Ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνουν, σύμφωνα με τις καταγγελίες κυνηγών και κτηνοτρόφων, οι επιθέσεις λύκων στη Στερεά Ελλάδα. Από τη Φθιώτιδα μέχρι τη Βοιωτία και την Ευρυτανία, οι αναφορές για νεκρά κυνηγόσκυλα, απώλειες παραγωγικών ζώων και εμφανίσεις λύκων κοντά σε κατοικημένες περιοχές πληθαίνουν. Την ίδια ώρα, η Αντιπεριφερειάρχης Ορεινής και Δασικής Πολιτικής, Κατερίνα Καλαντζή, αναγνωρίζει τη σοβαρότητα του προβλήματος και προαναγγέλλει νέες πρωτοβουλίες πίεσης προς την Πολιτεία.
Τρεις παρεμβάσεις στον Lamia Polis 87.7, από την Αντιπεριφερειάρχη Κατερίνα Καλαντζή, τον πρόεδρο του Κυνηγετικού Συλλόγου Λιβαδειάς Στάθη Καβαθούλη και τον εκπρόσωπο του Κυνηγετικού Συλλόγου Λαμίας Ιωάννη Τσικνή, αναδεικνύουν τις διαφορετικές πτυχές ενός ζητήματος που απασχολεί ολοένα και περισσότερο την ορεινή αλλά και την πεδινή ύπαιθρο.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα που μεταφέρει από τη Βοιωτία ο πρόεδρος του Κυνηγετικού Συλλόγου Λιβαδειάς, Στάθης Καβαθούλης.
Μιλώντας στον Lamia Polis 87.7 και την Άννα Μπαμπέτα, αποκάλυψε ότι ο σύλλογος έχει καταγράψει 21 περιπτώσεις θανάτωσης κυνηγόσκυλων από επιθέσεις που αποδίδονται σε λύκους μέσα σε διάστημα δύο μηνών.
«Έχουμε 21 καταγεγραμμένα κρούσματα το τελευταίο δίμηνο σε θανάτους σκυλιών στην περιοχή μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η σύγκριση με το παρελθόν είναι αποκαλυπτική, όπως υποστηρίζει. Εκεί όπου κάποτε καταγραφόταν μία επίθεση σε κυνηγόσκυλο κάθε δύο ή τρία χρόνια, πλέον 21 σκυλιά έχουν χαθεί σε ελάχιστες εβδομάδες.
Ο κ. Καβαθούλης περιγράφει μία κατάσταση που έχει επηρεάσει ακόμη και τις συνήθειες των κυνηγών. Κυνηγετικές παρέες αποφεύγουν συγκεκριμένες περιοχές, φοβούμενες ότι τα σκυλιά τους θα δεχθούν επίθεση.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τις αναφορές του, δεν περιορίζεται σε μία μόνο ορεινή ζώνη. Από τον Κορινθιακό έως τον Ελικώνα και τις παρυφές του Παρνασσού, οι κυνηγοί αναφέρουν περιστατικά και εμφανίσεις λύκων, ακόμη και σε πεδινές εκτάσεις ή κοντά σε οικισμούς.
Ο Κυνηγετικός Σύλλογος Λιβαδειάς έχει ήδη απευθυνθεί στο Δασαρχείο Λιβαδειάς, καταθέτοντας φάκελο με τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει και ζητώντας ουσιαστική παρέμβαση.
Φθιώτιδα: «Κάθε μέρα χάνουμε πέντε κυνηγόσκυλα» – Οι περιοχές που αποφεύγουν οι κυνηγοί
Ανάλογη ανησυχία εκφράζει και ο Ιωάννης Τσικνής, εκπρόσωπος του Κυνηγετικού Συλλόγου Λαμίας, ο οποίος περιέγραψε στον Lamia Polis 87.7 μία κατάσταση που, όπως υποστηρίζει, επιδεινώνεται καθημερινά.
Ο ίδιος έκανε λόγο για απώλειες έως και πέντε κυνηγόσκυλων την ημέρα, αριθμό που αποτυπώνει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συλλόγου, τη συχνότητα των επιθέσεων στη Φθιώτιδα.
Αφορμή για τη δημόσια παρέμβασή του αποτέλεσε και η καταγγελία κυνηγού από τη Σπερχειάδα, ο οποίος ανέφερε ότι λύκοι επιτέθηκαν στα σκυλιά του στην περιοχή του Γαρδικίου, σκοτώνοντας το ένα και τραυματίζοντας σοβαρά ένα δεύτερο.
Ο κ. Τσικνής προσδιόρισε μάλιστα συγκεκριμένες περιοχές που χαρακτηρίζονται πλέον από τους κυνηγούς ως «κόκκινες»:
Παύλιανη, Νεοχώρι, Σκλήθρο και Αποστολιά βρίσκονται μεταξύ των σημείων όπου οι κυνηγοί δηλώνουν ότι αποφεύγουν να δραστηριοποιούνται με τα σκυλιά τους, εξαιτίας του φόβου νέων επιθέσεων.
Για τους ίδιους, όπως τόνισε, η απώλεια ενός κυνηγόσκυλου δεν είναι μόνο οικονομική. Πρόκειται για ζώα που έχουν μεγαλώσει μαζί τους, έχουν εκπαιδευτεί επί χρόνια και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους.
«Είναι μέλος της οικογένειάς μας πλέον», σημείωσε, εξηγώντας τη συναισθηματική διάσταση των απωλειών.
Ο εκπρόσωπος του Κυνηγετικού Συλλόγου Λαμίας ζητά επίσημη καταμέτρηση του πληθυσμού των λύκων και στη συνέχεια τη λήψη μέτρων διαχείρισής του. Μεταξύ των προτάσεων που διατύπωσε περιλαμβάνεται και η επικήρυξη λύκων, πρόταση που, πάντως, θα απαιτούσε ιδιαίτερη νομική και επιστημονική αξιολόγηση.
Κατερίνα Καλαντζή: «Το πρόβλημα είναι πανελλήνιο» – Λύκοι ακόμη και κοντά στη θάλασσα
Τη σοβαρότητα της κατάστασης αναγνωρίζει και η Αντιπεριφερειάρχης Ορεινής και Δασικής Πολιτικής Στερεάς Ελλάδας, Κατερίνα Καλαντζή, η οποία επισήμανε ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται στη Φθιώτιδα ή τη Βοιωτία.
Όπως εξήγησε, η παρουσία των λύκων και οι ζημιές που τους αποδίδονται απασχολούν την Περιφέρεια εδώ και αρκετά χρόνια, με τις σχετικές αναφορές να έχουν ενταθεί ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία ή εξαετία.
«Το πρόβλημα με τον λύκο είναι πανελλήνιο πρόβλημα», υπογράμμισε, σημειώνοντας ότι πρόκειται για ένα είδος που μετακινείται σε μεγάλες αποστάσεις και δεν περιορίζεται από διοικητικά σύνορα.
Η κ. Καλαντζή αναφέρθηκε σε εμφανίσεις λύκων όχι μόνο σε ορεινές περιοχές, αλλά και σε χαμηλότερα υψόμετρα της Φθιώτιδας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που φτάνουν στην Περιφέρεια, λύκοι έχουν παρατηρηθεί κοντά στη Στυλίδα, ακόμη και προς την περιοχή του Καραβόμυλου, δίπλα στη θάλασσα.
Η ίδια εκτίμησε ότι ο πληθυσμός του είδους έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, επισημαίνοντας ωστόσο την ανάγκη επιστημονικής αποτύπωσης της πραγματικής κατάστασης.
«Δεν μπορούμε να μετρήσουμε εύκολα τους λύκους, μπορούμε όμως να μετρήσουμε τις ζημιές»
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που έθεσε η Αντιπεριφερειάρχης αφορά την έλλειψη αξιόπιστων και επικαιροποιημένων στοιχείων για τον αριθμό των λύκων.
Η κ. Καλαντζή εξέφρασε επιφυλάξεις για παλαιότερες πληθυσμιακές εκτιμήσεις και άσκησε κριτική στην καθυστέρηση εκπόνησης μιας ευρύτερης μελέτης, υποστηρίζοντας ότι οι καταγραφές που έχουν πραγματοποιηθεί δεν αποτυπώνουν επαρκώς την εικόνα σε όλες τις περιοχές.
Έφερε ως παράδειγμα την Ευρυτανία, όπου, σύμφωνα με την ίδια, στοιχεία για τις ζημιές σε κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις είχαν δείξει την έκταση του προβλήματος.
Η Αντιπεριφερειάρχης υποστήριξε ότι οι απώλειες παραγωγικών ζώων αποτελούν σημαντική ένδειξη της πίεσης που δέχεται η κτηνοτροφία.
Παράλληλα, αναγνώρισε την ανάγκη επιστημονικής έρευνας, ώστε να διαπιστωθεί ποια είναι η πραγματική κατάσταση και ποια μέτρα μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς να διαταραχθεί η οικολογική ισορροπία.
Οι καταγγελίες για τις επιθέσεις και οι εκτιμήσεις περί υπερπληθυσμού, πάντως, δεν υποκαθιστούν μια επίσημη επιστημονική καταγραφή, η οποία παραμένει κεντρικό αίτημα τόσο των κυνηγετικών συλλόγων όσο και της Περιφέρειας.
Η αλλαγή στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και το αίτημα για μέτρα
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η Κατερίνα Καλαντζή στην αλλαγή του καθεστώτος προστασίας του λύκου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το 2025 η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε στην αλλαγή του χαρακτηρισμού του λύκου από «αυστηρά προστατευόμενο» σε «προστατευόμενο» είδος, παρέχοντας στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των πληθυσμών του.
Η εξέλιξη αυτή, όπως σημείωσε η Αντιπεριφερειάρχης, δημιουργεί νέα δεδομένα για τη δυνατότητα λήψης διαχειριστικών μέτρων.
Ωστόσο, η αλλαγή δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται ανεξέλεγκτα η θανάτωση λύκων. Το είδος εξακολουθεί να προστατεύεται και οποιαδήποτε σχετική παρέμβαση πρέπει να ακολουθεί το εθνικό και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, διασφαλίζοντας τη διατήρησή του σε ικανοποιητική κατάσταση.
Η κ. Καλαντζή υποστήριξε ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που προβλέπει το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, μέσα από οργανωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση.
Η Περιφέρεια πιέζει με επιστολές – «Ίσως πρέπει όλοι μαζί να πιέσουμε»
Η Αντιπεριφερειάρχης αποκάλυψε ότι η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας έχει πραγματοποιήσει επανειλημμένες παρεμβάσεις προς το αρμόδιο υπουργείο και τις υπηρεσίες του.
Όπως ανέφερε, σχεδόν κάθε χρόνο αποστέλλονται επιστολές και υποβάλλονται αιτήματα, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί και συναντήσεις με αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες.
Παρά τις κινήσεις αυτές, η ίδια παραδέχθηκε ότι δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής η ανταπόκριση που θα επιθυμούσε η Περιφέρεια.
Στο ερώτημα εάν οι επιστολές αρκούν πλέον για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος που οι κάτοικοι της υπαίθρου περιγράφουν ως οριακό, η κ. Καλαντζή ξεκαθάρισε ότι θα εξετάσει και άλλες μορφές παρέμβασης.
Προανήγγειλε νέα επικοινωνία με τον Περιφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας, Φάνη Σπανό, καθώς και με τις συναρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να αξιολογηθούν οι επόμενες κινήσεις.
Το μήνυμά της ήταν σαφές: η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί κοινή πίεση και συνεργασία όλων των εμπλεκομένων.
Κυνηγοί, κτηνοτρόφοι και κάτοικοι ζητούν απαντήσεις – Το επόμενο βήμα
Από τις καταγγελίες για 21 νεκρά κυνηγόσκυλα στη Βοιωτία μέσα σε δύο μήνες μέχρι τις αναφορές για καθημερινές επιθέσεις στη Φθιώτιδα και τις ζημιές που επικαλούνται οι κτηνοτρόφοι στην Ευρυτανία, αναδεικνύεται ένα κοινό πρόβλημα: η αίσθηση ότι οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν ακόμη λάβει επαρκείς απαντήσεις για τη διαχείριση των περιστατικών.
Οι κυνηγετικοί σύλλογοι ζητούν καταμέτρηση και άμεσες παρεμβάσεις. Η Περιφέρεια αναγνωρίζει την ένταση των παραπόνων, αλλά επισημαίνει ότι οι καθοριστικές αρμοδιότητες ανήκουν στο κεντρικό κράτος.
Στον αντίποδα, η ανάγκη προστασίας του λύκου ως σημαντικού είδους της ελληνικής πανίδας καθιστά απαραίτητη την επιστημονική τεκμηρίωση οποιασδήποτε διαχειριστικής απόφασης.
Το ζητούμενο πλέον είναι να υπάρξει επίσημη καταγραφή, διαφανής αξιολόγηση των επιθέσεων, αποτελεσματική προστασία των παραγωγικών και οικόσιτων ζώων και ένα σαφές σχέδιο συνύπαρξης ανθρώπου και άγριας ζωής.
Γιατί, όπως αναδεικνύεται μέσα από τις παρεμβάσεις των τριών εκπροσώπων, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τον αριθμό των λύκων, αλλά και το μέλλον της κτηνοτροφίας, της κυνηγετικής δραστηριότητας και της καθημερινής ζωής στα χωριά της Στερεάς Ελλάδας.





