becaccia_hunter_1

Μπεκατσάς

Μια ξεχωριστή ειδικότητα

Το κυνήγι της μπεκάτσας, όπως και τα άλλα κυνήγια, είναι μια ειδικότητα ξεχωριστή. Αυτό το είδος κυνηγίου απαιτεί όλες τις ικανότητες και τα ταλέντα ενός κυνηγού.
Είναι και παραμένει σχολείο ανάπτυξης δεξιοτήτων σπουδαίων κυνηγών.
Η βελουδομάτα συνήθως φέρνει στο νου δύο χαρακτηρισμούς: «απρόβλεπτη» και «πολυπόθητη». Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η μπεκάτσα δεν συγχωρεί λάθη σε επίπεδο επιλογών. Μάθετε τα μυστικά της και απολαύστε το κυνήγι της.

Μάτι λίγκα και αφτί λύκου

Η μπεκάτσα απαιτεί αυτοσυγκέντρωση και φυσικά το μάτι του λίγκα για να τη διακρίνουμε στο έδαφος. Μπορείς να περάσεις δίπλα της και να μην την αντιληφθείς. Ο κυνηγός επιβάλλεται να έχει τρομερή οξύτητα των αισθήσεών του και ιδιαίτερη αυτοσυγκέντρωση.
Όταν η βλάστηση είναι ψηλή και η μπεκάτσα σηκωθεί ανάμεσα στα κλαδιά, πρέπει να είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένος και να τηρεί με ακρίβεια τους κανόνες ασφαλείας κυνηγίου.
Η συγκέντρωση στον κυνηγό της μπεκάτσας πρέπει να συμβαδίζει με την εξυπνάδα. Τα πουλιά οδηγούνται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Αυτό, βέβαια, είναι αρκετό για να ξεφεύγουν από τους κινδύνους και να αναπτύξουν υπερβολική ευαισθησία σε αυτούς.
Η γνώση των συνηθειών, όμως, των πουλιών, σε συνάρτηση με την ευστροφία του κυνηγού είναι η βάση για ένα ασφαλές κυνήγι που θα οδηγήσει σε κάρπωση θηραμάτων.

Η μπεκάτσα βαδίζει πολύ, ψάχνει την τροφή της στο έδαφος και σπάνια στα δέντρα. Άρα χρειάζεται αδιάκοπο περπάτημα, καθώς και παρακολούθηση του σκύλου από σχετικά μακριά. Εν αντιθέσει προς τα ορτύκια, για παράδειγμα, η μπεκάτσα σηκώνεται πολύ γρήγορα. Παρατηρήστε τη φύση. Όπου υπάρχουν μικρόπουλα, υπάρχουν και μπεκάτσες, διότι τρέφονται με την ίδια τροφή. Το κοκκινωπό και μαλακό έδαφος ενδείκνυται για την μπεκάτσα.

Η καλή φυσική κατάσταση

Ο κυνηγός της μπεκάτσας, νέος ή παλιός, μέσα του ξέρει πως η καλή φυσική κατάσταση για το είδος αυτό του κυνηγίου είναι απαραίτητη. Γιατί, εδώ που τα λέμε, έχετε σκεφτεί ποτέ ότι όσο λιγότερα πουλιά υπάρχουν σε μια περιοχή, τόσο περισσότερο περπάτημα χρειάζεται, και τα πουλιά δυστυχώς έχουν δραματικά λιγοστέψει. Έτσι, το βάδην είναι παρηγοριά στον άρρωστο, παρ’ όλα αυτά, η άσκηση ποτέ δεν έβλαψε.
Η καλή φυσική κατάσταση του κυνηγού, κατά κύριο λόγο, τον προφυλάσσει από ατυχήματα και δυστυχήματα, είτε με το όπλο είτε από παγίδες που μπορεί να κρύβει η κυνηγετική περιοχή. Είναι γεγονός πως τα αντανακλαστικά λειτουργούν καλύτερα και, σε περίπτωση που κάτι συμβεί, ο κυνηγός έχει τη φυσική αντοχή να εφαρμόσει στοιχειωδώς τους βασικούς κανόνες επιβίωσης.

Έτσι, πρέπει σίγουρα να ανταλλάξουμε την άνετη πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση με καθημερινή άσκηση συντήρησης. Αυτό μεταφράζεται τόσο σε ένα καλό τζόγκινγκ καθημερινά, όσο και σε ασκήσεις σύσφιγξης στο έδαφος.
Στην ύπαιθρο είμαστε απροστάτευτοι αν κάτι συμβεί, όσο κι αν θεωρούμε πως το κινητό μάς χαρίζει τη σιγουριά που δεν είχαμε κάποτε.
Επανερχόμενοι στα πεδία της μπεκάτσας, πρέπει να προσθέσω πως οι αντίξοες καιρικές συνθήκες, όπως το χιόνι, οι ανεμοθύελλες κ.λπ. επιβαρύνουν τον αγώνα που αντιμετωπίζει ο κυνηγός, χωρίς να σκεφθούμε το ψυχολογικό κόστος, όταν δεν παρουσιάζεται πολύ πετούμενο μπροστά μας για χιλιόμετρα.

Πού αναπαράγεται

H μπεκάτσα αναπαράγεται τόσο στην Ασία όσο και στην Ευρώπη. Στην Ασία αναπαράγεται στη Σιβηρία, στα Ιμαλάια, στα όρη Τίαν Σαν, στη βόρεια Μογγολία, στη Μαντζουρία και στην Ιαπωνία. Στην Ευρώπη αναπαράγεται στα νότια όρια των δασών της Ρωσίας, στη Φινλανδία και στη Νορβηγία, στα νότια του Καυκάσου, στην Κριμαία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στη βόρεια Ιταλία και στα Πυρηναία.

Πότε γεννά

becaccia_hunter_2Αρχίζει να γεννά τα αβγά της τον Μάρτιο, με αποκορύφωμα τα μέσα Μαρτίου ως τα μέσα του Απριλίου. Οι πιο όψιμες φωλιές έχουν βρεθεί ως τα μέσα Ιουλίου. Επιπλέον γεννά τα αβγά της στο έδαφος. Οι νεαρές μπεκάτσες γίνονται ανεξάρτητες στην ηλικία των πέντε-έξι εβδομάδων. Τα νεαρά θηλυκά είναι έτοιμα για αναπαραγωγή στην ηλικία του ενός έτους, ενώ τα περισσότερα αρσενικά όταν κλείσουν το δεύτερο έτος. Το ποσοστό επιτυχίας της αναπαραγωγής ανέρχεται σε 63,8% με τρία έως πέντε μικρά για κάθε επιτυχή φωλιά.

Ημερήσιες μετακινήσεις

Το χειμώνα, κατά τη διάρκεια της ημέρας, τα πουλιά ξεκουράζονται σε τακτικές θέσεις με πυκνή κάλυψη. Στη συνέχεια, 16-53 λεπτά μετά το ηλιοβασίλεμα πετούν προς τις θέσεις τροφοληψίας και επιστρέφουν ξανά στις θέσεις τους 23-57 λεπτά πριν το ηλιοβασίλεμα. Οι παραπάνω χρόνοι μεταβάλλονται ανάλογα με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες. Σε περίπτωση νεφοκάλυψης εγκαταλείπουν τις θέσεις τους νωρίτερα και επιστρέφουν αργότερα. Τα δρομολόγια αυτά ακολουθούνται καθημερινά, εκτός από μέρες υψηλού παγετού. Τη συνήθεια αυτή της μπεκάτσας εκμεταλλεύονται, καταπατώντας το νόμο, οι λαθροθήρες, που δεν έχουν την ικανότητα και το θάρρος να κυνηγήσουν τη βελουδομάτα στο δάσος. Τα νεαρά κινούνται σε μικρότερες αποστάσεις απ’ ό,τι τα ενήλικα. Σε περιόδους χιονοκάλυψης, οι αποστάσεις που διανύουν είναι μικρότερες.      

ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΓΓΙΑ

Αναμφισβήτητα το όπλο εκείνο που ταιριάζει σε γρήγορες «μπουκαριστές» τουφεκιές είναι το πλαγιόκαννο δίκαννο. Οι ράχες των δύο καννών δημιουργούν έναν «διάδρομο» που καθοδηγεί το μάτι μας πολύ ταχύτερα από οποιαδήποτε ρίγα σε ένα αλληλεπίθετο δίκαννο ή σε ένα αυτογεμές. Κι εδώ αρχίζουν οι αντιφάσεις που δημιουργεί η ίδια η βλητική στην επιλογή του όπλου. Το πλαγιόκαννο δίκαννο για να εγγυηθεί εύρυθμη λειτουργία πρέπει κατά κανόνα να είναι δισκάνδαλο. Η ρηχή (χαμηλού προφίλ) μπάσκουλα που έχει δεν διαθέτει το κατάλληλο ύψος και βάθος προκειμένου να υποδεχθεί ένα λειτουργικό και αξιόπιστο αντίβαρο σκανδάλης που θα μπορούσε να δώσει ένα αξιόπιστο μονοσκάνδαλο σύστημα λειτουργίας. Το αποτέλεσμα είναι να θυσιάζεται χρόνος ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη βολή, ιδιαίτερα από τους κυνηγούς εκείνους που έχουν συνηθίσει να κυνηγούν με αυτογεμές και περνούν μόνο για το κυνήγι της μπεκάτσας σε ένα δισκάνδαλο πλαγιόκαννο δίκαννο. Μια άλλη αντίφαση είναι ότι το πολύωρο περπάτημα που απαιτεί το μπεκατσοκυνήγι μάς κάνει να προτιμάμε συχνά ένα όπλο όσο ελαφρύτερο γίνεται. Όμως ένα ελαφρύ πλαγιόκαννο είναι συνήθως αρκετά δύσκολο –τουλάχιστον αν ανήκει στη φτηνή κατηγορία–, να διαθέτει τέλειο ζύγισμα και να μην παρουσιάζει εμπροσθόβαρες τάσεις. Βέβαια, αν είναι πραγματικά βραχύκαννο, το ελάττωμα αυτό παρουσιάζεται σπανιότερα.

Είναι θέμα προσαρμογής

becaccia_hunter_3Συνοψίζοντας για τα όπλα που είναι κατάλληλα για το μπεκατσοκυνήγι, ένα κοντόκαννο ανοιχτό (με ελάχιστο τσοκάρισμα, κατά προτίμηση κύλινδρος, και ντεμί τσοκ ή κύλινδρος και βελτιωμένος κύλινδρος) βραχύκαννο πλαγιόκαννο, είναι ιδανικό για το μπεκατσοκυνήγι, αν μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για την καθιέρωση του πλαγιόκαννου σε κάθε είδους κυνηγίου. Αν όχι, είναι αμφίβολη η προσφορά του στα χέρια ενός κυνηγού που έχει εξοικειωθεί και κυνηγά όλα τα υπόλοιπα θηράματα με κάποιο αλληλεπίθετο ή κάποιο αυτογεμές. Δεν πρέπει ποτέ να υποτιμούμε τις διαφορές και τη δυσκολία προσαρμογής ανάμεσα στα αυτογεμή και τα αλληλεπίθετα από τη μία και στο πλαγιόκαννο δίκαννο από την άλλη. Τόσο η διαμόρφωση της ράχης τους σε επίπεδο οπτικής αντίληψης, όσο και η διαφορά ανάμεσα σε ένα μονοσκάνδαλο και ένα δισκάνδαλο όπλο, δυσκολεύουν την προσαρμογή σε μεγάλο βαθμό.

Τα ιδανικά φυσίγγια

Όσο για τα φυσίγγια, πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι στην μπεκάτσα χρειάζεται ένα ταχύτατο φυσίγγι. Στην πραγματικότητα αυτό που χρειάζεται είναι ένα φυσίγγι που να διορθώνει σκοπευτικά σφάλματα τα οποία είναι συχνά στις κοντινές αποστάσεις. Ένα φυσίγγι διασποράς με ελικοειδή διασπορέα εγγυάται μεγάλη διασπορά σε κοντινές αποστάσεις, μειώνοντας, βέβαια, το δραστικό βεληνεκές. Απαιτείται όμως μεγάλη προσοχή, όπως σε κάθε φυσίγγι διασποράς, για την ασφάλεια του σκύλου, ιδιαίτερα αν αυτός είναι πολύ ορμητικός και «ρίχνεται στο κατόπι» του θηράματος αμέσως μετά το ξεπέταγμά του. Τα φυσίγγια με μάλλινη τάπα στα ανοιχτά όπλα προσφέρουν κάπως μεγαλύτερη διασπορά από εκείνα με το συγκεντρωτήρα, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και όταν χρησιμοποιούνται σε τσοκαρισμένα όπλα. Επιπλέον η διασπορά τους είναι πολύ μικρότερη απ’ ό,τι στα φυσίγγια με ελικοειδή διασπορέα.

Πολλοί συνηθίζουν να χρησιμοποιούν φυσίγγια μεγάλου ως πολύ μεγάλου βάρους γόμωσης και με χοντρά σκάγια, προκειμένου να μπορούν να διαπεράσουν τα κλαδιά. Στην πράξη αυτό αποδεικνύεται ανέφικτο τουλάχιστον ως προς το τελικό αποτέλεσμα (την καταβολή του θηράματος πίσω από πυκνά κλαδιά). Είναι προτιμότερη μια βαριά γόμωση που θα μας δώσει αρκετά μεγάλο αριθμό σκαγιών, όχι όμως μεγαλύτερη των 35 ή το πολύ 36 γραμμαρίων και με σκάγια τα οποία να έχουν ικανή διάμετρο προκειμένου να αντιμετωπίσουν ένα θήραμα που θα σηκωθεί κάπως μακρύτερα από το αναμενόμενο. Ιδανικά είναι σίγουρα τα σκάγια Νο 9 και Νο 8.

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top