Οι αναμνήσεις ενός κυνηγού

Στήνοντας παγάνες στη Μακεδονία

Ζήστε την κούραση, την αγωνία, την προσμονή και την ικανοποίηση μέσα σε τρεις πολύτιμες σελίδες από το ημερολόγιο ενός κυνηγού. Ενός ανθρώπου που αναπνέει και ζει απολαμβάνοντας το μοναδικό δώρο των θεών στον άnνθρωπο, το κυνήγι. Ο λόγος, λοιπόν, στον Κλεάνθη…

Στο Παρανέστι

«… Φύγαμε από τη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή. Θα κυνηγούσαμε αγριόχοιρους στο Παρανέστι Δράμας. Η παρέα μας ήταν δέκα άτομα. Εγώ, ο αδελφός μου και οκτώ ακόμη φίλοι…», γράφει στην πρώτη σελίδα του ημερολογίου του ο Κλεάνθης. «Αρχηγός μας, ο Γιάννης Αχινιώτης, ο πιο παλιός στο κυνήγι του αγριόχοιρου. Τα σκυλιά της παρέας τα έχει και τα φροντίζει ο Σταυρόπουλος, ένας καλός φίλος και κυνηγός. Είναι πέντε. Από αυτά ξεχωρίζουν τα δύο και είναι τα καλύτερα. O Τάκης και ο Ριφ». Και συνεχίζει: «Ύστερα από πέντε ώρες δρόμο, φτάσαμε επιτέλους στην καλύβα, στην οποία θα μέναμε. Αν και Σεπτέμβριος, το κρύο εκεί πάνω ήταν τσουχτερό. O αδελφός μου και ο Θωμάς μάζεψαν ξύλα και άναψαν τη σόμπα. Μαζευτήκαμε όλοι για να ζεσταθούμε και συζητήσαμε πώς θα ξεκινούσαμε το πρωί, πού θα κάναμε την παγάνα και πού θα έμπαιναν τα καρτέρια. Η ώρα με τη συζήτηση είχε πάει 11:30. Πέσαμε στα κρεβάτια, γιατί μας περίμενε μια δύσκολη μέρα. Όμως, εγώ δεν έκλεισα μάτι. O Σταυρόπουλος ροχάλιζε πολύ δυνατά και δεν με άφησε να κοιμηθώ. Έτσι, μετά από μια δύσκολη νύχτα, το ξημέρωμα με βρήκε με μάτια ανοιχτά.

Σιγά-σιγά σηκώθηκαν και οι άλλοι. Κολατσίσαμε όλοι μαζί και ξεκινήσαμε για την Πέρδικα. Ήταν μια χαράδρα που θα κάναμε την παγάνα. Παγανιέρηδες θα ήμασταν εγώ, ο αδελφός μου και ο Σταυρόπουλος. Oι άλλοι θα πήγαιναν στα καρτέρια. Η περιπέτεια είχε αρχίσει για μας. Oι φτέρες έφταναν σχεδόν τα δύο μέτρα και η ορατότητα ήταν ελάχιστη. Η παγάνα μας, όμως, δεν είχε επιτυχία. Αν και υπήρχαν αγριογούρουνα στην περιοχή, τα ίχνη και τα σκαψίματα ήταν φρέσκα, δεν τα βρήκαμε. Έτσι, ξεκινήσαμε για άλλη μια παγάνα, μήπως και ξεσηκώσουμε άλλα. Και πάλι δεν είχαμε αποτέλεσμα. Είχαμε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Κατάκοποι γυρίσαμε στην καλύβα. Αρχίσαμε πάλι να συζητάμε τι λάθη κάναμε και δεν είχαμε κανένα αποτέλεσμα. Αφού όμως πέρασε λίγη ώρα, το ρίξαμε στο ψήσιμο. Oι μπριζόλες και τα λουκάνικα πήγαν… σύννεφο! Εγώ πήγα να φέρω νερό λίγο πιο κάτω από την καλύβα. Καθώς προχωρούσα, σήκωσα καμιά δεκαπενταριά πέρδικες, που στην αρχή με ξάφνιασαν. Όταν γύρισα στην καλύβα είπα στον αδελφό μου και πήγαμε να τις ψάξουμε. Δυστυχώς, σταθήκαμε άτυχοι ξανά. O αδελφός μου χτύπησε ένα πουλί που δεν ήξερε τι είναι. Εγώ το κατάλαβα αμέσως. Ήταν μια αγριόκοτα. Το γνώρισα, γιατί είχα παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτά τα πουλιά. Πήρε να νυχτώνει. Μας είχε μείνει άλλη μια μέρα. Σκεφτόμουνα τι θα γίνει άραγε. Ξαπλώσαμε νωρίς και εμένα με πήρε αμέσως ο ύπνος…».

Τα Ζαρκάδια

«… Μόλις σηκώθηκα», συνεχίζει ο Κλεάνθης, «είχε πάρει να χαράζει. Έτσι, άρχισα να τους ξυπνάω έναν-έναν για να ξεκινήσουμε για την τελευταία παγάνα που είχαμε αποφασίσει αποβραδίς. Σε λίγο όλοι ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε με τα πόδια για να φτάσουμε στον τόπο που θα κυνηγούσαμε. Σταματήσαμε σε ένα μέρος που είχε πολύ πυκνή βλάστηση. O Αχινιώτης ζήτησε εθελοντές. Εγώ, ο Θωμάς και ο Ζαφείρης, ξεκινήσαμε με τα σκυλιά να κατεβαίνουμε τη χαράδρα. Μόλις όμως ξεκίνησε η παγάνα, τα σκυλιά άρχισαν τη δίωξη, χωρίς να ξέρουμε τι κυνηγάνε. Κλάπιζαν συνέχεια και επίμονα. Εγώ άρχισα να τρέχω μήπως προλάβω να δω τι είχαν μπροστά μας. Συνάντησα τον Θωμά. Τον ρώτησα τι ήταν και μου είπε ότι ήταν ένα μεγάλο ζαρκάδι. Η παρέα συγκεντρώθηκε. Τα είπαμε και οι τέσσερις πήραν το δρόμο της επιστροφής για τη Θεσσαλονίκη. Εγώ, ο αδελφός μου, ο Θωμάς και ο Σταυρόπουλος με τον Τάκη, καθίσαμε για να περιμένουμε τα σκυλιά, τα οποία κυνηγούσαν και δεν είχαν επιστρέψει ακόμα. Μετά τεσσεράμισι ώρες, επιτέλους γύρισαν. Τους δώσαμε νερό, τα βάλαμε στο αμάξι και πήραμε και εμείς το δρόμο της επιστροφής. Η απογοήτευσή μας ήταν μεγάλη, αλλά το κυνήγι του αγριογούρουνου τα έχει αυτά. Εύχομαι στο επόμενο να φέρουμε έναν κάπρο 150 κιλών…», κλείνει την πρώτη του εξιστόρηση ο νεαρός κυνηγός.

Στα Στεφανινά

«… Νοέμβριος ΄96. Με την παρέα μου αποφασίσαμε να πάμε για αγριογούρουνα στην περιοχή των Στεφανινών. Το ραντεβού ήταν στις 5 το πρωί στο μαγαζί του Σταυρόπουλου. Εγώ ξεκίνησα από το σπίτι γύρω στις 4:40. Όταν έφτασα, η ώρα ήταν 5, αλλά δεν είχε έρθει κανείς ακόμα. Σε λίγο ήρθε ο Αχινιώτης, ο αρχηγός της παρέας. Περιμέναμε άλλα πέντε άτομα. O Αχινιώτης μού είπε πως οι τρεις απ’ αυτούς δεν θα έρχονταν τελικά, οπότε περιμέναμε μόνο τον Σταυρόπουλο. Πέρασε μία ώρα και δεν αντέξαμε να περιμένουμε άλλο. Έτσι, ο αρχηγός και εγώ ξεκινήσαμε για το βουνό, όπου είχαμε αποφασίσει ότι θα κυνηγούσαμε. Πάντως, το στήσιμο ήταν μεγάλο. Δεν είχε συμβεί άλλη φορά κάτι τέτοιο. Ύστερα από δύο ώρες δρόμο, φτάσαμε στα Στεφανινά και αποφασίσαμε να πιάσουμε δύο καρτέρια για καμιά φάσσα. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και περπατήσαμε για να φτάσουμε σ’ ένα ύψωμα, όπου συχνά περνούσαν φάσσες. Η ώρα πέρασε και είχε πάει κιόλας 11:30. Κατεβήκαμε πάλι πίσω στο αμάξι και ο Αχινιώτης με πήγε σε ένα ξέφωτο για να κολατσίσουμε. Κάποια στιγμή ήρθαν κοντά μας κάποιοι κυνηγοί. Ήταν γνωστοί του αρχηγού και είχαν βγει για γουρούνια. Μας ρώτησαν αν θέλουμε να μπούμε στην παρέα τους. Εμείς, δεχτήκαμε και αμέσως ξεκινήσαμε για μια παγάνα. Μας έβαλαν σε δύο καρτέρια, αλλά ο Αχινιώτης μού είπε να πάω σε άλλο, που ήταν πιο πιθανό να περάσει κυνήγι. Η παγάνα είχε αρχίσει. Τα σκυλιά τα ακούγαμε που γάβγιζαν περίπου για 40 λεπτά. Το κυνήγι υπήρχε και ήταν κοντά μας. Τότε, ακούστηκαν δυο τουφεκιές. Ήταν ο Αχινιώτης. Είχε χτυπήσει ένα γουρούνι. Ξαφνικά άκουσα να μου φωνάζουν: «Επάνω σου!». Τα γουρούνια ήταν πολλά. Χτυπάω το πρώτο και το δεύτερο γύρω στα 20 μέτρα. Πέρασαν άλλα δύο, γύρω στα 30 μέτρα. Χτύπησα το ένα και το άλλο ο Αχινιώτης. Η χαρά μου δεν περιγραφόταν. Είχα χτυπήσει τρία εγώ και δύο ο αρχηγός. Ήρθε κοντά μας όλη η παρέα. Τα γουρούνια ήταν γύρω στα 30 με 40 κιλά το καθένα. Μέσα στην παγάνα είχαν τουφεκίσει και τη σκρόφα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Εγώ και ο Αχινιώτης πήραμε από ένα γουρούνι. Η άλλη η παρέα, που ήταν συνολικά εννέα άτομα, πήραν τα άλλα τρία γουρούνια. Το κυνήγι ήταν πολύ καλό. Αποχαιρετήσαμε την παρέα και ξεκινήσαμε για τη Θεσσαλονίκη. Πήγαμε στο μαγαζί του Αχινιώτη για να τα γδάρουμε με την άνεσή μας. Με πήγε μετά στο σπίτι, όπου με περίμενε η Λεόνα. Διηγήθηκα την ιστορία στη γυναίκα μου. Έπεσα πτώμα στο κρεβάτι. O ύπνος με πήρε μέσα στην κούραση αλλά και τη χαρά. Ένα από τα καλύτερα κυνήγια μου είχε τελειώσει…».

Στον Σταυρό

«15 Φεβρουαρίου 1999. Σάββατο βράδυ, γύρω στις 7, εγώ, ο Βασίλης και άλλοι τρεις φίλοι, από τον Σταυρό, ξεκινήσαμε για αγριογούρουνα. Φτάσαμε στο βουνό στις 9 και κατασκηνώσαμε. Θα κυνηγούσαμε την επομένη. Ανάψαμε φωτιά και καθίσαμε να ψήσουμε τις μπριζόλες και τα λουκάνικα. Ήπιαμε και το κρασί που μας είχε δώσει ο πατέρας του Βασίλη, που ήταν από τα δικά του αμπέλια και ήταν πολύ ωραίο…», αποτυπώνει τις αναμνήσεις του, σε άλλο σημείο του ημερολογίου του, ο Κλεάνθης. «Έτσι, δίπλα στη φωτιά περάσαμε μερικές από τις καλύτερες στιγμές κοντά στη φύση. Με το πρώτο χάραμα ήμασταν στο πόδι. Εγώ και ο Βασίλης πήγαμε να κόψουμε πατήματα. Ύστερα από μία ώρα ψάξιμο, σ’ ένα μονοπάτι βρήκαμε ίχνη από μια σκρόφα με πολλά μικρά. Τα υπολογίζαμε γύρω στα 15. Μετά από συνεννόηση, εγώ και ο Βασίλης πιάσαμε καρτέρια σε ξέφωτο και τα άλλα δύο παιδιά τα βάλαμε στο μονοπάτι, όπου είχαμε δει τα πατήματα. O ένας με τα δύο σκυλιά κατέβηκε λίγο μέσα στο ρέμα και τα άφησε ελεύθερα. Εκείνα πήραν τη μυρωδιά από τα γουρούνια και άρχισαν την καταδίωξη. Τα γαβγίσματά τους ακούγονταν καθαρά με γυρίσματα μέσα στη χαράδρα και ολοένα δυνάμωναν. Σε μια στιγμή άκουσα ένα θόρυβο. Κάτι ερχόταν κατά πάνω μου. Ξαφνικά τα είδα. Ήταν τρία γουρούνια. Έτρεχαν. Ήταν σε απόσταση οκτώ μέτρων κι έρχονταν προς το μέρος μου. Σήκωσα το όπλο και πυροβόλησα. Χτύπησα το ένα και το δεύτερο το τραυμάτισα επιπόλαια. Σε λίγο ακούστηκαν κι άλλες τουφεκιές. Ήταν από τον Βασίλη, που κι αυτός κράτησε ένα γουρούνι. Το δικό μου ήταν γύρω στα 50 κιλά, ενώ εκείνο που χτύπησε ο Βασίλης, 65. Ήμασταν μες στην τρελή χαρά. Το μόνο που μας απόμεινε ήταν να τα κατεβάσουμε στο χωριό. Όμως ποιος το λογάριαζε αυτό! Η κούραση είχε κιόλας φύγει. Εμείς πετούσαμε. Κάναμε τη μοιρασιά στο χωριό και ξεκινήσαμε για τα σπίτια μας. Ήταν κι αυτό μια πολύ καλή κυνηγετική έξοδος…», καταλήγει το σημείωμα του Κλεάνθη, που από τώρα ετοιμάζει τον διάδοχό του, τον Αλέξανδρο.

«Μόλις γεννήθηκε του αγόρασα μια καραμπίνα. Τώρα πάει ακόμη στο νηπιαγωγείο, αλλά του δίνω τα πρώτα μαθήματα. Το ίδιο κάνει και η Λεόνα, με την κόρη μας την Άννα, που είναι μικρότερη από τον Αλέξανδρο. Oι γυναίκες του σπιτιού μας, εκτός από την κυνηγετική κουζίνα, φροντίζουν και τα κουταβάκια μας, αν και η Λεόνα έχει αρχίσει να μαθαίνει να τουφεκίζει και πουλιά. Τι να κάνουμε, είμαστε μια οικογένεια κυνηγών και δεν ντρεπόμαστε γι’ αυτό. Αντίθετα, μας αρέσει πολύ που μπορούμε και χαιρόμαστε κοντά στη φύση. Γιατί στα βουνά πηγαίνουμε κι όταν σταματά το κυνήγι, μια και κάνουμε συχνά εκδρομές», λέει ο Κλεάνθης και χαριτολογώντας προσθέτει: «Μακάρι να κάνω και… γαμπρό κυνηγό και στο σημειωματάριό μου να περιγράψω κυνήγια και μαζί του!».

 

Του Δημήτρη Μιλτιάδη

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top