Ένα κυνηγετικό οδοιπορικό στο Μενοίκιο όρος

Κυριευμένοι από ένα αστείρευτο πάθος και πολλά καντάρια τρέλας, οι κυνηγοί αγριογούρουνου είναι η μόνοι, από τις τρεις κατηγορίες κυνηγών, που είναι καταδικασμένοι να κυνηγούν στο ίδιο βουνό, στις ίδιες χαράδρες για όλη τους τη ζωή.

Είμαστε οι πιο αδικημένοι. Αν εξαιρέσουμε τους κυνηγούς πουπουλοφόρων και κουνελόμορφων, που έχουν την τύχη μέσω του κυνηγιού να γνωρίσουν και να περπατήσουν στα πιο όμορφα δάση της πατρίδας μας, οι γουρουνάδες δυστυχώς έχουν εγκλωβιστεί σε δύο δρόμους που τους χωρίζουν από τις διπλανές παρέες. Αν βέβαια έχεις την τύχη να ζεις σε κάποιο ορεινό χωριό της Δράμας ή της Πίνδου, τότε δε θα πείραζε τόσο. Αν όμως το χωριό σου είναι ένα χωριό στον κάμπο τότε δυστυχώς ή θα κάνεις πεθερό βενζινά ή θα βγάλεις ονόματα ακόμη και στις πέτρες που θα πατάς για τα υπόλοιπα κυνηγετικά σου χρόνια.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Το κυνήγι του αγριογούρουνου (όταν γίνεται σωστά και με μέθοδο) είναι τόσο απαιτητικό που ακόμη και έτσι, πάντα μένεις πίσω. Ακόμη και κάθε μέρα να ανεβαίνεις στο ίδιο βουνό, να κόβεις στους ίδιους δρόμους, να στήνεις τα ίδια καρτέρια, τα γουρούνια θα βρουν τον τρόπο να σε ξεπεράσουν. Αλλάζουν τα καρτέρια, αλλάζει ο καιρός, αλλάζουν τα σκυλιά, αλλάζουν οι άνθρωποι και έτσι τίποτε δεν είναι το ίδιο ανάμεσα στο κυνήγι του Σαββάτου και της Κυριακής. Επίσης, αν γίνει αισθητή η απουσία σου από τις διπλανές παρέες, τότε σε  λίγο καιρό θα γίνεις μουσαφίρης στο ίδιο σου το σπίτι.

 

Στο θέμα…

Αυτές οι σκέψεις τριγύριζαν στο μυαλό μου κάπου εκεί στα τέλη της κυνηγετικής περιόδου, όταν μετά από μια σειρά ατυχιών βρεθήκαμε να μην έχουμε σκυλιά να κυνηγήσουμε. Μια κυνηγετική εξόρμηση σε άλλο δάσος θα ήταν για μένα το πιο όμορφο κλείσιμο της σεζόν. Μακάρι δηλαδή να μπορούσα μια φορά το χρόνο να κυνηγάω σε ένα ξένο μέρος. Όχι τόσο για το ίδιο το κυνήγι, όσο για να γνωρίσω άλλα μέρη και άλλα μονοπάτια. Έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη, μετά από ένα τηλεφώνημα του Αποστόλη, απάντησα καταφατικά  και σε λίγο αρχίσαμε να σχεδιάζουμε ένα κυνηγετικό διήμερο στο 1500 στα βουνά της Δράμας. Για όσους δε γνωρίζουν μιλάμε για την κυνηγετική Μέκκα των κυνηγών αγριογούρουνου, όχι τόσο για το πλήθος των θηραμάτων, όσο για το απίστευτης ομορφιάς δάσος.

 Η ανατροπή

Η σκέψη ότι θα περπατούσα ξανά κάτω από εκείνα τα τεράστια έλατα, θα άκουγα εκείνα τα περίεργα κρωξίματα πουλιών με είχε συνεπάρει. Όλο αυτό σκεφτόμουν. Αν και ήταν ακόμη Τετάρτη είχαμε σχεδόν ετοιμαστεί. Κυνηγετικά ρούχα, τρόφιμα, κουβέρτες κλπ, είχαν γραφτεί όλα σε ένα χαρτί μην τύχει και ξεχαστεί κάτι. Τα βράδια ονειρευόμουν ροζ γουρουνάκια να πετάνε σαν χελιδόνια μέσα στα έλατα και εγώ να τα βλέπω. Φλάντζα κεφαλής το λένε στα συνεργεία. Για την περίπτωσή μου δε ξέρω.

Όλα τα είχαμε προβλέψει εκτός από τον καιρό. Έτσι μια απότομη επιδείνωση του καιρού μας έκανε να ανησυχήσουμε και έτσι επικοινωνήσαμε με τον κυνηγετικό σύλλογο Δράμας. Στην άλλη άκρη της γραμμής ο πρόεδρος, κ. Γιάννης Γεωργιάδης μας ενημέρωσε ότι το χιόνι στην περιοχή που θέλαμε να κυνηγήσουμε είχε ήδη φτάσει το ένα μέτρο και ότι φυσικά το κυνήγι απαγορεύτηκε από το δασαρχείο Δράμας. Ωστόσο, το δασαρχείο Νευροκοπίου δεν είχε εκδώσει απαγορευτικό. Τελικά μετά από μια αλληλουχία τηλεφωνημάτων και την διαβεβαίωση της ευγενέστατης κυρίας του δασαρχείου Νευροκοπίου η εκδρομή μας ακυρώθηκε λόγω χιονοκάλυψης. Έπεσα στο κρεβάτι σαν άρρωστος. Και άρχισαν άλλα τηλεφωνήματα. «Δράμα θέλατε, πάρτε τώρα…». Όλοι με τη σειρά, ακόμη και η σύζυγος «Εε δε θα στεναχωρηθούμε και γι’ αυτό, θα πας του χρόνου». Για δύο μέρες κλινικά νεκρός…

Η τύχη είναι με τους τολμηρούς

Το μεσημέρι της Παρασκευής είχε φτάσει και τίποτε δεν έδειχνε πως θα άλλαζε κάτι, μέχρι ένα τηλεφώνημα. Ήταν ο φίλος μας ο Αδάμ, από τη Μικρόπολη Δράμας που έμαθε για τη δυστυχία μας και μας κάλεσε να κυνηγήσουμε παρέα. Το αίμα άρχισε να κυλά και πάλι στη φλέβα και τρέχοντας πια, μην τύχη και αλλάξει τίποτα, φορτώσαμε τον αγρότη του Αποστόλη και ξεκινήσαμε. Σιδηρόκαστρο, Σέρρες, Αλιστράτη, Σιταγροί και τελικά Μικρόπολη, ένα πραγματικά πολύ όμορφο χωριό που αξίζει να επισκεφτεί κανείς όλες τις εποχές. Είχε πια νυχτώσει. Οι φίλοι, μας περίμεναν στην ταβέρνα του Κώστα και μετά από αρκετή ρετσίνα και νόστιμα γλυκάδια που είχε ετοιμάσει ο Ανέστης πήγαμε για ύπνο γεμάτοι προσδοκίες.

Στο βουνό

Το πρωί, ο καιρός δεν έδειχνε σημάδια βελτίωσης. Αν και η χιονόπτωση είχε σταματήσει, ο αέρας που άρχισε να φυσά παγωμένος παρέσερνε το χιόνι από τις κορφές. Μετά από ένα σύντομο καφεδάκι το καφενείο του Ζήση, ξεκινήσαμε για κόψιμο. Δεν είχε περάσει αρκετή ώρα όταν εντοπίστηκαν τέσσερα γουρούνια να πατάνε ένα δρόμο και τα ίχνη τους να χάνονται σε ένα δάσος καστανιάς. Τα ζώα βόσκησαν στα κάστανα και όπως όλα έδειχναν πλάγιασαν σε μια απότομη πλαγιά με πουρνάρια, λίγο πάνω από το χωριό. Αφού κόπηκαν και οι υπόλοιποι δρόμοι προσεκτικά, άρχισε να καταστρώνεται το σχέδιο. Που θα μπουν τα καρτέρια, ποιος θα λύσει τα σκυλιά και από πού θα γίνει η παγάνα.

Ο Γιάννης, ο Κώστας και εγώ ήμασταν τα τελευταία καρτέρια στο τέλος ενός αδιέξοδου χωματόδρομου. Από κει και έπειτα το βουνό έπαιρνε απότομη κλίση και άρχιζε το χιόνι. Τα σκυλιά σε λίγο λύθηκαν και το κυνήγι άρχισε. Ο μαύρος, ένα πολύ έμπειρο σκυλί, άρχισε να γαυγίζει στο ντορό και σιγά-σιγά να πλησιάζει προς τα καρτέρια.

Ο κάπρος

Το σκυλί δεν είχε βρει ακόμη τα γουρούνια, όταν στην απέναντι πλαγιά είδα ένα όραμα. Σε ένα ξέφωτο του δάσους κάτω από την ευθεία που άρχιζαν τα χιόνια, λίγα μικρά κέδρα μονάχα υπήρχαν, εμφανίστηκε ένας κάπρος που σηκώθηκε μάλλον από τις σφαίρες και όχι από τα σκυλιά. Το γουρούνι ήρθε από άλλη πλευρά από αυτήν των σκυλιών και έδειχνε να σχετικά ήρεμο. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, γύρω στα 150 μέτρα από το σημείο που βρισκόμουν. Το ζώο που πρέπει ήταν πάνω από 100 κιλά περπατούσε κατευθυνόμενο προς το πέταλο που ήταν τα καρτέρια. Για μια στιγμή σταμάτησε να ακούσει κάτι και μετά χάθηκε στο βάθος της χαράδρας που άρχιζε λίγο πιο πάνω από το σημείο που βρισκόμουν. Απίστευτο θέαμα.

Αφού ενημερώθηκαν τα καρτέρια ότι ένα γουρούνι χωρίς σκυλιά έρχεται προς αυτούς, άρχισα να ανηφορίζω προς το σημείο που το είδα την τελευταία φορά, ώστε να το κάνω παγάνα για να μη γυρίσει προς τα πίσω. Δεν είχα προχωρήσει αρκετά όταν τα σκυλιά βρήκαν τα τέσσερα γουρούνια και άρχισαν να κάνουν στάμπα. Αμέσως ο Ανέστης που ήταν και πιο κοντά στο σημείο ξεκίνησε για εκεί.

Είχα σχεδόν φτάσει στο σημείο της πλαγιάς που είχα δει το μεγάλο γουρούνι και μια νέα έκπληξη διαδέχτηκε την πρώτη. Τα τέσσερα γουρούνια, που τελικά ήταν πέντε, σηκώθηκαν πριν προλάβει ο Ανέστης να φτάσει στη στάμπα και πήγαν πάνω σε ένα καρτέρι. Με δύο τουφεκιές ένα γουρούνι έπεσε. Τα υπόλοιπα τρόμαξαν και άλλαξαν πορεία μετά τις τουφεκιές και έρχονταν προς το μέρος μου.

Αδρεναλίνη

Με το όπλο έτοιμο περιμέναμε όλοι τα γουρούνια που ψήλωσαν αρκετά και έφτασαν μέσα στα χιόνια. Ξαφνικά ξανά πάνω από εκεί που βρισκόμουν, εμφανίστηκαν μέσα στα χιόνια. Τα φύλλα από τις οξιές είχαν πέσει, από κάτω το χιόνι ήταν σαν χαλί και έτσι τα ζώα φαινόταν πεντακάθαρα. Το ένα πίσω από άλλο προχωρούσαν προς τα καρτέρια. Αφού πέρασαν την πρώτη χαράδρα τα έχασα, αλλά στη συνέχεια τα ξαναείδα λίγο πιο κάτω. Τα γουρούνια περπατούσαν πλαγιά-πλαγιά και πέρασαν δυστυχώς λίγα μέτρα πιο κάτω από το τελευταίο καρτέρι. Λίγο παρακάτω ξεκινούσε το καταφύγιο αναγκαστικά σταματήσαμε. Το κυνήγι είχε πια τελειώσει. Τα σκυλιά που ακολουθούσαν ήταν ακόμη μακριά και έτσι πιάστηκαν όταν έφτασαν στο σημείο. Με τα πόδια συνέχισα την ανάβαση και τελικά συναντηθήκαμε με τον Τάσο και τον Αποστόλη σε ένα υπέροχο χιονισμένο οροπέδιο. Οι τσίχλες περνούσαν κοπάδια από τη μία άκρη του στην άλλη και χάνονταν στα κέδρα και στις τεράστιες οξιές.

Στην καλύβα

Η μέρα σιγά σιγά άρχισε να φεύγει. Αποκαμωμένοι από το περπάτημα και την απότομη εκείνη ανάβαση του βουνού, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για την καλύβα μας. Μερικά ξερά κέδρα και μια γέρικη οξιά ήταν ότι έπρεπε για να μας κρατήσουν ζεστούς εκείνο το βράδυ. Αφού καθαρίσαμε και τακτοποιήσαμε τα κρεβάτια μας, ανάψαμε το τζάκι. Μια μπαταρία αυτοκινήτου και ένα αυτοσχέδιο φωτιστικό, φώτισαν το κρύο δωμάτιο και οι πρώτοι μεζέδες και τα τσίπουρα βγήκαν στο τραπέζι. Ξαφνικά άλλαξε η ατμόσφαιρα. Πριν δέκα λεπτά περπατούσαμε μέσα στο κρύο και στα χιόνια και τώρα ζεστοί από τη φωτιά και το τσίπουρο απολαμβάνουμε αυτό που οι πρόγονοί μας το ονόμασαν Εστία και τη λάτρευαν σαν θεά. Είχε πια σκοτεινιάσει για τα καλά. Ο αέρας φυσούσε δυνατός και σφύριζε στα κλαδιά της οξιάς και στη σκεπή της καλύβας. Παρέσερνε το χιόνι, έκανε ανεμοσούρια και το μάζευε στα απένεμα σημεία. Το κρύο ήταν δριμύ και σου έκοβε την ανάσα. Όποιος ήταν έξω εκείνο το βράδυ χωρίς αυτοκίνητο δε θα επιβίωνε. Σκεφτόμασταν πόσο κοντά φτάνουμε καμιά φορά στην τραγωδία, χωρίς να το καταλάβουμε. Πριν λίγες μέρες, σε μια παρόμοια χιονοθύελλα, είχε πεθάνει ένας ορειβάτης στο Μπέλλες.

Αγγλικό… πρωϊνό

Ξύπνησα με μυρωδιές. Ήταν πέντε το πρωί και ο Τάσος δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην καρβουνιά του τζακιού και έψησε μπριζολάκια για… πρωινό. Αφού φάγαμε τα κρέατα και ήπιαμε τα κρασιά μας, σειρά είχε ο καφές. Ο πιο ωραίος καφές που ήπια ποτέ. Ο ήλιος μόλις είχε ξεπροβάλει από τον ορίζοντα και έβαφε σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου τον ουρανό που καθρέφτιζε στο χιόνι και το έβαφε κόκκινο και ροζ. Μια μαγεία που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν. Για αυτόν και μόνο τον καφέ, για κάτι τέτοιες στιγμές που η ομορφιά σταματά τη σκέψη και σε αφήνει άφωνο, αξίζει κανείς να είναι κυνηγός.

Επιστροφή

Κυνηγετικά η δεύτερη μέρα δεν πήγε καλά. Ένα μεγάλο γουρούνι, που μάλλον ήταν το χτεσινό ακυνήγητο, είχε βρεθεί σε δύο δρόμους, αλλά τελικά περνούσε πιο κάτω σε μια άλλη περιοχή. Κάπου εκεί τελείωσε η κυνηγετική μας εξόρμηση. Κουρασμένοι και ξυλιασμένοι από το κρύο, αφού ευχαριστήσαμε τους φίλους για την φιλοξενία τους και ανανεώσαμε το ραντεβού για του χρόνου, πήραμε το δρόμο της επιστροφής γεμάτοι εικόνες, λίγο μελαγχολικοί για ακόμη μια κυνηγετική περίοδο που τελείωσε.

 

Γράφει ο Γιάννης Δρόσος

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top