lost_world_1

Ένας κόσμος που χάθηκε!

Ξεφυλλίζοντας κανείς τα Κυνηγετικά Νέα του 1935 αισθάνεται να ανοίγεται μπροστά του ένας ολότελα διαφορετικός και γοητευτικός κόσμος. Μέσα από τις κιτρινισμένες απ’ το χρόνο σελίδες, ξεδιπλώνονται συναρπαστικές κυνηγετικές ιστορίες, σχεδόν ονειρικές, γεμάτες άφθονα κυνήγια και όμορφους απάτητους κυνηγότοπους.

Εύθυμες διηγήσεις σε συνεπαίρνουν σε κάθε σελίδα και οι δυσδιάκριτες, μουτζουρωμένες φωτογραφίες, γεμάτες μουστακαλήδες με απίστευτες αρμαθιές πουλιών, σε ταξιδεύουν “κάπου στη Μακεδονία” όπου οι 165 πέρδικες ήταν απλά ένα “έξοχο τυρό” για αυτούς που έχουν καλά σκυλιά και σταθερό χέρι, σύμφωνα με τις λεζάντες. Ένα χαρούμενο πνεύμα διαπνέει τα πρώτα τεύχη των κυνηγετικών περιοδικών της εποχής, κάτι που δεν αλλάζει σημαντικά ούτε στα δύσκολα χρόνια από το 1947-48 μέχρι το 1950-51, όταν το μοναδικό μέλημα των κυνηγών έμοιαζε να ήταν το πότε θα πάρουν πίσω τα όπλα που κατάσχεσαν οι κατακτητές και πότε θα ανοίξει το κυνήγι στις (παρθένες κυνηγετικά) περιοχές της χώρας οι οποίες σπαράσσονταν από τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο που ερήμωσε την ελληνική ύπαιθρο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 όμως και μετά αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα μαύρα σύννεφα για το κυνήγι και να αυξάνονται τα “γκρινιάρικα” άρθρα για τη μείωση των θηραμάτων που πλέον ήταν αισθητή, τουλάχιστον στους μεγαλύτερους σε ηλικία κυνηγούς. Πλήθος άρθρων αναφερόταν σε “περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίς”, όπως συνηθίζουμε να λέμε, μερικά απ’ τα οποία είχαν πράγματι μια αξιόλογη τεκμηρίωση των όσων διαπίστωναν και δεν περιοριζόντουσαν απλά σε μια εμπειρική ανάλυση που συχνά εμπεριέχει λάθη και ακρότητες.

“Ο θρήνος των θηραμάτων”

Εκείνο το άρθρο, όμως, που μου προξένησε μεγάλη εντύπωση όταν το αντίκρισα, ήταν ένα εκτενές κείμενο του δασολόγου και κυνηγού, του Ανάστα Στεφάνου, που υπηρέτησε για πολλά χρόνια στο Υπουργείο Γεωργίας από διάφορες υψηλόβαθμες θέσεις. Το άρθρο είχε τον τίτλο “Ο θρήνος των θηραμάτων” και παρ’ όλο που ήξερα για την ποιότητα και την τεκμηρίωση των άρθρων του εν λόγω εξαιρετικού συγγραφέα, δεν σας κρύβω ότι για μια στιγμή ο τίτλος μου φάνηκε ακραίος και ίσως λίγο εκτός πραγματικότητας. Δεν μπορούσα να διανοηθώ πώς ήταν δυνατόν στα μέσα της δεκαετίας του ’50, μιας δεκαετίας την οποία εγώ γνώρισα ως έναν κυνηγετικό παράδεισο μέσα από τις διηγήσεις των μεγαλυτέρων μου, να μιλά κάποιος για το θρήνο των θηραμάτων κι αυτός ο κάποιος να μην είναι ούτε υπερβολικός, ούτε αναξιόπιστος. Κι όμως, αυτό που αρχικά μου έμοιαζε αδιανόητο, διαπίστωσα ότι ήταν μια απτή πραγματικότητα όταν διάβασα με περισσότερη προσοχή το εν λόγω άρθρο και διασταύρωσα τα αναγραφόμενα και με άλλες πηγές.

Εικόνες μιας άλλης Ελλάδας

Τελικά, είχε πράγματι δίκιο ο συγγραφέας να μιλάει για το θρήνο των θηραμάτων αφού πρόλαβε και γνώρισε μια άλλη Ελλάδα, άγνωστη σε όλους εμάς, γεμάτη λίμνες και βαλτοτόπια, γεμάτη δάση στα πεδινά και καλλιέργειες στα κορφοβούνια. Αφού πρόλαβε και είδε τη λίμνη της Μουριάς στην Πελοπόννησο και κυνήγησε στη λίμνη της Κάρλας στη Θεσσαλία, στη λίμνη του Αλιβερίου, στη λίμνη των Γιαννιτσών και σε τόσες άλλες που χάθηκαν πια οριστικά. Αφού πρόλαβε και περπάτησε τις σπαρμένες με στάρια και κριθάρια ορεινές λάκες των βουνών μας που έτριζαν από το λάλημα των περδίκων κάθε χάραμα. Αφού πρόλαβε και κυνήγησε το 1925, λίγο μετά την προσάρτηση, στα παρθένα δάση των Νέων χωρών, στα δάση της Κομοτηνής και της Ροδόπης, όπου τα αγριογούρουνα και τα ζαρκάδια ήταν περισσότερα από τους λαγούς και οι φασιανοί πεταγόντουσαν με βρόντο και δύναμη στο κάθε πάτημα της πατουλιάς, στα άφθονα τότε πεδινά και άγρια δάση αυτών των περιοχών. Πριν περάσουν οι μπουλντόζες και τα ξεπατώσουν για να δοθεί γη στους πρόσφυγες, πριν περάσουν τα τρακτέρ και η φωτιά και μαυρίσουνε τα καμποχώρια, πριν προλάβουν κάποιοι και “στολίσουν” ολόκληρο το μικρό λεωφορείο τους από τα εκατοντάδες κυνηγετικά τους τρόπαια, σε μία μόνο εκδρομή τους, “κάπου στη Μακεδονία”…

Χωρίς μέτρο και όριο

lost_world_2Οι αιτίες για το θρήνο των θηραμάτων ήταν σίγουρα κι άλλες κι ίσως σημαντικότερες. Υπήρξε, όμως, εξίσου σίγουρα και μια υποκουλτούρα που όχι μόνο δεν έβαζε φρένο στις καρπώσεις αλλά ωθούσε, μέσα από κάποιου είδους “άμιλλα”, στο χωρίς μέτρο και όριο κυνήγι. Όλοι κυνηγούσαν όσο περισσότερο μπορούσαν, οπουδήποτε μπορούσαν, ουσιαστικά ανεξέλεγκτα, και σκότωναν όσα περισσότερα θηράματα μπορούσαν. Αυτό ήταν το ελεύθερο και παραδοσιακό κυνήγι στην Ελλάδα κι αυτό είναι δυστυχώς μέχρι σήμερα, αν και πολλά άλλαξαν από τότε, άλλα προς το καλύτερο κι άλλα προς το χειρότερο. Μέχρι που όλα λιγόστεψαν πια και ο θρήνος συνεχίζεται ακόμη…

Ας μη λησμονήσουμε

Αξίζει όμως να θυμόμαστε από πού ξεκινήσαμε, να μη λησμονήσουμε αυτόν τον κόσμο που χάθηκε, με τις πέρδικες να πετάγονται κάθε 50 μέτρα και τα ζαρκάδια να κάνουν βόλτες στις σιδηροδρομικές γραμμές της Κομοτηνής. Γιατί αυτός ο κόσμος δεν πρέπει να ξεχασθεί. Όχι για να συνεχίσουμε αυτόν το θρήνο των θηραμάτων χωρίς νόημα, αλλά για να μη χάσουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα και να μη λησμονήσουμε ότι κατοικούμε σε έναν ευλογημένο τόπο, ίσως στον πιο όμορφο τόπο αυτής της γης. Σε μια γωνιά που έχει απίστευτες δυνατότητες, ακόμη και σήμερα, να θρέψει έναν μεγάλο πλούτο θηραμάτων, απείρως μεγαλύτερο από ότι σήμερα αντικρίζουμε στα κυνήγια μας. Αρκεί οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, δηλαδή όλοι εμείς, να λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα και να σπείρουμε στο παρόν για να θερίσουμε στο μέλλον.

Πότε άρχισε ο όλεθρος

Εις μνήμην, λοιπόν, αυτού του κόσμου που χάθηκε, παραθέτω παρακάτω το μεγαλύτερο μέρος του άρθρου του Αναστασίου Στεφάνου, κρατώντας την ίδια γλώσσα του συγγραφέα, αφού αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της άλλης εποχής, όπως αναδημοσιεύτηκε στα Δασικά Χρονικά, τον Οκτώβριο του 1959.    
“…Όταν ηλευθερώθη το 1821 η Ελλάς, η έλαφος, το ζαρκάδι, ο αγριόχοιρος, υπήρχον, ως γνωστόν, εις όλα σχεδόν τα βουνά της πατρίδος μας. Εις την Αιτωλιακαρνανίαν, εις την Βοιωτίαν και εις αυτόν ακόμη τον ελαιώνα των Αθηνών επί της εποχής του Όθωνος, έζη ακόμη και επληθύνετο ο φασιανός και η πέρδικα η πεδινή. Η κατάστασις αυτή της ελληνικής πανίδος εις το παλαιόν Βασίλειον διετηρείτο κάπως καλή μέχρι του έτους 1860. Από της εποχής όμως εκείνης και εντεύθεν αρχίζει ο δεινός όλεθρος και ο εξαφανισμός του ευγενούς εντοπίου θηράματος. Το 1895 εξηφανίζετο το τελευταίο ελάφι επί του Κιθαιρώνος, το δε 1912 το τελευταίο πλατώνι εις Ακαρνανίαν από Έλληνας κυνηγούς!

Εντεύθεν του Ολύμπου

Στον επικήδειο αυτόν του ευγενούς θηράματος από το παλαιόν βασίλειον θα κάμω ειδική μνεία δια τον ζωικόν κόσμον της Θεσσαλίας, η οποία, ως γνωστόν, προσηρτήθη εις την Ελλάδα το 1878 αποσπαθείσα από την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν. Στο ειδικό αυτό σημείωμα αφορμή μού δίνει ένα αντίγραφο εκθέσεως περιγραφής των δασών της Όσσης που έχω κρατήσει από τα αρχεία του Υπουργείου Γεωργίας. Η έκθεσις αυτή είναι γραμμένη από έναν σοφό δασολόγο – επιθεωρητή δασών, τον μακαρίτη Νικ.Χλωρό, που είχε σπουδάσει στη Γερμανία δασολογία, έγινε δε αργότερα και καθηγητής εις το Μετσόβειον Πολυτεχνείον. Η έκθεσις αυτή είναι μακροσκελής και εμπεριστατωμένη, περιγράφει το δασικό πλούτο της Όσσης, ωσαύτως “πάμπολλοι δορκάδες ενδιαιτώνται” και “πληθώρα αγριοχοίρων και παντοίων άλλων ζώων του Ελληνικού δάσους”. Σήμερον και από ετών ουδέ ίχνος ελάφου ή δορκάδος ευρίσκεται επί της Όσσης.

Και όπως έγραφεν εις διακήρυξίν της και η Ομοσπονδία Ελλήνων Δασοπόνων “εκηδεύσαμεν από ετών εις την εντεύθεν του Ολύμπου χώραν την έλαφον, το πλατώνι, τον αίγαγρον του Παρνασσού, τον αγριόγαλλον, το ζαρκάδι, το φασιανό και την πεδινή πέρδικα. Μένει ακόμη ανοικτός ο κατάλογος των μελλοθανάτων εις τα Νέας χώρας”.

Κυνήγι ελεύθερο και ανεπιτήρητο

lost_world_3Μέχρι του 1923 το κυνήγι στην πατρίδα μας ήτο ελεύθερο και ανεπιτήρητο σχεδόν και μόνο εχρειάζετο μία άδεια οπλοφορίας, την οποία εξέδιδαν οι αστυνομικές αρχές. Η υπαγωγή του κυνηγίου υπό τον έλεγχον των δασικών αρχών έλαβε χώραν το πρώτον το 1923. Δύο χρόνια αργότερα ευρέθην επικεφαλής της Δασικής υπηρεσίας παρά τη Γενική Διοικήσει Θράκης. Η πληθώρα των θηραμάτων στη Θράκη και τη Μακεδονία και η σύγκρισις με τη φτώχεια σε θηράματα της παλαιάς Ελλάδος και ιδία της Πελοποννήσου, από την οποία είχα μετατεθεί, ήταν τεραστία. Για να πάρει ο αναγνώστης μια ιδέα και να μπορέσει να συγκρίνει έπειτα από τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια (1926-1959) τη σημερινή θηρευτική κατάσταση και των Νέων χωρών, παραθέτω εδώ αυτούσια μερικά αποσπάσματα μιας δημοσιεύσεώς μου σ’ ένα δασικό περιοδικό του έτους 1926 για τα κυνήγια της Θράκης ως εξής:
“…Όμως για περισσότερα ζαρκάδια, σίγουρα πρέπει να περηφανεύεται ο ορεινός όγκος του Κελεμπέκ-Μουκατέ, που αρχίζει από τον σιδηροδρομικό σταθμό του Κιρκά – Κίρκης και φθάνει ως τα σύνορα της Βουλγαρίας, δίπλα στην κοινότητα Κεχρού -Μεχερκόζ από το ένα μέρος και στον Μικρόν Δέρειον -Κουτσούκ – Δερβέν από το άλλο. Σίγουρα το βουνό αυτό θα ήτο σήμερα το αγαπημένο βουνό της Αρτέμιδος, αν ζούσε η μακαρίτις!

Πλήθυναν τα ζαρκάδια!

Δεν μπορώ όμως να εξηγήσω γιατί και από το Κελεμπέκ, ακόμη μεγαλύτερη προτίμηση έχουν τα ζαρκάδια στις βουνοσειρές που βρίσκονται κοντά στο Κιρκά και που το ψηλότερο βουνό ονομάζεται Σιβρή – Τεπέ. Εδώ τα ζαρκάδια είναι στριμωγμένα σε πολύ μικρή έκταση, ενώ από τ’ άλλο μέρος της σιδηροδρομικής γραμμής έχουν πολύ μεγαλύτερη απλωσιά. Στην ίδια κατηγορία με το Κελεμπέκ μπορεί να καταταχθούν και οι ορεινές περιφέρειες της Κομοτηνής, Ξάνθης και Δράμας, οι οποίες βρίσκονται κοντά στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα και τρέφουν κι αυτές αρκετά μεγάλον αριθμόν από τα αγρίμια αυτά. Για μια περιφέρεια μάλιστα της Ξάνθης, απάνω από τον Εχινό, στο βουνό Ντομπροβόρ, που έχει αρκετά ζαρκάδια, προτείνουν οι κυνηγοί της περιφερείας μέτρα κατά των ζώων, διότι επλήθυναν πολύ και ενδέχεται, όπως λέγουν, να τους προξενήσουν μεγάλες καταστροφές!

Ο παράδεισος του γουρουνιού

Ένα άλλο αγρίμι, σχεδόν άγνωστο στα 9/10 της περιφερείας της Παλαιάς Ελλάδος, από τα λεγόμενα κυνήγια, είναι το αγριογούρουνο. Ο μακαρίτης ο Γρανίτσας μιλάει για τα αγριογούρουνα της Ακαρνανίας και λέει, ότι αυτή είναι ο Ελληνικός παράδεισος του γουρουνιού. Ίσως εκείνη την εποχή που η Θράκη και ιδίως τα βουνά της Ροδόπης δεν ήσαν δικά μας, να είχε το δίκιο με το μέρος του. Μα τώρα μεταφέρθη ο Παράδεισος του αγριογουρουνιού στη Ροδόπη, για να μην ειπώ ότι η Ροδόπη με τα δάση της και με τα βαλάνια της έγινε σωστός Παράδεισος των αγριογουρουνιών. Τα άγρια γουρούνια στη Θράκη, χωρίς κυνηγετικές υπερβολές, είναι περισσότερα από τους λαγούς της Παλαιάς Ελλάδας.

Καίτοι είναι ορισμένοι οι κυνηγοί που πάνε για χονδρό κυνήγι, καίτοι το γουρούνι δεν χτυπιέται και τόσο εύκολα όσο ο λαγός, εν τούτοις, από μια περιφέρεια των δύο Νομών εδώ στη Θράκη εσκοτώθησαν τον περασμένο χειμώνα περισσότερα από 1600 αγριογούρουνα. Σκοτώνονται σε δύο Νομούς της Παλαιάς Ελλάδος 1600 λαγοί σε έναν χειμώνα; Σ’ αυτά εδώ τα μέρη το κυνήγι του γουρουνιού βρίσκεται στο βουνό όσο και στα δασωμένα μέρη του κάμπου. Έξω από την Ορεστιάδα, π.χ. στο Διδυμότειχο, στο Σουφλί, δίπλα στον Έβρο, μέσα στα βαλτώδη μέρη του Μπαλαμπακιόι της Κομοτηνής, της πεδινής περιφέρειας της Ξάνθης, του Κοτζιά Ορμάν, της Χρυσουπόλεως (Σαρή Σαμπάν), ορισμένες εποχές του έτους βρίσκει κανείς να κυνηγήσει πιο πολλά γουρούνια παρά στο βουνό.

Νοσταλγία για το αγριοκάτσικο

Ένα άλλο είδος από τα χονδρά κυνήγια, όπου απηγορεύθη κι αυτό από την κυβέρνηση γιατί εκινδύνευσε μαζί με τόσα άλλα να γραφτή στο Ελληνικό ψυχοχάρτι, είναι το αγριοκάτσικο. Οι Σαμοθρακίτες πολλές φορές μιλούν για τα αγριοκάτσικα του Φεγγαριού τους και νοσταλγούν μάλιστα την εποχή που ήσαν ελεύθερα, αδιάφορο αν πολύ λίγο, από τους αυτοαποκαλούμενους αυτούς Νεμρώδ, μπορούν να πιάσουν τουφέκι και ακόμη λιγότεροι να ανέβουν στο Φεγγάρι για να κυνηγήσουν αγριοκάτσικα. Όπως όμως με βεβαιώνουν οι ίδιοι, τρεις ή τέσσαρες είναι οι άνθρωποι, τσοπάνηδες κι αυτοί, που μπορούν να φθάσουν στις μαδάρες και στα λημέρια των αγριοκατσικιών επάνω στο Φεγγάρι κι εκείνοι με βγαλμένα παπούτσια και μεγάλη προσοχή.

Μνημόσυνο στην ταπεινή λαφίνα

Και για να τελειώνουμε με το χονδρό κυνήγι της πατρίδας μας, θα κάνουμε ένα μνημόσυνο στην ταπεινή λαφίνα, που για μένα η ζωή της θα μείνει πάντοτε ένας θρύλος, όσο κι αν επιμένουν οι δασικοί του Πραβίου να βεβαιώνουν ότι στο Σύμβολο όρος της περιφερείας των, που βρίσκεται επάνω από τις αρχαίες Ελευθερές και δίπλα στην Καβάλα, είδαν ολοφάνερα εδώ και λίγους μήνες τέσσερα ελάφια και έπειτα από λίγες ημέρες κι ένα μικρό ελαφάκι, πολύ πιθανόν να είναι γέννημα των μεγάλων.

Ο Κολχιδικός φασιανός ψυχορραγεί

lost_world_4Ιδού κι ένα κυνήγι πτερωτό ξεχασμένο από την Παλαιά Ελλάδα. Είναι το πολύχρωμο και χαριτωμένο πουλί του Ιάσωνος, το προνομιούχο αυτό πουλί στη νοστιμάδα, περισσότερο κι από την μπεκάτσα, που ο ίδιος ο Ιάσων έφερε από την όαση της Κολχίδας κατά την εκστρατεία των Αργοναυτών. Στη Θράκη, όπως και στη Μακεδονία, φαίνεται ότι ψυχορραγεί ο Φασιανός ο Κολχιδικός, με όλες τις απαγορεύσεις που του κάναμε για να το συγκρατήσουμε. Και δεν είναι δυνατόν να γίνει άλλως. Το πουλί αυτό, στον τόπο μας τουλάχιστον, ζει στους δασωμένους κάμπους που διακόπτονται εδώ και εκεί από καλλιεργημένα χωράφια και πολλά νερά. Όσο περνούν όμως τα χρόνια και η στενότης της γης γίνεται πιο αισθητή, επομένως ευρύνεται η γεωργική καλλιέργεια, τόσο στενεύουν και τα λημέρια του πουλιού αυτού.

Άλλοτε η περιφέρεια του Μπαλαμπάκιοϊ, Κομοτηνής, Ξάνθης και περιφέρεια του Κοτζά Ορμάν Ξάνθης Νέστου, οι δύο αυτές μοναδικές περιφέρειες που τρέφουν ακόμη την Ξάνθη φασιανούς, ήσαν όλως διόλου άγριες και αδιάβατες. Με την εγκατάσταση όμως των προσφύγων άρχισαν οι εκχερσώσεις και σύντομα θα’ ρθει η ημέρα που δεν θα μείνει κανένα δένδρο ή θάμνος στα σημερινά λημέρια του φασιανού. Σήμερα, ο φασιανός στις δύο αυτές μεγάλες περιοχές, Μπαλαμπάκιοϊ Κομοτηνής και Κοτζά Ορμάν Νέστου, που τα κηρύξαμε μόνιμα καταφύγια, αντιπροσωπεύεται αρκετά ικανοποιητικά. Αλλά ως πότε; Ακόμα και στα μικροδασύλλια γύρω από την Κομοτηνή στη Βέννα, στο Ιμαρέτ κ.λπ., οι λαθροθήραι ξετρυπώνουν πού και πού κανέναν φασιανό. Αλλά κι εδώ ως πότε;

Τι μελίσσι ήσαν οι πέρδικες!

Και τώρα κάτι για τις πέρδικες. Όσοι περασμένης σήμερα ηλικίας εγνώρισαν τι πέρδικες είχεν η Παλαιά Ελλάς και όσοι από αυτούς άκουσαν τις διηγήσεις των γονέων των, τι μελίσσι ήσαν οι πέρδικες, όταν αυτοί ήσαν νέοι, θα εννοήσουν τι σκληρή ειρωνεία είναι το όνομα Πέρδιξ η Ελληνική, πετροπέρδικα, αφού από την Παλαιά Ελλάδα κινδυνεύει να εξαφανισθεί. Στην Αττική και σε πολλούς τόπους της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος, ο πολύς κόσμος την πέρδικα την ελληνική τη γνωρίζει μόνον από τα βιβλία, είτε από τα κοσμιτικά επίθετα, σύνθετα με το όνομα της πέρδικος, με τα οποία η δημοτική ποίηση συνήθως εκθειάζει την περδικομάτα, περδικόστηθη γυναίκα… Εδώ στη Θράκη που ξέρω και στη Μακεδονία, όπως έχω ακούσει, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Υπάρχουν τόποι στη Θράκη όπου ασφαλώς οι πέρδικές είναι περισσότερες από τις σιταρήθρες της Αττικής.

Και σας φέρνω ένα παράδειγμα, το νησί της Σαμοθράκης. Αν και δύσκολα σε τέτοια πράγματα μπορεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα, εν τούτοις το φετινό καλοκαίρι σε μια περιοδεία μου με άλλους στη Σαμοθράκη υπελόγισα από τα κοπάδια που σηκώναμε κάθε λίγο και τόσο, μία πέρδικα σε τρία εώς τέσσερα στρέμματα τόπο. Δηλαδή σε 40.000 στρέμματα, τόσο που είναι η μεσημβρινοανατολική πλευρά του νησιού, που κρατάει τις περισσότερες πέρδικες, αν ειπούμε δέκα χιλιάδες πέρδικες είναι λίγες. Εκεί τις πέρδικες του βουνού, ο κυνηγός τις βρίσκει δίπλα στη θάλασσα. Τα ίδια έχω να ειπώ και για όλες τις περιφέρειες της Θράκης. Στο χωριό Κιρκά οι πέρδικές έρχονται ως τα ακρινά σπίτια, όλη δε η παραλία, από Μάκρης μέχρι Δεκελιτάς και πέρα είναι γεμάτη πέρδικες.

Το κορύφωμα της επιτυχίας

Όσο για την αδελφή της την καμπίσια, κι αυτή βρίσκεται στη Θράκη εν αφθονία, αλλού χωριστά με την πετροπέρδικα κι αλλού μαζί. Πάντως, προτιμάει τους κάμπους και τα χωματοβούνια. Σε μια εκδρομή μου με δυο άλλους κυνηγούς στα Δίκαια της Ορεστιάδος, δίπλα στο σιδηροδρομικό σταθμό, σε μια μικρή επίπεδο έκταση, εσηκώναμε το φετινό Οκτώβριο κάθε είκοσι μέτρα και ένα μικρό ή μεγάλο κοπάδι πέρδικες του κάμπου.

Κάποιος συνάδελφος που έβγαλε εδώ και μερικές μέρες το πρώτο επιστημονικό κυνηγετικό στον τόπο μας επάνω στην πράξη και στην επιστήμη βιβλίο, γράφει επί λέξει: Είς το κεφάλαιον του λαγού ” …είναι το περισσότερον διαδεδομένον θήραμα της πατρίδας μας…”. Εις το εντεύθεν του Ολύμπου τμήμα της χώρας μας -ο συγγραφεύς γράφει από την Αθήνα- ο φόνος του λαγού αποτελεί κορύφωμα κυνηγετικής επιτυχίας…”. Άκουσε, κύριε συνάδελφε, καλά έκαμες και έβαλες τις λέξεις “εντεύθεν του Ολύμπου” αλλιώτικα ήμουν υποχρεωμένος μαζί με τους πρωτόπειρους ερασιτέχνες κυνηγούς να διαμαρτυρηθώ και να σου πω ένα μυστικό που απέδειξε μια στατιστική εδώ στη Θράκη. Την περασμένη κυνηγετική περίοδο σκοτώθηκαν σε όλη τη Θράκη πάνω από 25.000 λαγοί, ενώ όλα τα κυνήγια της Θράκης, φαγώσιμα και μη, αγριογούρουνα, λύκοι, τσακάλια, αλεπούδες, πέρδικες, αγριόχηνες και μπεκάτσες, μόλις πλησίασαν τον αριθμό 26.670. Τέτοιο κορύφωμα επιτυχίας εδώ θεωρεί ο πρωτόβγαλτος κυνηγός -εννοώ με καλό σκυλί- όταν από τους 10 λαγούς που θα δει την ημέρα, σκοτώσει τους δύο.

Οι προβλέψεις επαληθεύθηκαν

Από ‘δω και κάτω θα αφήσει να μιλήσει για τη σημερινή θηρευτική κατάσταση της Θράκης, την οποία εγώ παρακολουθώ, και ειδικά την κατάσταση του Νομού Έβρου, που είχε την εποχή εκείνη τα περισσότερα κυνήγια, ένα πολύ σοφό και προ παντώς συνειδητό κυνηγό που χρόνια τώρα μέσω του καλού μας περιοδικού “των κυνηγετικών νέων” πασχίζει να πείσει τους νεκροθάπτας του ενδημικού θηράματος ότι το κυνήγι έχει ανώτερα ιδανικά και δεν είναι μόνο σφαγείον ζώων και πτηνών! Ο πραγματικός αυτός κυνηγός, που είναι συγχρόνως κι ένας από τους δοκιμωτέρους συνεργάτας των “Κυνηγετικών Νέων”, είναι ο Άγγελος Ποιμενίδης. Θα επανέλθω όμως κι εγώ σ’ ένα δεύτερο σημείωμα για να ειπώ και στους κυνηγούς των Νέων χωρών, ότι δεν είναι μακριά ο χρόνος κατά τον οποίον και οι Νέες χώρες θα καταντήσουν χειρότερα από την Αττική!”.
Και ο χρόνος αυτός ήρθε αξιότιμε κύριε Αναστάσιε Στεφάνου, δυστυχώς… Κι ο θρήνος των θηραμάτων ακόμη ακούγεται στις πλαγιές και στα δάση αυτού του τόπου…

Του Παναγιώτη Καμπούρογλου
Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top