Χρόνο με το χρόνο με έχτιζε κυνηγό…

Τίποτα δεν γίνεται τυχαία, υπάρχει εκπαίδευση, πάθος, συγκινήσεις που μπορεί να βγάλει ένας πατέρας από ένα παιδί όταν το συμβουλεύει και του ξυπνά την αγάπη του για τη φύση.

Όλοι λένε ότι κάποιες συνθήκες, κάποια βιώματα, κάποιες συναναστροφές σε οδηγούν στο να γίνεις κυνηγός και να ασχολείσαι με αυτό που λέγεται φύση, σκυλιά, θήραμα, κυνήγι. Η μόνη διαφορά με εμένα είναι ότι ο πατέρας μου με ‘έχτιζε’  χρόνο με το χρόνο, στο να γίνω κυνηγός και το καταλαβαίνω τώρα που έχω και εγώ ένα γιό τριών ετών, φυσικά με το όνομα του “Γιάννης”. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία, υπάρχει εκπαίδευση, πάθος, συγκινήσεις που μπορεί να βγάλει ένας πατέρας από ένα παιδί όταν το συμβουλεύει και του ξυπνά την αγάπη του για τη φύση. Έτσι, σιγά-σιγά, έρχεται αυτό που λέμε κληρονομικότητα και DNA. Ένας πατέρας που από τότε που θυμάμαι πράγματα, σκηνές και εικόνες, μόνο ρίγη, ενθουσιασμό και περηφάνια ένιωθα.

Ο Μακρυποδογιάννης όπως τον λένε, είχε πολεμήσει το 1974 στη Κύπρο μαζί με τους λοκατζήδες που είχαν απογειωθεί από την 115 ΠΜ Χανίων με τα δεκατέσσερα Νοράτλας, όπου κατερρίφθησαν από τους Κύπριους στρατιώτες καθώς δεν είχαν ενημερωθεί για την άφιξη της Ελληνικής βοήθειας στο νησί και κατέρριψαν τα άνευ διακριτικά Νοράτλας αφού πίστευαν ότι είναι τουρκικά. Για καλή μου τύχη σώθηκε, πολέμησε, γύρισε και δημιούργησε μια πολύτεκνη οικογένεια. Καταλαβαίνετε λοιπόν, εγώ και ο αδερφός μου τι πρότυπο έχουμε και τη δύναμη και περηφάνια γέμιζε η ψυχή μας όταν βλέπαμε τα μετάλλια ανδραγαθίας, τα παράσημα αλλά πολύ περισσότερο όταν ακούγαμε τους φίλους, τους συγγενείς και τους συγχωριανούς μας να μιλούν για εκείνον με καμάρι και σεβασμό. Έχουμε τον δικό μας ήρωα πολέμου μέσα στην οικογένειά μας και είναι ο πατέρας μας.

 

Μαθήματα σκληραγώγησης

Κάθε Χριστούγεννα από πέντε έξι χρονών πηγαίναμε στη Κρήτη, στο νομό Ρεθύμνου, στα Χαράκια στο χωριό μας, όπου βρίσκεται στους πρόποδες του Ψηλορείτη, με τους σκληρούς χωματόδρομους μέσα σε μια άσπρη κλούβα TRANSPORTER να χτυπιόμαστε μέχρι να φτάσουμε γρήγορα να ανάψουμε το τζάκι να ζεσταθεί το σπίτι. Κάπου εδώ αρχίζει το πρώτο στάδιο.

Για 18 μέρες περίπου κάθε πρωί μας ξύπναγε με τον αδερφό μου και παίρναμε τον ”ζορμπά” ένα κούρτσχααρ και τον γέρο Φίλιππο όπου είχε και αυτός ένα μεγάλο γιούρα-γκέκα τον “πατούχα”, ένα πλαγιόκαννο με κοκόρια και ξεκινάγαμε. Φοράγαμε τα γαλοτσάκια μας, τα γαντάκια μας και τα σκουφάκια μας για να πάμε στο λαγό, εμείς ήμασταν τα κουτάβια της παρέας. Μπορώ να πω ότι δεν ήταν και το καλύτερο μας το πρωινό ξύπνημα ή το κρύο του Δεκέμβρη που κοκκίνιζε τις μύτες μας, αλλά έβρισκε τον τρόπο να μας εξιτάρει, να μας κάνει τέτοιες ενέσεις όπου ανέβαζε την αδρεναλίνη μας στα ύψη όπως όταν πέρναγε από μια λάσπη που ήμασταν στο όριο να κολλήσουμε και έσφιγγε η καρδιά μας, αλλά πάντα τα καταφέρναμε και συνεχίζαμε με πιο πολύ ενδιαφέρον.

Τώρα,  καταλαβαίνω γιατί μας ξύπναγε τότε, μας πήγαινε στη Χαλέπα με τις αστιβίδες, τα χαράκια, τις αγκάθες, τα θυμάρια και τις κουμαριές για να μάθουμε να περπατάμε, να γλιστράμε, να πέφτουμε μέσα στην αγκάθα και να γεμίζουμε τσίτες, αλλά να ξανασηκωνόμαστε γρήγορα χωρίς να μας δει ο μπαμπάς, να του δείξουμε ότι είμαστε και εμείς κομάντο. Με το ξύπνημα το πρωινό μας εκπαίδευσε να μυρίζουμε τη φύση, να νιώθουμε την υγρασία βλέποντας την ανατολή και να γινόμαστε ένα με το περιβάλλον.

 

H ‘βαρεμάρα’ του παιδιού

Όταν κουραζόμασταν από την πορεία, αρχίζαμε με τον αδερφό μου να βαριόμαστε και κάναμε λίγο φασαρία παραπάνω όταν ξαφνικά ακούγαμε τον πατέρα μας “σουτ σουτ κάντε ησυχία κοιτάξτε τον πατούχα που κουνάει την ουρά του, είναι ζεστή η αποβολή, είναι κοντά ο λαγός” και δε προλαβαίνει να το πει και να η βραχνή κλαούρα του σκύλου όσο πλησίαζε τον λαγό. Εμείς τότε τα ξεχνάγαμε όλα, κούραση και βαρεμάρα, μάρμαρο καθόμασταν χτύπαγε μόνο δυνατά η καρδιά μας και αναρωτιόμασταν θα τον ξηλώσει από τη καθία του <<γιατάκι>> τον λαγό;

Και να ακούμε ξαφνικά “πάνω σου Γιάννη, πάνω σου μπαμ, μπαμ, μπαμ” απίστευτες εικόνες, απίστευτοι ήχοι, τον πήρε ο πατέρας μου και μετά μας έλεγε “άντε Νίκο, άντε Στράτο, φέρτε τον”. Η χαρά μας ήταν να κάνουμε το Απόρτ να τον κρατάμε από το ένα αυτί εγώ και από το άλλο ο αδερφός μου και να τον πάμε να τον βάλουμε στο βουριάλι (σακίδιο). Ο γυρισμός βέβαια είχε μεγαλύτερη αξία γιατί θα κάναμε τους καμπόσους στη μάνα μας με το να τον κρατάμε όρθιο απ΄ τα αυτιά και να φωνάζουμε “μάνα φέραμε ένα λαγό” και αυτή με τη σειρά της να χαμογελάει με καμάρι και να λέει “μπράβο τα αγόρια μου”.

 

Eτσι κάναμε ‘ποντίκια’

Μεγαλώναμε, σιγά-σιγά, καθώς ερχόντουσαν και άλλα Χριστούγεννα όπου κατεβαίναμε στο χωριό όταν οι φίλοι μας στην Αθήνα σε ηλικία δεκατριών-δεκατεσσάρων ετών παίζανε στα διαμερίσματα τους ηλεκτρονικά και Νintento. Την ίδια στιγμή εμάς μας πήγαινε για ξύλα. Έκοβε με το μηχανάκι κάθε μεσημέρι και εμείς τα φορτώναμε στη καρότσα του αγροτικού.

Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, το 4*4 πήγαινε σούζα απ΄ το βάρος των ξύλων καθώς διασχίζαμε λακκούβες, κολύμπρες, νεροφαγώματα και γλίστρες και αφού φτάναμε τα ξεφορτώναμε στην αυλή. Η μαμά μας έλεγε στο πατέρα μας ”άστα ρε παιδί μου τα παιδιά να κάτσουν λίγο και τα ξεφορτώνετε αύριο το πρωί” και αυτός απαντούσε ”σταμάτα Αριστέα είναι εκπαιδευτικό το πρόγραμμα, ξέρεις τι ‘ποντίκια’ κάνουν τα αγόρια μας με τα ξύλα που κουβαλάνε;” Ακόμη έχω στη μύτη μου την μυρωδιά του δρυ.

 

Tο βάπτισμα πυρός

Ένα μεσημέρι μας λέει ότι σήμερα δε θα πάμε για ξύλα αλλά θα πάμε για τσίχλες στο καρτέρι, στο διπλανό χωριό. Ετοιμαζόμαστε και εμείς γαλότσες, σκούφια, και πάμε να μπούμε στο NISSAN ώσπου ακούμε μια φωνή “εεει που πάτε; ελάτε να πάρετε τα ντουφέκια σας”. Εμείς τρελαθήκαμε, ξεκρεμάει από το τοίχο ένα super pose και ένα πλαγιόκαννο, σαν να ήρθε ο Αϊ Βασίλης με τα δώρα του. Ξεκινάμε για το κυνηγότοπο και μας τοποθετεί πίσω από κάτι ελίτσες στην ευθεία και αυτός κάθετα από πίσω μας περιμένοντας ήσυχα να μπούνε τα πούλια.

Γύρω στις 4:45 άρχισαν και έμπαιναν και ακούμε με δυνατή φωνή ”πάνω Νίκο” σημαδεύω μπάμ μπάμ πέφτει η τσίχλα, ”μπράβο ρε Νικόλα” και ξανά αριστερά μπαμ μπαμ ο αδερφός μου σημαδεύει “μπράβο Στρατούλη την πήρες φτερουγάτη”. Τρελή χαρά, απίστευτη εμπειρία, πήραμε τα πρώτα μας θηράματα. Τι είχε κάνει όμως ο πονηρός; Είχε βγάλει από τα φυσίγγια, τα σκάγια και είχε αφήσει μόνο το μπαρούτι και το καψούλι έτσι αυτό έκανε μόνο μπάμ αλλά παράλληλα ντουφέκιζε μαζί με εμάς από πίσω και έτσι έπεφταν οι τσίχλες μπροστά μας. Όχι μόνο μας μάθαινε το κράτημα του όπλου, το χτύπημα του θηράματος, το κλότσημα του όπλου ακούγοντας το δικό μας μπάμ αλλά μας άφησε να δούμε πως πιάνουμε το δικό μας κυνήγι και να νιώσουμε το δέος.

 

Bήμα-βήμα στη σκοποβολή

Τον επόμενο χρόνο μας εκπαίδευσε στο θέμα κρατήματος ντουφεκιού, ασφαλείας και σκοποβολής. Μας πήγαινε σε ένα αγροτικό δρόμο που αριστερά είχε μια λάκα σαν πεδίο βολής, έπαιρνε μεγάλα μπουκάλια του νερού και τα κάρφωνε στην άκρη της λάκας σε κάτι κλαδιά κουμαριάς σαν όρθιους στόχους. Έπειτα έβαζε να γεμίζουμε τα ντουφέκια με πραγματικά φυσίγγια με σκάγια με τις κάνες να κοιτάνε αντίθετα από άνθρωπο, να μην διαγράφει ποτέ η κάνη άνθρωπο και πάντα με ασφάλεια, ποτέ να μην διαγράφει όταν περπατάμε, όταν ανεβαίνουμε ένα βουνό, μια κατηφόρα ή ένα χάλασμα δρόμου.

Αφού μας είχε τρελάνει  με τις οδηγίες του σε θέματα ασφαλείας και πώς να κοιτάμε τα σκόπευτρα πώς να ακουμπάμε τον τζιφτέ (ντουφέκι) στον ώμο κοντά στο μάγουλο και την σωστή επώμιση ήρθε η ώρα του προγράμματος σκοποβολής με κανονικά φυσίγγια. Πήρε τα δίκαννα και τα πήγε 200 μ. πιο κάτω τα άφησε κάτω και απέναντι ήταν οι στόχοι <<λαγοί>>. Ήρθε πίσω και μας έδινε παραγγέλματα η άσκηση περιλάμβανε τρέξιμο ένας-ένας μέχρι τα ντουφέκια, 15 κοιλιακούς, 15 πους-απς, θα παίρναμε το δίκαννο και θα κατευθυνόμασταν προς τους στόχους ώσπου ξαφνικά θα ακούγαμε “στοπ αριστερά βγαίνει ο λαγός “ εμείς θα έπρεπε να στρίψουμε, να βγάλουμε ασφάλεια και να ρίξουμε στο λαγό (μπουκάλι) μετά θα γεμίζαμε με ασφάλεια άλλα δύο φυσίγγια και ξανά θα περπατάγαμε και πάλι θα φώναζε ”πετάχτηκε ο λαγός δεξιά ρίξε του στα αυτιά”.

 

Tο καταστάλαγμα

Το να γράφω αυτά είναι συγκινητικό, το να σας περιγράφω την εφηβική ευτυχία που μας έδινε όλη αυτή η εκπαίδευση είναι κάτι μοναδικό για ένα παιδί πλέον έφηβο. Με υπομονή και μεθοδικότητα μας έχτιζε χρόνο με το χρόνο κυνηγούς. Σκεφτότανε τι θα μας έκανε, έτσι ώστε να μην βαριόμαστε και να θέλουμε να αγαπήσουμε αυτό που λέγεται κυνήγι ξύπνημα, κρύο, περπάτημα, λάσπη, ξύλα, 4*4, ντουφέκι, θήραμα, σκυλιά, έρευνα. Πολλές φορές πηγαίναμε να μαζέψουμε σαλιγκάρια άλλες φορές όταν χιόνιζε μας έδειχνε και μας μάθαινε το πάτημα μιας μπεκάτσας που ήταν σαν βέλος ενός τόξου ή τα ζάλα ενός λαγού που σταμάταγαν ξαφνικά και ξεκινάγαν με ένα πήδημα του μετά από 1.5μ που τα ξαναβρίσκαμε και τα ακολουθούσαμε. Ήταν και αυτό μια διαφορετική εμπειρία πάνω στο βουνό.

Ο πατέρας μου τώρα ζει μόνιμα στο Ρέθυμνο, μέσα στους κυνηγότοπους του χωριού όπου έχει χτίσει μια πέτρινη ταβέρνα και μαζί με τη μητέρα μου μαγειρεύουν και τρώνε μαζί με τους κυνηγούς τα θηράματα τους. Ο Μακρυποδογιάννης είναι 59 ετών, εγώ είμαι 33 και δυστυχώς δε ζω στο χωριό αλλά στην Αθήνα, έχουμε φτάσει όμως στο σημείο να μιλάμε καθημερινά για τις εξόδους μας και να κοντραριζόμαστε για τον αριθμό των πουλιών και των λαγών που πιάνουμε. Να ανταλλάσσουμε πληροφορίες για το εάν μπήκαν μπεκάτσες, τσίχλες κ.α.

Ένας δυνατός σύνδεσμος το κυνήγι, ένας κρίκος κοινών ενδιαφερόντων που μπορεί να έχει ένας πατέρας με γιο. Περιμένω και φέτος το χειμώνα να κατέβω στα Χαράκια, να με ξυπνήσει το πρωί, να μου έχει φτιάξει τον ελληνικό μου στο τζάκι και να βρεθώ πλάι του, να κυνηγάμε στη Χαλέπα με το δικό μου ντουφέκι, τα δικά μου σκυλιά, με το δικό μου 4χ4, όχι πλέον σαν κουτάβι αλλά σαν ολοκληρωμένος με σωστές κυνηγετικές βάσεις απόγονός του.

 

Eικόνες ζωής

Αυτές οι εικόνες είναι σα πίνακες ζωγραφικής, στα μάτια μου και στη ψυχή μου. Μια λέξη ΚΥΝΗΓΙ δένει μια οικογένεια, ολοκληρώνει και συμπληρώνει το τραπέζι σου με το ψήσιμο μιας μπεκάτσας, μιας πέρδικας ή ενός λαγού της Κυρίας Αριστέας. Θα φάμε το δικό μας κυνηγητικό μεζέ. Τον ευχαριστώ που μου έδωσε τόσα εφόδια κυνηγητικά, αγάπη για τη φύση και δεν ασχολούμαι με τυχερά παιχνίδια, καζίνο, face book η κάτι ακόμα χειρότερο τα ναρκωτικά. Και ξανά θα βρεθώ με τους σύντεκνους και τους κουμπάρους του πατέρα μου και θα τους μοστράρω τα setter που πήραμε από τη Λαμία, από τον κ. Αποστολόπουλο.

Όμορφη κόντρα, εγώ, ο Μάκης, ο Ζωμένος και απέναντι ο πατέρας μου με Παντελή και Τάσο να συζητάμε για το ποιος θα βγάλει, ποιος θα χτυπήσει, ποιανού σκυλιά βγάλανε τα θηράματα. Φαγοπότι, γέλια, μεθιές, τζάκι και χιονόνερο. Έπειτα, επιστροφή στη πόλη να φάμε ότι απέμεινε από τα θηράματα, με το παππού μου και το πεθερό μου. Να πω τις ιστορίες στο γιό μου, τον Μακρυποδογιάννη  τον junior, να του μεταφέρω τα βιώματά μου. Μακάρι, εγώ και η γυναίκα μου η Ελένη να καταφέρουμε να χτίσουμε και μείς το γιο μας έτσι ώστε να έχει ενδιαφέροντα φυσικά και όχι ηλεκτρονικά.

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top