Γιατί δεν βλέπουμε άσπρη μέρα; μια επιστημονική εξήγηση

Τις πταίει για την πληθυσμιακή κατάσταση των κυριότερων ενδημικών μας θηραμάτων;

Στις τελευταίες δεκαετίες οι βιότοποι παρουσιάζουν σοβαρή συρρίκνωση, λόγω διαφόρων ανθρωπογενών επιδράσεων στα φυσικά οικοσυστήματα. Το φάσμα των αιτιών που ευθύνονται για τα παραπάνω φαινόμενα είναι ευρύ, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά η συμμετοχή και το μέγεθος της έντασής τους στη μείωση των πληθυσμών. Ας εξετάσουμε όμως μία-μία τις παρακάτω περιπτώσεις που αφορούν τα ενδημικά μας θηράματα.

Λαγός
Ο λαγός εξαιτίας του υψηλού ρυθμού της αναπαραγωγής του, που επιτυγχάνεται λόγω της μικρής διάρκειας της κυοφορίας, του μεγάλου αριθμού των γεννήσεων κάθε χρονιάς και της γρήγορης σεξουαλικής ωρίμανσης των νεαρών, καθώς και χάρη σε δύο ακόμα μεγάλα του «όπλα»: την κρυπτιδική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της ημέρας και τη μεγάλη του ταχύτητα (μπορεί να καλύψει μικρές αποστάσεις με 80 Κm/h), καταφέρνει να επιβιώνει, παρά τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό των θηρευτών του. Μάλιστα, κατά περιοχές, ο πληθυσμός του αγγίζει τη μέγιστη ζωοχωριτικότητα του βιοτόπου.
Όμως αδυνατεί να αντιμετωπίσει έναν μοντέρνο εχθρό: τον ασυνείδητο λαθροθήρα που με τον προβολέα των χιλιάδων κεριών οργώνει τους δασικούς δρόμους τη νύχτα και αφαιρεί άνανδρα τη ζωή κάθε ανυποψίαστου λαγού, που βγαίνει στο δρόμο να εκπληρώσει τις βιοτικές του ανάγκες. Οι συστηματικοί ή περιστασιακοί λαθροθήρες δρουν χωρίς να υπολογίζουν αν είναι ή όχι αναπαραγωγική περίοδος, πάνω από κάθε νόμο και σε όλη την έκταση της ελληνικής υπαίθρου. Κατά γενική ομολογία, τα τελευταία τέσσερα χρόνια παρατηρείται σταθερή αύξηση του λαγού στην ελληνική ύπαιθρο, γεγονός καθόλου τυχαίο μια που τα αποτελέσματα της Θηροφυλακής είναι πλέον εμφανή. Επιτέλους μπήκε φρένο και πλέον οι λαθροθήρες δεν δρουν ανεξέλεγκτοι και μπορούμε εμείς να συναντούμε αρκετούς λαγούς εκεί που τους απαντούσαν και οι πατεράδες μας.

Πετροπέρδικα
kf-petroperdika.jpgΥπάρχουν περίπου πεντακόσια καταφύγια θηραμάτων στην Ελλάδα διασπαρμένα σε ολόκληρη την επικράτεια, όπου το κυνήγι απαγορεύεται σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία. Στα περισσότερα καταφύγια, οι πληθυσμοί της πέρδικας είναι μικρότεροι από εκείνους στους οποίους ασκείται ελεύθερο κυνήγι. Πρέπει να αναπροσαρμοστεί ο θεσμός και να τεθεί σε λειτουργία ένα πιο ευέλικτο σχήμα.
Στη χώρα μας λειτουργούν δέκα ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές. Στις Ε.Κ.Π. επιτρέπεται το κυνήγι σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Οι περισσότερες από αυτές εμπλουτίζονται κάθε χρόνο με πέρδικες  τσούκαρ, οι οποίες παράγονται στα κρατικά εκτροφεία. Η εισαγωγή της πέρδικας τσούκαρ (Alectoris chucar) σε περιοχές που ενδημεί η ορεινή πέρδικα (Alectoris graeca), πέρα από τον ανταγωνισμό, εγκυμονεί τον κίνδυνο πιθανής γενετικής μόλυνσης με τη διασταύρωσή τους.
Αποσπασματικά και μεμονωμένα εφαρμόζεται στα καταφύγια και στις Ε.Κ.Π. σπορά εγκαταλειμμένων αγρών για να ευνοηθεί η πέρδικα και άλλα θηραματικά είδη. Το μέτρο αυτό είναι καλό, όμως μόνο του δεν έχει μεγάλη δύναμη. Επιβάλλεται να γίνεται συνολική και συνδυασμένη βελτίωση του βιοτόπου της πέρδικας, ένα μέρος αυτής είναι και οι σπορές.
Στο παρελθόν εφαρμοζόταν καταπολέμηση των αρπακτικών με επικήρυξη αυτών έναντι αμοιβής, καθώς και με δολώματα. Σήμερα ο έλεγχος των αρπακτικών με δηλητήρια (όπως υδροκυάνιο και στρυχνίνη απαγορεύετε από τη νομοθεσία. Είναι γεγονός ότι τα κουνάβια, οι νυφίτσες και οι αλεπούδες επιδρούν δραματικά στους πληθυσμούς της πέρδικας (πτυχιακή διατριβή, Αλεξίου, Μάνιου, Χατζηνίκου, Θεσσαλονίκη 1996), καταστρέφοντας κυρίως τις φωλιές και σε μικρότερο βαθμό τρώγοντας ανήλικα και ενήλικα άτομα. Μελετώντας τις κατά τόπους συνθήκες, αν αποδειχτεί η αναγκαιότητα επέμβασης, θα πρέπει να εφαρμόσουμε πρόγραμμα ελέγχου του πληθυσμού των αρπακτικών, εφόσον επιτραπεί από τη νομοθεσία.
Συστηματικές απελευθερώσεις νησιωτικής πέρδικας, προερχόμενης από κρατικά και ιδιωτικά εκτροφεία σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Ισχύουν και εδώ αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω για τον υβριδισμό.
Επέκταση και πύκνωση του ορεινού οδικού δικτύου την τελευταία εικοσαετία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εύκολη προσέγγιση και των πιο απομακρυσμένων βιοτόπων της πέρδικας.
Αποτελεί παράδοση στη χώρα μας το γεγονός ότι η πέρδικα συγκινεί όσο ελάχιστα θηράματα τον Έλληνα κυνηγό. Αυτή η προτίμηση στο είδος συνέτεινε κατά ένα μέρος στη μείωση του πληθυσμού της, ως αποτέλεσμα υπερκάρπωσης.

Αγριογούρουνο
kf-agrioxoiros.jpgΗ μεταβολή των πληθυσμών του σε σχέση με τη διαδοχή των φυτοκοινωνιών. Ο πολύπλοκος οριζόντιος διαμελισμός, η ορεογραφική διαμόρφωση και η ακτογραφία επηρέασαν αποφασιστικά την ελληνική ιστορία. Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες απέδειξαν ότι από την προκεραμική περίοδο, η μικρή σε έκταση καλλιέργεια της γης και η κτηνοτροφία αποτελούσαν τη βάση της διατροφής του πληθυσμού σχεδόν σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Επίσης πρόσφατες έρευνες ιστορικής εξέλιξης της βλάστησης αποκάλυψαν ότι από την αρχή της πρώτης π.χ. χιλιετηρίδας, ισχυρές ανθρωπογενείς επιδράσεις (εκχερσώσεις, πυρκαγιές, ληστρικές υλοτομίες, υπερβόσκηση κ.λπ.) έχουν λάβει χώρα στον ελλαδικό χώρο.
Επομένως μπορεί κανείς να υποστηρίζει ότι η αρχή της αλλοίωσης της εικόνας της ελληνικής βλάστησης ξεκινά από την προϊστορική περίοδο και παρουσιάζει την πλήρη έμφασή της από την αρχή της πρώτης π.χ. χιλιετηρίδας και μετέπειτα. Οι αλλοιώσεις αυτές έχουν επιφέρει τόση μεταβολή στη βλάστησή μας ώστε σήμερα μια αναπαράστασή της να είναι προβληματική αν όχι αδύνατη. Για τρεις χιλιάδες χρόνια οι βιότοποι του αγριογούρουνου καταστρέφονται από την επίδραση ανθρωπογενών επεμβάσεων, με αποτέλεσμα την προοδευτική μείωση των πληθυσμών του.
Όμως ευτυχώς για το αγριογούρουνο, οι φυτοκοινωνίες δεν παρουσιάζουν κάτι το στατικό, αλλά αντίθετα βρίσκονται κάτω από μια σταθερή εξέλιξη. Η διάρκεια της διαδοχής των δασικών οικοσυστημάτων μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Είναι συχνές οι γρήγορες διαδοχές που διαρκούν μερικά έτη έως και μερικές δεκαετίες, αλλά επίσης συχνές είναι και οι διαδοχές που γίνονται με αργό ρυθμό και διαρκούν πολλές δεκαετίες, καθώς και εκείνες που διαρκούν ολόκληρους αιώνες.
Ένα κλασικό παράδειγμα γρήγορης διαδοχής έχουμε στη Ροδόπη όπου τα αρχικά υποβαθμισμένα οικοσυστήματα των λιβαδιών διαδέχεται η δασική Πεύκη η οποία με τη σειρά της αντικαθίσταται από την ερυθρελάτη. Το τελικό όμως οικοσύστημα της οξυάς-ελάτης-ερυθρελάτης χρειάζεται πολλές δεκαετίες για να αποκατασταθεί. Η Ροδόπη είναι από τους καλύτερους βιότοπους του αγριογούρουνου στην Ελλάδα.
Παράλληλα με την εξέλιξη ή διαδοχή των οικοσυστημάτων, γίνεται και μια διαδοχή στις οικολογικές φωλιές. Οι διαδοχές αυτές δημιουργούνται με την αντικατάσταση, με το πέρασμα του χρόνου, του πληθυσμού ορισμένων οργανισμών με τους πληθυσμούς άλλων, με συνέπεια τη μεταβολή των οικολογικών φωλιών. Αυτό συμβαίνει στα πουλιά και τα θηλαστικά. Η διαδοχή των αραιών θαμνολίβαδων σε πιο πυκνές και σταθερές φυτοκοινωνίες αυξάνει και ενοποιεί τους βιοτόπους του αγριογούρουνου στην ελληνική ύπαιθρο.
Η συνολική έκταση των θαμνολίβαδων στην Ελλάδα εκτιμάται ότι είναι 7,75 εκατομμύρια στρέμματα που είναι μεγάλο ποσοστό της συνολικής έκτασης (Παπαναστάσης, Νοϊτσάκης 1992). Αντιλαμβανόμαστε την ευνοϊκή επίδραση που θα έχει στους πληθυσμούς του αγριογούρουνου αν ένα μεγάλο μέρος από αυτές τις εκτάσεις σταδιακά και με την πάροδο του χρόνου μετατραπούν σε δάση πλατύφυλλων ή σε μεικτά δάση.
Τις τελευταίες δεκαετίες και ιδιαίτερα μετά το 1950, ο ορεινός και ημιορεινός πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε και εξακολουθεί να μειώνεται σημαντικά για κοινωνικοοικονομικούς λόγους. Με τη μείωση αυτή περιορίζεται συνεχώς και ο αριθμός των κτηνοτροφικών ζώων. Πέρα από τη μείωση του αριθμού των κτηνοτροφικών ζώων κάποιες άλλες ανθρωπογενείς επιδράσεις άρχισαν να το ευνοούν: έτσι λοιπόν η ανάγκη αύξησης του γεωργικού κλήρου για εξασφάλιση γεωργικού εισοδήματος από τους αγρότες της χώρας μας έχει οδηγήσει στη μετατροπή πολλών ημιορεινών και ορεινών λιβαδικών εκτάσεων σε γεωργικές. Η μετατροπή αυτή άρχισε με την εισαγωγή των μηχανικών μέσων στη γεωργία και συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να βρίσκει το αγριογούρουνο εκλεκτή τροφή κυρίως κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου. Δείχνει μεγάλη προτίμηση στις καλλιέργειες των δημητριακών(ιδιαίτερα του καλαμποκιού), καθώς της πατάτας και του παντζαριού. Πράγμα που αποδεικνύεται από τις εκτεταμένες καταστροφές που προκαλεί σε αυτές τις καλλιέργειες.
Σήμερα το αγριογούρουνο μπορεί να ευνοείται από την ελάττωση της παραδοσιακής νομαδικής κτηνοτροφίας, από την πάταξη της ανεξέλεγκτης κλαδονομής και λαθροϋλοτομίας που ασκούσαν οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου, όμως συνεχίζουν να απειλούν το βιότοπό του σε μεγάλο βαθμό με καταστροφή και διάσπαση οι πυρκαγιές, οι εκτεταμένες εκχερσώσεις για οικοπεδοποίηση, η διάνοιξη δασικών δρόμων και σύγχρονων οδικών κόμβων.

Ζαρκάδι
kf-ZARKADI.jpgΤο ζαρκάδι αποτελεί το όνειρο και ταυτόχρονα το μεγαλύτερο “εχθρό” των κυνηγών τριχωτού θηράματος στη χώρα μας. Όνειρο όλων είναι να επιτραπεί το κυνήγι του ώστε να απολαύσουν δικαίως τον “απαγορευμένο καρπό” όπως άλλωστε συμβαίνει και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι λόγω της κατά τόπους υπερβολικής αύξησης του πληθυσμού των ζαρκαδιών τα τελευταία χρόνια, κινδυνεύουν οι λαγοκυνηγοί και οι γουρουνοκυνηγοί σε κάθε κυνηγετική εξόρμηση να χάσουν τα σκυλιά τους, τα οποία κυνηγούν τα ζαρκάδια με πολύ πάθος και για μεγάλες αποστάσεις λόγω της έντονης οσμής που αφήνουν.
Η αύξηση αυτή του πληθυσμού των ζαρκαδιών στον ελλαδικό χώρο είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο και οφείλεται κυρίως στην εγκατάλειψη κατά τις τελευταίες δεκαετίες της υπαίθρου και στον περιορισμό του αριθμού των κτηνοτροφικών ζώων.
Αποτέλεσμα του περιορισμού των κτηνοτροφικών ζώων και ιδιαίτερα των γιδιών είναι να υποβόσκονται τα θαμνολίβαδα. Τότε σε όσα από αυτά επικρατούν ευνοϊκές κλιματεδαφικές συνθήκες, τα θαμνολίβαδα με αργούς ή γρήγορους ρυθμούς ανάγονται σε φυτοκοινωνίες που τώρα πλέον προσφέρουν τροφή, κάλυψη και περιοχές για αναπαραγωγή στο ζαρκάδι. Εφόσον αυξάνεται με το χρόνο η έκταση και η ποιότητα των βιοτόπων του ζαρκαδιού είναι φυσικό να αυξάνεται προοδευτικά και ο αριθμός τους, ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με τους πληθυσμούς του αγριογούρουνου.
Εξάλλου, η θήρα του ζαρκαδιού επιτρέπεται στις Ελεγχόμενες Κυνηγετικές Περιοχές χωρίς μάλιστα να λαμβάνεται κανένα διαχειριστικό μέτρο για την αύξηση του πληθυσμού του -πέρα από τον καθορισμό του μέγιστου ορίου κάρπωσης- διερωτόμαστε γιατί να μην επιτρέπεται το κυνήγι του και στην υπόλοιπη Ελλάδα, λαμβάνοντας η πολιτεία ανάλογα μέτρα, τα οποία θα διασφαλίζουν την πληθυσμιακή σταθερότητα του είδους.

 

Επιμέλεια: Χατζηνίκος Ευάγγελος, MSc Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top