γι’ αυτό. Θεωρώ ότι η χαρά και η ωριμότητα που μου πρόσφερε το κυνήγι δεν βρίσκονται ούτε στη δουλειά, ούτε στο κυνήγι της καριέρας. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που ασχολήθηκε με αυτό το άθλημα και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό για τις κυνηγετικές του παρέες. Παρέες τόσο σωστές και πειθαρχημένες, που δυστυχώς σπάνια συναντώ σήμερα.

Κ&Φ: Ποιοι αποτελούσαν τις κυνηγετικές σας παρέες τότε;
Λ.Κ.: Στην πλειονότητά τους δεν ήταν επώνυμοι άνθρωποι, με την έννοια της αναγνωρισιμότητας. Ήταν όμως σπουδαίοι φίλοι, καλοί κυνηγοί και εξαίρετοι άνθρωποι, με απόλυτη πειθαρχία και σεβασμό ο ένας προς τον άλλο. Πάντοτε στις κυνηγετικές παρέες οι άλλοι ήταν μεγαλύτεροι από μένα και πάντοτε υπήρχε ένας «λοχίας», με την έννοια της καθοδήγησης της παρέας. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν θυμάμαι τσακωμούς ή προστριβές μέσα στην παρέα. Αντίθετα, όποτε δεν πήγαινα με την κυνηγετική μου παρέα και δοκίμαζα να μπω σε άλλες κυνηγετικές συντροφιές, δεν περνούσα καλά και το μετάνιωνα. Γι’ αυτό και δεν άλλαξα πολλές κυνηγετικές παρέες στη ζωή μου, θα έλεγα ότι στο κυνήγι παρέμενα αυστηρά μονογαμικός. Κάποιες κυνηγετικές παρέες χάθηκαν απλώς από φυσικά αίτια. Στο κυνήγι υπάρχουν κάποιοι άγραφοι κανόνες και μια ηθική που αν δεν την ακολουθήσεις, δεν θα χάσεις απλά την ευκαιρία να γίνεις καλός κυνηγός, αλλά δεν θα γίνεις ποτέ κυνηγός. Το κυνήγι είναι τρόπος ζωής. Το κυνήγι είναι ένας μικρόκοσμος, που αν δεν σεβαστείς την ποιότητά του, θα είσαι όπως ένας χυδαίος άνθρωπος που δεν μπορεί να σταθεί στην κοινωνία.

komninos_3.jpgΥπάρχουν ιστορίες που αν έχω την τύχη να αποκτήσω εγγόνια, θα τις λέω συνεχώς. Γιατί ήδη τα παιδιά μου τις έχουν ακούσει με πολλή ευχαρίστηση. Έχω τρεις γιους. Δυστυχώς, οι δύο μεγάλοι δεν ακολούθησαν το κυνήγι, μπορεί και ευτυχώς, δεν ξέρω. Ο τρίτος μου γιος είναι αυτός που το ακολουθεί, είναι σήμερα 11 ετών και στη συμπεριφορά του ανακαλύπτω στοιχεία από τις δικές μου αφετηρίες στο κυνήγι. Φυσικά δεν ανήκω στους ανθρώπους που έχουν την αντίληψη ότι επειδή είμαι εγώ κυνηγός πρέπει να γίνει και το παιδί μου, επειδή είμαι εγώ ηθοποιός πρέπει να γίνει και το παιδί μου κ.τ.λ. Και δεν ξέρω αν η ομορφιά που διακρίνει κάποιος είναι ίδια και μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου, ακόμα και του ίδιου σου του παιδιού. Επιπλέον θεωρώ ότι η ομορφιά που βίωσα εγώ στο κυνήγι, στην πρωτογενή ιδιότητα της δουλειάς μου, στη διασκέδαση και στον τρόπο συμπεριφοράς και ήθους απέναντι στην κοινωνία, έχουν χαθεί. Δεν υπάρχουν πια… Προσπαθώ να εκτιμήσω και τα παλιά χρόνια και τα σημερινά, όσο πιο αντικειμενικά γίνεται, αλλά διαπιστώνω ότι οι κυνηγετικές ιστορίες, οι κυνηγετικές αγωνίες και ο κυνηγετικός σεβασμός έχουν εκλείψει πια, δεν υπάρχουν. Εγώ ως δεύτερη πατρίδα μου έχω τη Μάνη. Την εποχή που συρρέουν οι διάφοροι εποχιακοί κυνηγοί, εγώ δεν πηγαίνω κυνήγι, γιατί βλέπω χιλιάδες χυδαιότητες, τραυματισμούς, έλλειψη σεβασμού κ.λπ. Και όλα αυτά σε μια περιοχή που σέβομαι και εκτιμώ υπερβολικά. Μια περιοχή που είναι η τελευταία σήμερα στην Ελλάδα που ζει με τη φιλοσοφία και την ηθική του κυνηγιού. Οι μεγάλοι παίρνουν τα παιδιά και με ιδιαίτερο σεβασμό τα εισάγουν στο κυνήγι, τα παιδιά από πολύ μικρά κρατάνε κυνηγετικό όπλο, ζουν και παραμένουν στη Μάνη οι νέοι, παρά το ελάχιστο θήραμα, γιατί θέλουν να κυνηγούν. Η Μάνη δεν έχει πια θήραμα, όπως τα παλιά χρόνια. Όμως αυτό το πέρασμα της σκυτάλης από γενιά σε γενιά στη Μάνη, ερεθίζει κάθετι ρομαντικό μέσα μου.

Κ&Φ: Οι περισσότεροι παλιοί κυνηγοί που έχω συναντήσει μέχρι σήμερα, θεωρούν τεράστια την απώλεια του κυνηγιού των απριλιάτικων τρυγονιών. Πιστεύετε το ίδιο;
Λ.Κ.: Το κυνήγι του ανοιξιάτικου τρυγονιού ήταν για μένα ό,τι σημαντικότερο υπήρξε. Ακολουθούσα τα τρυγόνια από τη νότια Ελλάδα, από τη Μάνη και έφτανα μαζί τους μέχρι τη Μακεδονία. Όχι για να τα σκοτώσω, αλλά για να παρακολουθήσω πάνω απ’ όλα τη διαδρομή τους και μαζί με αυτή την εξέλιξη της άνοιξης. Είναι μια ολόκληρη διαδικασία η άνοιξη, που τα τελευταία 25–30 χρόνια, ως ντοκυμαντερίστας, την παρακολουθώ πάλι με την κάμερα. Το ανοιξιάτικο τρυγόνι ήταν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Ποτέ δεν στεναχωριόμουν αν δεν χτυπούσα τρυγόνια. Ήταν τα αγριολούλουδα που άνθιζαν, οι παπαρούνες, αυτό το κάτι άλλο της άνοιξης, που εξακολουθώ να το ζω μέχρι σήμερα μέσα από την κάμερα. Θυμάμαι ότι ποτέ δεν στεναχωρήθηκα αν δεν χτύπησα πουλιά στο ανοιξιάτικο κυνήγι. Η παρακολούθηση της άνοιξης προσφέρει στον άνθρωπο μια μοναδική ανανέωση κυττάρων, που ούτε η επιστήμη δεν μπορεί να τη μετρήσει. Το ίδιο συμβαίνει με κάθε εποχή. Είναι δημιουργία. Το πώς σκάει ένα λουλούδι, ή πώς φουσκώνουν τα δέντρα, ή πώς κατεβαίνουν τα νερά, το πώς αλλάζει το πέταγμα και η γενικότερη συμπεριφορά των πουλιών, ακόμα και οι απότομες αλλαγές του καιρού είναι δημιουργία. Θεωρώ πραγματικά δυστυχισμένους όσους δεν τα ξέρουν αυτά. Και αντίθετα, όσους τα ξέρουν και μπορούν να τα παρακολουθήσουν, τους θεωρώ τυχερούς. Αυτή η προσέγγιση στο κυνήγι είναι που χάθηκε δυστυχώς, μαζί με το απριλιάτικο τρυγόνι. Και ειλικρινά δεν ξέρω αν αυτή η απαγόρευση που προστατεύει το ανοιξιάτικο ζευγάρωμα των τρυγονιών, προσφέρει κάτι στο θήραμα, που μέχρι να φτάσει εδώ έχει αποδεκατιστεί από δεκάδες άλλους παράγοντες.

Κ&Φ: Εκτός από το απριλιάτικο τρυγόνι, ποια άλλα κυνήγια σάς έχουν κερδίσει;
Λ.Κ.: Μετά το απριλιάτικο τρυγόνι που χάθηκε, ακολουθώ, όσο περάνει ο καιρός, τα κυνήγια εκείνα που έχουν κάτι να μου πουν γύρω από τη φύση. Για παράδειγμα το κυνήγι των υδροβίων είναι συνυφασμένο με την κακοκαιρία. Το κυνηγάς όταν ψιλοβρέχει, όταν ψιλοχιονίζει, όταν ξημερώνει η μέρα μετά από μια παγερή νύχτα, όταν ο καιρός τα κοροϊδεύει όπως κοροϊδεύει και μας. Είναι χιλιάδες τα πράγματα που ζεις μέχρι τη στιγμή που θα σηκώσεις το τουφέκι στο κυνήγι. Εκεί είναι που ο φίλος, ο μακαρίτης ο Μητσάκης, δεν στεναχωρήθηκε ποτέ αν δεν έβρισκε θήραμα, γιατί είχε ζήσει όλα τα υπόλοιπα. Αυτό το διδάχθηκα από κείνον, γιατί νεότερος καθώς ήμουν, στεναχωριόμουν πολύ αν δεν έβρισκα θήραμα. Είχα τότε την αγωνία και το πάθος του πρωταθλητισμού, ενώ εκείνος είχε την ψυχραιμία του βετεράνου. Πολλές φορές έτυχε να κάθεται σε ένα δέντρο, να τον καβαλάνε τα πουλιά στο καρτέρι του και εκείνος να σκαρώνει κάποιο στίχο, πάνω στο πακέτο από τα τσιγάρα του. Ήξερε να απολαμβάνει κάθε ώρα και κάθε στιγμή της κυνηγετικής εξόρμησης.

Κ&Φ: Σήμερα κυνηγάτε το ίδιο συχνά όπως παλιά; Πώς είναι τα πράγματα σήμερα για σας;
Λ.Κ.: Σήμερα δεν κυνηγάω το ίδιο με παλιά. Κυρίως γιατί χάθηκαν οι παλιές, καλές κυνηγετικές παρέες. Είναι ο χρόνος που επεμβαίνει και αλλάζει τα πράγματα. Δεν μπορείς να εμποδίσεις το χρόνο. Δεν μπορείς να εμποδίσεις το να σου φύγει ένας φίλος ή το να πάθει κάτι και να μη μπορεί πια να έρχεται στο κυνήγι. Βέβαια δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος που δεν κυνηγάω όσο παλιά. Υπάρχουν πολλοί λόγοι. Πρώτα απ’ όλα, ενώ σήμερα οι κυνηγοί έχουν ανεβάσει πολύ το επίπεδό τους και τις γνώσεις τους, ενώ βοηθιούνται σημαντικά από τα κυνηγετικά έντυπα, ενώ διαθέτουν μέσα που δεν υπήρχαν παλιότερα, παρουσιάζουν αυτή την άναρχη συναισθηματική λειτουργία, που διακρίνω και σε όλο το πλέγμα της κοινωνίας, είτε είναι πολιτικό, είτε επαγγελματικό, είτε ιδεολογικό. Είναι μια άναρχη κατάσταση, μια αλυσίδα με σπασμένους κρίκους, μια απομάκρυνση που παλιά δεν υπήρχε.

Κ&Φ: Θεωρείτε ότι αυτό είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο ή και παγκόσμιο;
Λ.Κ.: Έχω κυνηγήσει σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου, όπως στον Καναδά, στις ΗΠΑ, στην Αυστρία, στη Βουλγαρία, στη Σλοβακία, στη Γαλλία, στην Αγγλία, στην Πολωνία, στην Αίγυπτο, στην Ουγγαρία κ.λπ. Θυμάμαι πριν 30 χρόνια που κυνήγησα αρκετά στον Καναδά και στις ΗΠΑ, οι παρέες είχαν μια μοναδική σοβαρότητα, τόσο στο κυνήγι όσο και στο ψάρεμα. Χτυπούσαν δύο καναδέζικες χήνες ή ψάρευαν όσο χρειαζόταν για να στήσουν από κοινού ένα μπάρμπεκιου και να φάνε μαζί κοντά στη φύση, μετά το κυνήγι. Δεν μάζευαν το θήραμα για να γεμίσουν τα ψυγεία τους. Δεν υπήρχε τότε αυτή η αλαζονεία και η πρόθεση να γίνει «μακελειό» στα θηράματα.

Για πολλά χρόνια ειρωνευόμουν το αποικιοκρατικό κυνήγι και ανήκα σε εκείνους που υπερασπιζόντουσαν «το κυνήγι για το λαό». Τελικά και οι δύο θέσεις είναι λάθος. Γιατί όταν το κυνήγι έγινε για το λαό, ήρθε ο αποδεκατισμός και έχασε την κουλτούρα του και στο ηγεμονικό κυνήγι, που είναι προνόμιο για λίγους, χάνεται κάθε ομορφιά και μετατρέπεται το θήραμα σε τρόπαιο μιας χαλαρής και ξεπεσμένης κοινωνίας. Η διαφορά όμως είναι ότι τότε το παιχνίδι παιζόταν με κώδικες, ενώ τώρα όχι. Κάπου στο μέσο είναι τελικά, κατά τη γνώμη μου, η επιθυμητή διαδρομή. Το κυνήγι πρέπει να ανήκει σε εκείνους που ξέρουν να το σεβαστούν και να το βιώσουν. Να σεβαστούν πάνω από όλα κάποιους κανόνες, για να μπορούν να περνάνε όλοι καλά. Και έτσι μόνο θα διασωθεί ως δραστηριότητα. Γιατί το κυνήγι είναι πλούτος. Και για να διασωθεί εγώ πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί. Μια λύση είναι να κλείνουν κατά διαστήματα κάποιες περιοχές. Δεν πιστεύω ότι χάθηκε το θήραμα γιατί φέτος, για παράδειγμα, είδα τόσα θηράματα όσα είχα να δω 30 χρόνια. Και αυτό από την αρχή του χρόνου. Παράλληλα, όμως, το θήραμα χρειάζεται προστασία. Γι’ αυτό λέω ότι τα κυνηγετικά θέματα σηκώνουν πολλή συζήτηση και υπάρχουν πολλές θέσεις και απόψεις. Εμένα, για παράδειγμα, μου αρέσει το αυστριακό πρότυπο κυνηγιού. Ένα πρότυπο που δημιουργεί κίνητρα για την προστασία και των δασών και των θηραμάτων. Εγώ πιστεύω στις ρεζέρβες. Είμαι υπέρ των ρεζερβών, αρκεί όλα αυτά να μη γίνονται «made in Greece». Γιατί αν γίνουν και οι περιορισμοί και οι ρεζέρβες με την ελληνική αντίληψη, δεν θα υπάρξει κανένα όφελος.

Κ&Φ: Ποια είναι τα πιο αγαπημένα σας θηράματα;
Λ.Κ.: Μ’ αρέσει κατά βάση το κυνήγι των πτερωτών θηραμάτων. Έχω κυνηγήσει και τριχωτό θήραμα, αλλά όταν διαπίστωσα ποιες είναι οι χαρές του το σταμάτησα. Το πιο αγαπημένο μου θήραμα είναι η μπεκάτσα. Το δεύτερο είναι η φάσσα και τρίτη είναι η τσίχλα. Ακολουθούν τα υδρόβια.

Κ&Φ: Έχετε κυνηγόσκυλα;
Λ.Κ.: Σήμερα δεν έχω σκύλο. Στις μπεκάτσες κυνηγάω με τα σκυλιά της παρέας. Στο παρελθόν όμως είχα όλων των φυλών τα κυνηγόσκυλα, με μεγαλύτερη συμμετοχή στα Βίζλα και αμέσως μετά στα Κούρτσχααρ. Το καλύτερο κυνηγόσκυλο πάντως που έζησα ήταν ένα Σέττερ Λάβερακ.

Κ&Φ: Είναι γνωστή η σχέση σας με τον Γιώργο Μητσάκη. Θα θέλατε να μου μιλήσετε για τα κυνήγια που κάνατε μαζί;
Λ.Κ.: Με τον Γιώργο κυνηγήσαμε μαζί κυρίως από το 1965 ως το 1975. Μεγάλο πρόβλημα δημιουργούσε το ωράριο εργασίας του Γιώργου, που δούλευε νύχτα. Το ίδιο βέβαια δούλευα και εγώ σε κέντρα, όταν αποχώρησα από το θέατρο, αλλά πάντα βρίσκαμε χρόνο για κυνήγι. Ήταν τότε στην παρέα μας και ο Γιώργος ο Βλαχόπουλος, που δεν δούλευε νύχτα και σχεδόν πάντα ήταν πιο ξεκούραστος στο οδήγημα. Όμως, από ένα σημείο και μετά, το πάθος μας για το κυνήγι μάς είχε κάνει και μένα και τον Μητσάκη να τα φορτώσουμε λίγο στον κόκορα τα επαγγελματικά. Γιατί οπωσδήποτε στο κυνήγι περνάγαμε καλύτερα.

Κ&Φ: Πώς λειτουργούσε η μεγάλη αναγνωρισιμότητά σας την εποχή εκείνη στα κυνηγοτόπια; Έβλεπε ξαφνικά κάποιος ντόπιος τον σταρ της οθόνης Λάκη Κομνηνό μπροστά του στο βουνό, με κυνηγετική στολή. Πώς αντιδρούσε;
Λ.Κ.: Υπάρχουν αμέτρητα και απερίγραπτα τέτοια περιστατικά. Θυμάμαι κάποτε στην Ελασσόνα, περπάτησα τρεις ώρες και έφτασα σε ένα υπέροχο φασσοκάρτερο. Και ξαφνικά στην άκρη του πουθενά, εμφανίζεται ένας βοσκός που επιμένει να αφήσω τις φάσσες και να κουβεντιάσω μαζί του. Φέρνει τυριά και σαλάμια και κάθεται δίπλα μου ενθουσιασμένος για τη γνωριμία, με αποτέλεσμα να μη μπορώ να κυνηγήσω. Για μένα αυτός ο άνθρωπος έγινε εκείνη την ημέρα ο πιο μισητός γιατί μου χάλασε το κυνήγι. Σε γενικές γραμμές πάντως φροντίζαμε με τον Μητσάκη ώστε στο κυνήγι να κουβαλάμε κολατσιό στο βουνό και να αποφεύγουμε τις επισκέψεις σε χωριά και πόλεις, πριν την ώρα του ύπνου. Όταν είσαι επώνυμος η κάθε σου κίνηση, η κάθε σου λέξη, η κάθε σου πράξη υπόκεινται σε άμεση κριτική και αυτό είναι πολύ βαρύ.

Κ&Φ: Μιλήστε λίγο για τη σημερινή επαγγελματική σας ενασχόληση.
Λ.Κ.: Τελειώνοντας το σχολείο φοίτησα στη Δραματική Σχολή Αθηνών, απ’ όπου και αποφοίτησα. Πριν ακόμα αποφοιτήσω είχα ξεκινήσει να δουλεύω και πολύ γρήγορα είχα επιτυχίες και έγινα γνωστός. Μετά στρατός, καριέρα στον κινηματογράφο και το θέατρο, μέχρι το 1972 που πήγα στην Αμερική. Εκεί σπούδασα κινηματογράφο μέχρι το 1974. Από το 1975 διατηρώ μία εταιρεία που καλύπτει όλη τη γκάμα οπτικοακουστικών παραγωγών, αλλά κυρίως ασχολείται σήμερα με την παραγωγή ντοκυμαντέρ γύρω από τη λαογραφία, την παράδοση, τον πολιτισμό και την τέχνη, καθώς και με δραματοποιημένα ιστορικά ντοκυμαντέρ. Είναι μια δουλειά που προσφέρει δυνατές συγκινήσεις. Τα τελευταία 4–5 χρόνια, παράλληλα με τις άλλες παραγωγές μου, μαγνητοσκοπώ κατά διαστήματα έναν φίλο που ασχολείται με την εκπαίδευση των γερακιών στη Δράμα. Είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία και ελπίζω να μπορέσει κάποτε να αξιοποιηθεί σε μια ολοκληρωμένη δουλειά όλο αυτό το υλικό.

Του Χρήστου Χατζιώτη

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο