Έκαναν δίωξη μέχρι το… σπίτι!

Οι φωνές, αντί να πλησιάζουν, έδειχναν να απομακρύνονται. Χάνονταν στο βάθος, ώσπου κάποια στιγμή έσβησαν. Πέρασε μία ώρα, κύλησε και η δεύτερη, κατόπιν ήρθε και η τρίτη. Ο λαγός δεν φάνηκε, αλλά το ίδιο άφαντα ήταν και τα σκυλιά.

Του Δημήτρη Μιλτιάδη


Η ιστορία διαδραματίστηκε σε ένα από τα πόδια της Χαλκιδικής. Αν κάποιοι αναγνωρίζουν κάτι από τον εαυτό τους, είναι απλά… σύμπτωση!

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σε έναν τρελό, χαρούμενο ρυθμό! Σε κάθε κλάφισμα, αυτή αναπηδούσε στο στήθος του, ενώ στο πρόσωπό του ζωγραφιζόταν ένα χαμόγελο γεμάτο ευχαρίστηση. Τα δύο σκυλιά του, ήταν σκέτη απόλαυση. Η σεζόν που μόλις ξεκινούσε, άνοιγε γι’ αυτόν με τον καλύτερο τρόπο. Φέτος θα πήγαινε καλά! Και λίγα έλεγε. Τέλεια, θα ήταν η λέξη που θα ταίριαζε στην περίπτωση, για να αποδώσει ότι αυτήν τη χρονιά θα είχε πάνω του περισσή την ευλογία των θεών του κυνηγιού!

Μια σοπράνο κι ένας τενόρος!

Κάπως έτσι σκεφτόταν καθώς καθόταν ψηλά στο καρτέρι, περιμένοντας την εμφάνιση του λαγού που, όπως υπολόγιζε, ήταν ζήτημα να ξεβγάλουν τα  ζαγάρια του και να τον φέρουν σε απόσταση βολής. Τα δυο σκυλιά, φερμένα από τα Σκόπια, έκαναν ένα πολύ καλό ζευγάρι. Τα είχε δει, πριν τα αγοράσει, εν δράσει στο γειτονικό κρατίδιο. Είχε μείνει ευχαριστημένος από όσα είχε δει στη δοκιμαστική επίδειξη. Το θηλυκό έψαχνε πολύ μεθοδικά, αφήνοντας πού και πού κανένα κλαφούνισμα στο ντορό. Το
αρσενικό σιγοντάριζε από κοντά την έρευνα, ψάχνοντας και την τελευταία λεπτομέρεια σε κάθε ύποπτο θάμνο. Αυτό δεν φώναζε, παρά μόνο στο ξεφώλιασμα. Αλλά εκείνο που τον τρέλανε κυριολεκτικά ήταν ότι ακολουθούσε. Τα δυο λαγόσκυλα ήταν το κάτι άλλο! Το θηλυκό με τη διαπεραστική φωνή και το αρσενικό με βαριά χροιά, έδεναν υπέροχα, δίνοντας μια μοναδική μελωδία: μια σοπράνο και ένας τενόρος!

Ιδανικό ξεκίνημα

Οι σκέψεις του γύρισαν στο σήμερα. Ήταν η πρώτη του κυνηγετική έξοδος. Όλα είχαν αρχίσει όμορφα. Ο καιρός ήταν ιδανικός. Το κυνηγοτόπι καλό και τα σκυλιά πιάστηκαν αμέσως στη νυχτερινή μυρωδιά. Το ρολόι έδειχνε οκτώ το πρωί και από τις πρώτες προειδοποιητικές φωνές της σκυλίτσας του, θα ήταν ζήτημα χρόνου να βγει ο λαγός. Και ήδη με το μυαλό του, έβλεπε και ξανάβλεπε τη σκηνή. Εκείνος θα ερχόταν κατευθείαν πάνω του. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην περάσει από το καρτέρι του. Θα ήταν ό,τι καλύτερο να αρχίσουν την κυνηγετική τους συνεργασία, εκείνος και τα δύο αγορασμένα σκυλιά του, σφραγίζοντας την πρώτη τους εξόρμηση με μια σίγουρη τουφεκιά!

Μια ανεπανάληπτη μελωδία

Η καρδιά του χτυπούσε σε κάθε κλάφισμα της θηλυκιάς. Αναπηδούσε στο στήθος του, όπως η χορδή της κιθάρας στο άγγιγμα του κιθαριστή. Νάτη πάλι:
«Κλιάφ, κλιάφ», τσίριξε. Εκείνος έσφιγγε το τουφέκι του και τέντωνε τα αφτιά του να ακούσει από στιγμή σε στιγμή και τον αρσενικό με την πιο μπάσα φωνή! Ένα «καχ», θα έδινε το σύνθημα για το ξεφώλιασμα για την ξέφρενη καταδίωξη.
Όλη του η προσμονή είχε επικεντρωθεί σε κείνο το βαρύ το «καχ». Με τη φαντασία του, το ζούσε ήδη! Και πράγματι. Σε λίγο το άκουσε με τα ίδια του τα αφτιά. «Καχ, καχ, καχ», βαρύ, σταθερό και ρυθμικό ξέσπασε, τυλιγμένο από το νευρικό «κλιάφ, κλιάφ, κλιάφ» της θηλυκιάς.

Οι φωνές όλο και απομακρύνονταν

Η ώρα ήταν οκτώ και τέταρτο, όταν άρχισε το πανηγύρι. Ο φίλος μας, άγαλμα πάνω στο καρτέρι, με τα μάτια καρφωμένα σε ένα ανοίχτωμα, περίμενε να δει τα ανασηκωμένα αυτιά να προβάλουν από κάτω προς τον ανήφορο. Αλλά οι φωνές, αντί να πλησιάζουν, έδειχναν να απομακρύνονται. Χάνονταν στο βάθος, ώσπου κάποια στιγμή έσβησαν. Πέρασε μία ώρα, κύλησε και η  δεύτερη, κατόπιν ήρθε και η τρίτη. Ο λαγός δεν φάνηκε, αλλά το ίδιο άφαντα ήταν και τα σκυλιά του.

Φοβερά σκυλιά…

Εκεί τον είχε βρει και ο συνάδελφος που μου μετέφερε την ιστορία. Στο καρτέρι, όπου ήταν σίγουρος ότι θα κτυπούσε τον πρώτο λαγό της χρονιάς.
«Άστα, έχω τρελαθεί», έλεγε ο ήρωάς μας στον κυνηγό που είχε συναντήσει.
«Από εκεί κάτω τον έβγαλαν το λαγό. Εδώ τον περίμενα. Θα τον τουφεκούσα και θα έφευγα. Βέβαια, δεν τον είδα, αλλά είμαι σίγουρος ότι ήταν λαγός!
Όμως, δεν βγήκαν εδώ που περίμενα. Τώρα ποιος ξέρει πού τον έχουν πάει. Είναι φοβερά σκυλιά. Δεν τον παρατάνε με τίποτε. Θα τον κυνηγάνε όλη μέρα. Όπου να ‘ναι θα τον γυρίσουν…», έλεγε και ξανάλεγε, πλέκοντας το εγκώμιο των δυο εισαχθέντων, έναντι αδράς αμοιβής, σκυλιών από το γειτονικό κρατίδιο.

…ξεκουράζονταν στην αυλή

«Είναι φοβερά σκυλιά…», είχε ξαναρχίσει έναν ακόμη εγκωμιαστικό γύρο, όταν χτύπησε το κινητό του. «Ναι», απάντησε εκείνος και από την ταραχή του είχε βάλει ανοιχτή ακρόαση. «Ρε συ, δεν πήγες σήμερα κυνήγι;», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. «Πώς δεν πήγα; Στο κυνήγι είμαι!», είπε αυθόρμητα ο φίλος  μας. «Πλάκα μου κάνεις; Και γιατί δεν πήρες μαζί σου τα σκυλιά; Τι τα
άφησες λυτά στο σπίτι; Είναι ξαπλωμένα εδώ στην αυλή!», ήρθαν απανωτές οι ερωτήσεις από τη σύζυγό του.
Ο ήρωάς μας, έκλεισε το τηλέφωνο, ξεροκατάπιε, αλλά συνέχισε απτόητος: «…δεν σου είπα εγώ; Είναι φοβερά σκυλιά. Έχουν ανελέητη δίωξη! Το λαγό τον κυνηγούσαν μέχρι το… σπίτι μου!».

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top