Λύκος – Ο βασιλιάς του δάσους επιστρέφει (Μέρος Β’)

Στο προηγούμενο μέρος, δημοσιεύσαμε κατ’ αποκλειστικότητα, έρευνες, που έχουν πραγματοποιηθεί σε διάφορες περιοχές τις Ελλάδας όσον αφορά στην ξαφνική και θεαματική αύξηση του λύκου. Σε αυτό το μέρος, καταθέτουν τις απόψεις τους επί του θέματος επιστήμονες και κυνηγοί επιβεβαιώνοντας το φαινόμενο με αποδείξεις.

Ο κ. Πέτρος Πλατής, δασοπόνος, έχει πραγματοποιήσει έρευνες σε όλους του νομούς της Θράκης και οι αναφορές του για την εμφάνιση του λύκου συμφωνούν με τις απόψεις του υπολοίπων ειδικών. 
Όπως ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά στο «Κ&Φ», «σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες κτηνοτρόφων, έχουν αναφερθεί πολλές επιθέσεις λύκων σε κοπάδια αιγοπροβάτων γύρω από την πόλη της Αλεξανδρούπολης και γενικότερα στο νότιο Έβρο, καθώς και στην ορεινή ζώνη της Ξάνθης και της Ροδόπης. Από την άλλη πλευρά, πολλοί κυνηγοί έχουν αναφέρει ότι συνάντησαν λύκους στις παραπάνω περιοχές. Μάλιστα και εγώ ο ίδιος συνάντησα πέρυσι το χειμώνα, τρεις λύκους στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης. Οι μαρτυρίες αυτές των κυνηγών και των κτηνοτρόφων, πέρα από τις καταγεγραμμένες στην υπηρεσία αποζημιώσεων του ΕΛΓΑ, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν απόδειξη. Για να μιλήσουμε με σιγουριά θα πρέπει να γίνει μια μελέτη από ειδικούς επιστήμονες.
Επιπλέον, ο λύκος είναι ένα πολύ έξυπνο ζώο, που ξέρει να προστατεύει τον εαυτό του και έτσι δεν προδίδει την παρουσία του στον άνθρωπο. Έτσι είναι πολύ δύσκολο να υπολογίσουμε τον πληθυσμό του. Ωστόσο βλέποντας την αυξανόμενη γεωγραφική εξάπλωσή του από τις επιθέσεις σε κοπάδια αιγοπροβάτων, μπορούμε να πούμε ότι πράγματι διαφαίνεται αύξηση στους πληθυσμούς. Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρηθεί πολλές φορές λύκοι στις ταΐστρες των όρνεων στο δάσος της Δαδιάς στον Έβρο. Μάλιστα πέρα από τους λύκους έχουν εμφανιστεί στην περιοχή και αρκετά τσακάλια», καταλήγει ο κ. Πλάτης.

Συνδυασμός δεδομένων και πληροφοριών
Ο βιολόγος Υπ. Δρ. Α.Π.Θ. και συνεργάτης ΜΚΟ «Καλλιστώ», κ. Γιώργος Ηλιόπουλος, αναφέρει ότι η ικανότητα αυτή του λύκου να διασχίζει μεγάλες αποστάσεις και κυρίως γρήγορα προς αναζήτηση της τροφής του, πολλές φορές οδηγεί σε μερικές περιπτώσεις στη λανθασμένη εντύπωση ότι τα βουνά γέμισαν από λύκους, αφού οι αγέλες αφήνουν δυσανάλογο αριθμό ιχνών στο χιόνι ή τη λάσπη σε σχέση με τον πραγματικό αριθμό τους. Ειδικά μάλιστα κατά την περίοδο του ζευγαρώματος όπου οι αγέλες εμφανίζονται πιο συνεκτικές, κάποιοι βιάζονται να συμπεράνουν ότι οι λύκοι έχουν πολλαπλασιαστεί υπέρμετρα γεγονός που δεν ισχύει. Ο πληθυσμός του λύκου, μπορεί να παρουσιάζει σημαντικές αλλά τοπικές αυξομειώσεις, που εξαρτώνται κυρίως από την τοπική αναπαραγωγική επιτυχία.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι υπολογισμού του πληθυσμού ενός αγριμιού. Ανάλογα με το μέγεθος της έκτασης που καλύπτει η έρευνα, τη βιολογία του ζώου και άλλους παράγοντες, επιλέγεται ο κατάλληλος. Για το λύκο, γίνεται χαρτογράφηση των περιοχών όπου έχουν αναφερθεί γέννες, ακρόαση ουρλιαχτών κατά τη διάρκεια της νύχτας, συνεντεύξεις με κτηνοτρόφους, κυνηγούς και γενικά με ανθρώπους που εργάζονται ή δραστηριοποιούνται στη φύση.
Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω δεδομένων και πληροφοριών και η επεξεργασία τους με την εφαρμογή γεωγραφικών συστημάτων ανάλυσης και απεικόνισης, δίνει μια πολύ καλή εικόνα του πληθυσμού του λύκου, της κατανομής, των θέσεων αναπαραγωγής και του μέσου μεγέθους των αγελών. Φυσικά υπάρχει και ένα ποσοστό λάθους, που μειώνεται όσο μικρότερη είναι η έκταση της περιοχής που μελετάται.

Πληθυσμιακό μέγεθος του λύκου στην Ελλάδα
«Ο συνήθης τρόπος έκφρασης του πληθυσμιακού μεγέθους των λύκων σε μια περιοχή ή μια χώρα, είναι σε αριθμό ατόμων / 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Στη χώρα μας, υπολογίζεται σε δύο άτομα ανά 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα, κάτι που την κατατάσσει στο μέσο όρο των χωρών της Ευρώπης, με τη βόρεια Ιταλία και Ισπανία να κατέχουν τις πρώτες θέσεις με 4 άτομα ανά 100 τετρ. χλμ.», τονίζει ο κ. Ηλιόπουλος και συνεχίζει.
«Στις χώρες αυτές, παρατηρείται εκτός από τις μεγαλύτερες πυκνότητες λύκου, πολύ μεγάλη πυκνότητα ζαρκαδιού και αγριογούρουνου. Προσωπικά, έχω ταξιδέψει σε περιοχές της βόρειας Ιταλίας και της Ισπανίας και πραγματικά αυτό που συνάντησα και είδα, ήταν πολύ πέρα από τα ελληνικά δεδομένα. Κοπάδια από ζαρκάδια να βόσκουν στα ξέφωτα του δάσους και να περνούν από μπροστά μας σε μεγάλους αριθμούς, χωρίς μάλιστα να δείχνουν ιδιαίτερη όχληση από την παρουσία μας.
Μάλιστα, σε αυτές τις περιοχές όπου οι λύκοι είναι αρκετοί, οι επιθέσεις σε κτηνοτροφικά ζώα είναι χαμηλότερες αν συγκριθούν με αντίστοιχες περιοχές στην Ελλάδα. Αυτό εξηγείται από τους μεγάλους πληθυσμούς σε άγρια οπληφόρα ζώα που αποτελούν και την κύρια τροφή του λύκου. Στη χώρα μας που οι αντίστοιχοι πληθυσμοί ζαρκαδιού και αγριογούρουνου είναι ακόμη σε χαμηλά επίπεδα, ο λύκος τρέφεται κατά κύριο λόγο με κτηνοτροφικά ζώα.
Παρ’ όλο που οι λύκοι μπορεί να επιβραδύνουν τους ρυθμούς αύξησης των θηραμάτων τους, αυτό δε σημαίνει ότι οι αριθμοί των θηραμάτων αυτών είναι και απαραίτητα χαμηλοί σε περιοχές με λύκους. Η περιοριστική επίδραση που οι λύκοι έχουν στα θηράματά τους, μειώνεται όταν αυτά βρίσκονται σε υψηλές πυκνότητες και θηρεύονται από τον άνθρωπο με συνετό τρόπο, που εξασφαλίζει τόσο την ικανοποίηση των κυνηγών όσο και την λειτουργία της φύσης».

Σταθερός πληθυσμός με περιοδική αύξηση
«Η μοναδική καταμέτρηση του λύκου, έγινε στο πλαίσιο του προγράμματος ΛΥΚΟΣ (πρόγραμμα LIFE), από τον «Αρκτούρο» την περίοδο 1998-2001 και τα αποτελέσματα έδειξαν έναν ελάχιστο δυνατό πληθυσμό 500-700 ατόμων», καταθέτει στο «Κ&Φ», ο κ. Λάζαρος Γεωργιάδης, βιολόγος και επιστημονικός υπεύθυνος του «Αρκτούρου».
«Οι λύκοι αυτοί, κατανέμονται σε όλη σχεδόν την Ηπειρωτική Ελλάδα, από τη Στερεά Ελλάδα και πάνω κυρίως σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Σχετικά με τον πληθυσμό του λύκου, μπορούμε να πούμε ότι είναι σταθερός με κάποια σημεία περιοδική αύξησης κυρίως στη Στερεά Ελλάδα», αναφέρει ο κ. Γεωργιάδης και συνεχίζει μιλώντας για τη σχέση του λύκου με την κτηνοτροφία.
«Τροφικές αναλύσεις που έχουν γίνει από το Α.Π.Θ., αποκαλύπτουν ότι ο λύκος τρέφεται κυρίως με κτηνοτροφικά ζώα, πολύ λίγο με το αγριογούρουνο και ελάχιστα με ζαρκάδι. Βέβαια όλα αυτά έχουν σχέση με τη διαθεσιμότητα αυτών των οπληφόρων, σε συνδυασμό με την παρουσία – απουσία κτηνοτροφικών ζώων σε μια περιοχή. Ενώ σχετικά με τον αριθμό των επιθέσεων, δεν μπορούμε να έχουμε μια σαφή εικόνα για τρεις κυρίως λόγους:
1ον: Γιατί δεν υπάρχει (και είναι πάρα πολύ δύσκολο να υπάρξει), ένας μηχανισμός για να παρακολουθεί τις πραγματικές ζημιές στην κτηνοτροφία σε όλη την χώρα μας.
2ον: Οι ζημιές των λύκων δεν μπορούν να ξεχωρίσουν από τις ζημιές των άγριων σκύλων.
3ον: Ο ΕΛΓΑ, δεν έχει όλες τις ζημιές γιατί δεν δηλώνονται πάντα όλα τα περιστατικά από τους κτηνοτρόφους», καταλήγει ο κ. Λάζαρος Γεωργιάδης.

Το αποτέλεσμα της συμβίωσης
Ολοκληρώνοντας τη μελέτη του πληθυσμού του λύκου στη χώρα μας, σας παρουσιάζουμε τα επίσημα στοιχεία του ΕΛΓΑ. Τα στοιχεία που μετά από αίτηση του «Κ&Φ», εστάλησαν στη διεύθυνση του περιοδικού, αναφέρουν τον αριθμό και το είδος των ζώων που κατασπαράχθηκαν από το λύκο και το τσακάλι (και τα άγρια σκυλιά), σε όλους τους νομούς της χώρας και επίσης το ύψος των αποζημιώσεων που καταβλήθηκε από τον οργανισμό, κατά την περίοδο 1999 – 2008.
Βάσει αυτών των στοιχείων, φαίνεται μια αυξομείωση του αριθμού των επιθέσεων ανά έτος. Πιο συγκεκριμένα, σε άλλους νομούς παρατηρείται αύξηση και σε άλλους μείωση. Έτσι για παράδειγμα στο νομό Τρικάλων, οι επιθέσεις από 129 το 1999, ανήλθαν σε 231 και αφορούσαν αντίστοιχα  316 και 574 ζώα. Ωστόσο αξίζει να αναφερθεί ότι τα στοιχεία αυτά δεν αντικατοπτρίζουν απόλυτα την πραγματικότητα, γιατί οι κτηνοτρόφοι είτε λόγο άγνοιας, είτε λόγο μικρής ζημιάς δεν απευθύνονται στον οργανισμό για να αποζημιωθούν και επίσης δεν είναι δυνατόν να βρεθούν μέσα στο δάσος όλα τα ζώα που κατασπαράχθηκαν.
Ολοκληρώνοντας αυτήν την έρευνα και έχοντας στο νου τις απόψεις των ειδικών επιστημόνων, των οικολογικών οργανώσεων, των κυνηγών αλλά και τα επίσημα στοιχεία του ΕΛΓΑ, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο λύκος έχει σαφώς μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση και μια τάση αύξησης του πληθυσμού του.
Ο λύκος κατάφερε να επιβιώσει, και πλέον, δεν είναι ένα φάντασμα του δάσους αλλά ο βασιλιάς του. Όσον αφορά στο κυνήγι, ο λύκος δεν φαίνεται να επηρεάζει ουσιαστικά τους πληθυσμούς των θηραμάτων, πέρα από ελάχιστες τοπικές εξαιρέσεις. Το μέλλον, αλλά και η ίδια η φύση θα μας δείξουν τους τρόπους της νέας αυτής συνύπαρξης.
Στην περίπτωση βέβαια μιας επίθεσης αξίζει να αναφέρουμε ότι οι υπηρεσίες του ΕΛΓΑ, έχουν βελτιωθεί πολύ τα τελευταία χρόνια και σίγουρα θα καλύψουν το ποσό της ζημιάς. Άλλωστε το μέγεθος των ζημιών από το λύκο είναι συγκριτικά πολύ χαμηλό. Για παράδειγμα το 2005 το ποσό των ζωικών αποζημιώσεων που κατέβαλε ο ΕΛΓΑ ήταν 1.046.000 ευρώ, ενώ το αντίστοιχο ποσό που αφορούσε στις ζημιές της φυτικής παραγωγής (χαλαζόπτωση, πλημμύρα, άνεμος κ.λπ.), ανέρχεται στα 239.310.000 ευρώ.

Του Γιάννη Δρόσου
Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top