Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
Στη Boss δούλεψε για 1,5 χρόνο και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα όπου υπηρέτησε στην Αεροπορία, ως μετεωρολόγος. Το πάθος του για τις αντίκες τον έκανε να ασχοληθεί για ένα περίπου χρόνο, αρχικά στο μαγαζί που διατηρούσε η σύζυγός του, με αντίκες. Στο μεταξύ, με τα χρήματα που είχε κερδίσει δουλεύοντας στη Boss, είχε αγοράσει και μεταφέρει στην Ελλάδα τις πρώτες εργαλειομηχανές (τόρνους, φρέζες, κ.λπ) και τα είχε αποθηκεύσει, αφού απώτερος σκοπός του ήταν κάποια στιγμή να ασχοληθεί με οπλοεπισκευές και οπλοκατασκευές. Λίγα χρόνια αργότερα και αφού υλοποιήθηκε το όνειρό του για ένα σύγχρονο οπλουργείο στην Ελλάδα, απέκτησε και τη μοναδική στη χώρα μας μηχανή DELAPENA για το χόνινγκ (ρεκτιφιέ) των καννών λειόκαννων όπλων.
Στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, μαζί με έναν αδελφικό του φίλο, εκπόνησε μια πλήρη μελέτη για την κατασκευή ενός εργοστασίου παραγωγής αυτογεμών όπλων, το οποίο σκόπευε να δημιουργήσει σε συνεργασία με την αμερικανική εταιρία όπλων WEATHERBY. Με ειδική άδεια από τον ελληνικό στρατό πήγε για τρεις μέρες στη Βιένη, όπου γνωρίστηκε με τον ίδιο τον ιδιοκτήτη της εταιρίας ROY WEATHERBY. Οι αναπτυξιακοί νόμοι του ’81 επέτρεπαν τη δημιουργία ενός τέτοιου εργοστασίου με μια σχετικά περιορισμένη επένδυση για την εποχή εκείνη (200.000.000 δραχμές περίπου), αλλά την τελευταία στιγμή ο Ντίνος Παπατσαρούχας φοβήθηκε ότι η συμμετοχή μαζικών φορέων, που προϋπέθετε ο αναπτυξιακός νόμος, δεν εγγυάτο τη διαιώνιση του ελέγχου μιας τέτοιας προσπάθειας από ανθρώπους που θα αγαπούν πραγματικά το κυνηγετικό όπλο και έτσι προτίμησε να ασχοληθεί με μια πολύ μικρότερης εμβέλειας επένδυση, αλλά πολύ πιο άμεσα ελεγχόμενη από τον ίδιο.
Κορυφαίοι κατασκευαστές υποκλίνονται!
Δημιούργησε, λοιπόν, το γνωστό σε όλους οπλουργείο που λειτουργεί μέχρι σήμερα στους Αμπελοκήπους, στην οδό Λακεδαίμονος. Εκεί, το 1985 ο Ντίνος Παπατσαρούχας κατασκευάζει τα πρώτα ελληνικής κατασκευής κυνηγετικά όπλα με ολόκληρες φωτιές, εισάγοντάς τα ημικατεργασμένα από την Ισπανία και τελειώνοντάς τα εδώ σε όλα τα κρίσιμα στάδια κατασκευής τους. Μέχρι σήμερα έχει κατασκευάσει συνολικά 38 τέτοια δίκαννα πλαγιόκαννα με ολόκληρες φωτιές, τα 6 από τα οποία είναι σε διαμέτρημα 20 και τα υπόλοιπα 12άρια. Έχει, επίσης, κατασκευάσει 3 αλληλεπίθετα δίκαννα (super poze) και δύο πλαγιόκαννα με μισές φωτιές (box lock), ένα σε διαμέτρημα 12 και ένα σε διαμέτρημα 20. Χαρακτηριστική για την ποιότητα των οπλοκατασκευών του είναι η μαρτυρία του Παναγιώτη Γερολυμάτου, ιδιοκτήτη του Κέντρου Ελληνικής Παράδοσης, που πριν από αρκετά χρόνια τον άκουσα να περιγράφει την έκπληξη των ανθρώπων της εταιρίας Holland & Holland, όταν πριν από κάποιο κυνήγι του στην Αγγλία άφησε στο εργοστάσιό τους για φύλαξη ένα 20άρι πλαγιόκαννο με ολόκληρες φωτιές, που του είχε κατασκευάσει ο Ντίνος Παπατσαρούχας. Τα εγκωμιαστικά σχόλια για την ποιότητα αυτής της κατασκευής δεν προήλθαν μόνο από τεχνίτες μιας κορυφαίας εταιρίας οπλοκατασκευών, αλλά και από μία χώρα που οι οπλοκατασκευαστές της πολύ δύσκολα παραδέχονται “εισαγόμενα επιτεύγματα”.
Κοντόφθαλμη πολιτική
Σήμερα, η κοντόφθαλμη αντιμετώπιση του κυνηγετικού όπλου από τους ιθύνοντες έχει μετατρέψει την άδεια εργασίας του Ντίνου Παπατσαρούχα, από άδεια “επισκευών και συναρμολόγησης όπλων” σε απλή άδεια “επισκευών”, αφού άδειες συναρμολόγησης δεν εγκρίνονται πλέον στη χώρα μας, με αποτέλεσμα τα περίφημα χειροποίητα όπλα του Ντίνου Παπατσαρούχα να μην επιτρέπεται πια να κατασκευαστούν. Το “μεγαλείο” μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί κανείς να το συλλάβει καλύτερα, αν παρακολουθήσει την εκπλητική πορεία που ακολουθούν οι εξαγωγές τουρκικών όπλων σε όλη την Ευρώπη, παρά την πολύ μέτρια ποιότητα των οπλοκατασκευών αυτών, όπως επίσης και τα κίνητρα που δίνονται στους επιχειρηματίες οπλοκατασκευαστές στη γείτονα “φίλη χώρα”. Τα μεγέθη είναι τέτοια που, για έναν κοινό νου, νομίζω ότι η σύγκρισή τους οδηγεί σε ακραία συχνά συμπεράσματα, όπως για παράδειγμα στη μειοψηφική άποψή μου ότι το θέμα της άδειας κατασκευής όπλων στη χώρα μας δεν θα έπρεπε να αφορά μόνο το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης αλλά και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, όπως και το Υπουργείο Εξωτερικών (ο νοών νοείτω… ).
Ανεκτίμητη συμβολή
Σε όλα αυτά τα χρόνια που λειτούργησε το οπλουργείο “Ήφαιστος” του Ντίνου Παπατσαρούχα, χιλιάδες κυνηγοί και οπλόφιλοι βρήκαν καταφύγιο για επισκευές, βελτιώσεις ή ανακατασκευές παλιών και σύγχρονων κυνηγετικών όπλων. Η συμβολή του στην ανάπτυξη της οπλοφιλίας, σε μία από τις υγιέστερες εκδοχές της, υπήρξε ανεκτίμητη. Ο συχνά απότομος τρόπος που αντιμετώπιζε πολύ μέτριας ποιότητας, αλλά πανάκριβα κατασκευάσματα, δίδαξε σε πολλούς συλλέκτες και φίλους του κυνηγετικού όπλου πως “ό,τι είναι ακριβό δεν είναι κατ’ ανάγκη και καλό”. Το πάθος του και η τελειομανία του στις όποιες επεμβάσεις στο κυνηγετικό όπλο, αλλά και η εντιμότητά του να αρνείται επίμονα και αδιαπραγμάτευτα επισκευές αμφίβολης αποτελεσματικότητας ή επεμβάσεις που θα έθιγαν, έστω και στο ελάχιστο, την ασφαλή χρήση ενός όπλου, τον έκαναν να κερδίσει την εμπιστοσύνη των περισσοτέρων κυνηγών – πελατών του. Οι πρόσφατες εισαγωγές μεταχειρισμένων αγγλικών όπλων, αλλά και οι δύο δημοπρασίες κυνηγετικών όπλων που πραγματοποίησε το 1991 και το 1998 στο Κέντρο Ελληνικής Παράδοσης, έβαλαν τις βάσεις δημιουργίας ενός πρώτου σύγχρονου συλλεκτικού κύκλου, στο χώρο των οπλόφιλων του τόπου μας.
Για μένα, ο Ντίνος Παπατσαρούχας είναι ο άνθρωπος εκείνος που, συνδυάζοντας την επιστημονική συγκρότηση, τη δεξιοτεχνία και την εμπειρία πάνω στα όπλα, αλλά πάνω απ’ όλα τη λατρεία για τα όπλα και το κυνήγι, βοήθησε σημαντικά τα τελευταία χρόνια όσους αγαπούσαν από πριν τα κυνηγετικά όπλα να τα εκτιμήσουν πραγματικά και όσους τα θεωρούσαν απλά “χρηστικά αντικείμενα” κυνηγίου να τα προσεγγίσουν με άλλο μάτι και να έρθουν σε επαφή με την ιστορία και την κουλτούρα τους.
Πολύτιμος συνοδοιπόρος
Το άρθρο αυτό δεν αποτελεί παρουσίαση της οικογένειας του Ντίνου Παπατσαρούχα, αλλά μία ιστορική αναδρομή – παρουσίαση του ίδιου του οπλουργού Ντίνου Παπατσαρούχα. Ωστόσο, συχνά δίπλα σε μεγάλους ανθρώπους βρίσκονται “αφανείς ήρωες” που ποικιλοτρόπως συμβάλλουν στη δική τους εξέλιξη και προσφορά. Αυτό το άρθρο, λοιπόν, θεωρώ ότι θα ήταν ανεπίτρεπτα ελλιπές αν δεν είχε μία αναφορά στη σύζυγο του Ντίνου Παπατσαρούχα, την Τζανίν Παπατσαρούχα. Η Τζανίν, που ακολούθησε κοινή πορεία ζωής με τον Ντίνο από τότε που εκείνος βρισκόταν στο δεύτερο έτος του Πολυτεχνείου στην Αγγλία, πέρα από το ότι συνέβαλε με κάθε τρόπο στο να αποκτήσει ο χώρος του οπλουργείου την σημερινή του εικόνα, να μετατραπεί, δηλαδή, από έναν “αφυδατωμένο χώρο μηχανουργείου”, όπως είναι συνήθως κάθε οπλουργείο, σε μία προσφιλή, αναβαθμισμένη και ζεστή κοιτίδα των ανθρώπων, που αγαπούν το κυνηγετικό όπλο, έχει δώσει μέχρι σήμερα αμέτρητα δείγματα εκπληκτικής δεξιοτεχνίας στον τομέα της: στην κατεργασία των ξύλινων τμημάτων του κυνηγετικού όπλου. Μέχρι σήμερα, τα όπλα που έχουν δεχτεί “στιλπνή βαφή λινελαίου” ή που έχουν κατασκευαστεί οι ψάθες τους από την Τζανίν Παπατσαρούχα, είναι βέβαιο ότι ξεχωρίζουν ανάμεσα στα υπόλοιπα όπλα.
Μια προσωπική μαρτυρία
Δεν θα ξεχάσω ποτέ μία προσωπική πολύ δύσκολη υπόθεση που αντιμετώπισα εγώ με ένα πλαγιόκαννο δίκαννο. Πριν από 6 ή 7 χρόνια, απέκτησα ένα πλαγιόκαννο DARNE, το οποίο θέλησα να φέρω στα μέτρα μου. Τόσο οι συνήθειες σκόπευσής μου όσο και ο σωματομετρικός μου τύπος, μου υπαγορεύουν μία εξαιρετικά μεγάλη κλίση στο κοντάκι. Θέλησα, λοιπόν, το πλαγιόκαννο αυτό να αποκτήσει ένα κοντάκι με κλίση 72 χιλιοστών (!) και να είναι τύπου demi pistole, μια πραγματική σπαζοκεφαλιά για ένα πλαγιόκαννο DARNE. Και όποιος γνωρίζει τα συγκεκριμένα όπλα, μπορεί εύκολα να καταλάβει γιατί είναι σχεδόν ακατόρθωτο να κατασκευαστεί ένα demi pistole κοντάκι με τόσο μεγάλη κλίση στο συγκεκριμένο τύπο όπλου. Τελικά, μετά από λίγους μήνες η Τζανίν κατάφερε να λύσει τον κατασκευαστικό γρίφο αυτής της ακραίας “παραγγελίας” και να μου προσφέρει ένα κοντάκι που ίσως είναι το πιο λειτουργικό κοντάκι για τις δικές μου ακραίες σκοπευτικές συνήθειες, που απέκτησα ποτέ. Είναι η λύση ενός γρίφου που θα της χρωστάω για πάντα. Ακριβώς όπως στον Ντίνο Παπατσαρούχα χρωστάω τις περισσότερες από τις περιορισμένες γνώσεις μου πάνω στις οπλοεπισκευές και οπλοκατασκευές, που απόκτησα το 1987 δουλεύοντας κοντά του στο οπλουργείο “ΗΦΑΙΣΤΟΣ”. Αυτή, όμως, είναι μία άλλη ιστορία με τα δικά της “παραλειπόμενα” και τις δικές της “ανέκδοτες” ιστορίες…
Του Χρήστου Χαντζιώτη









