Σύγχρονα όπλα, σύγχρονων επωνύμων…

Οι θρύλοι γύρω από τα όπλα πολλών προσωπικοτήτων της ιστορίας, είναι πασίγνωστοι και ατελείωτοι. Τα «παραμύθια» που δημιουργήθηκαν από μυθομανείς οπλόφιλους γύρω από την κατοχή τέτοιων όπλων, ακόμα περισσότερα…!

Έχω αναφέρει στο παρελθόν ότι η εισαγωγή ενός όπλου της προσωπικής συλλογής του Φαρούκ από μεγάλο οπλόφιλο που δεν ζει πια, έδωσε το έναυσμα για την κατά φαντασίαν απόκτηση εκατοντάδων τέτοιων όπλων από Έλληνες μυθομανείς.
Μόνο εγώ στα όσα χρόνια ασχολούμαι με το λειόκαννο, έχω κληθεί να «εκτιμήσω» περισσότερα από 60 τέτοια όπλα. Και βέβαια τα μισά από αυτά ήταν εξώσφυρα Krup Essen που ποτέ δεν πέρασαν από την Αίγυπτο.
Σε κάθε περίπτωση ο προηγούμενος κάτοχος, αν ήταν διάσημος, επηρέαζε και έμμεσα και άμεσα την αξία ενός όπλου. Άμεσα γιατί ικανοποιούσε τη ματαιοδοξία του επόμενου κατόχου να αισθάνεται και να διατυμπανίζει ότι κατέχει το όπλο της τάδε προσωπικότητας. Έμμεσα γιατί είναι πολύ πιθανό ο οπλοκατασκευαστής που έφτιαξε αυτό το όπλο να κατέβαλλε κάθε προσπάθεια για να γίνει αυτό όσο τελειότερο μπορούσε, ανταποδίδοντας στον ευγενή πελάτη την τιμή που του έκανε να προτιμήσει τα προϊόντα του.

Έρευνες και αποδεικτικά στοιχεία
Τα παλιά χρόνια θεωρείτο μεγάλη τιμή για τους οπλοκατασκευαστές να έχουν τον τίτλο του προμηθευτή κάποιας Βασιλικής Αυλής.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι, ότι όπλα επωνύμων του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα, αποδείχθηκαν ανθεκτικότατα στο χρόνο, όχι όμως και τα ντοκουμέντα που πιστοποιούσαν τη σχέση των όπλων αυτών με τον πρώτο, επώνυμο κάτοχό τους.
Θυμάμαι ακόμη το εξαίρετο όπλο του Όθωνα, που πουλήθηκε από αδερφικό μου φίλο οπλουργό, όπως και το βελγικό Branquaert που ο εγγονός στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού Πλαστήρα, βεβαίωνε ότι ανήκε στο μεγάλο Έλληνα πολιτικό, χωρίς όμως να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία. Πούλησα προ δύο ετών αυτό το όπλο, ως ένα εξαιρετικής ποιότητας βελγικό, χωρίς να μπορώ να επικαλεστώ τον προηγούμενο κάτοχό του. Γιατί απλά, όσο και αν ερεύνησα το θέμα, το μόνο που κατάφερα να βρω ήταν ότι ο Πλαστήρας, παρότι μη κυνηγός, είχε τρία τουλάχιστον βελγικά δίκαννα χαρισμένα σε εκείνον τα χρόνια που βρισκόταν στη Γαλλία. Ποτέ δεν μπόρεσα να βρω αποδείξεις, φωτογραφικές ή άλλες, που να αποδεικνύουν ότι το Branquaert που είχα στην έκθεση χειροποίητων όπλων που διατηρώ, ήταν ένα από αυτά. Ακόμα δε, έχω την απορία πώς ένας μη κυνηγός έχει τέτοια προτίμηση στα βελγικά δίκαννα, που ενώ ζει στη Γαλλία αποκτά εκείνη την περίοδο τρία όπλα, και τα τρία βελγικά!

Όταν η προέλευση του όπλου είναι αποδεικτέα
Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισα πρόσφατα με ένα ρωσικό χειροποίητο αλληλεπίθετο MU109 της Tula. Είχα όλες τις ενδείξεις και τις διαβεβαιώσεις ότι επρόκειτο για οπλοκατασκευή του 1985 για λογαριασμό του Τσαουσέσκου. Η συλλογή όπλων του Τσαουσέσκου είναι πασίγνωστη. Εγώ όμως, δεν κατάφερα να βρω κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για τη σχέση του Τσαουσέσκου με το συγκεκριμένο όπλο.
Μετά από όλα αυτά, γίνεται εμφανής μία άλλη διάσταση της αξίας που έχουν κάποια όπλα όταν μεταβιβάζονται από προσωπικότητες που ήταν οι πρώτοι τους ιδιοκτήτες και που παραμένουν εν ζωή. Μπορεί ο σημερινός πρωθυπουργός μίας χώρας, να μη διαθέτει ως όνομα την εμβέλεια και το κύρος κάποιου παλιότερου πρωθυπουργού, μπορεί να μην έζησε και να μην παράγγειλε τα όπλα του στην «χρυσή εποχή των οπλοκατασκευών», αλλά η προέλευση των όπλων του είναι εύκολα αποδεικτέα και αυτό τους δίνει ιδιαίτερη αξία.

Περιπτώσεις που συγκλόνισαν όλο τον κόσμο
Δύο τουλάχιστον περιπτώσεις συγκλόνισαν τους συλλέκτες όπλων όλου του κόσμου την τελευταία διετία. Η πρώτη αφορούσε σε ένα ζευγάρι πλαγιόκαννων Purdey που δημοπρατήθηκαν στην Αγγλία και που είχαν κατασκευαστεί για το μεγάλο οδηγό αγώνων φόρμουλα 1, Jackie Stewart, τον Stewart, που λίγοι γνωρίζουν ότι ήταν εγγονός ενός gamekeeper και ότι μεγάλωσε με ένα καλάμι ψαρέματος και ένα κυνηγετικό όπλο στα χέρια του, ενώ σε ηλικία μόλις 15 ετών έγινε σκοπευτής, κερδίζοντας πρωταθλήματα της Σκοτίας, της Ουαλίας και της Ιρλανδίας και δύο φορές το European and Mediterranean Championship!
Η δεύτερη αφορούσε σε ένα μέρος της συλλογής χειροποίητων λειόκαννων του γνωστού κιθαρίστα Eric Clapton. Πιο συγκεκριμένα, αφορούσε σε ένα ζευγάρι αλληλεπίθετα δίκαννα Purdey, διαμετρήματος 20, με αποστρογγυλεμένη βάση (round body), μονοσκάνδαλα με ολόκληρες φωτιές και σύστημα αυτόματου ανοίγματος (self opener), ένα ζευγάρι πλαγιόκαννα Purdey διαμετρήματος 12, και ένα ζευγάρι αλληλεπίθετα Holland & Holland μοντέλου Royal, διαμετρήματος 16.
Επίσης, υπήρχαν και μονοσκάνδαλα και round body, ένα ζευγάρι Churchill πλαγιόκαννα round body διαμετρήματος 12, μονοσκάνδαλα με σύστημα αυτόματου ανοίγματος και δύο ζευγάρια ακόμη, διαμετρήματος 16 και πλαγιόκαννων κατασκευασμένων από την William Evans και αλληλεπίθετων κατασκευασμένων από την Watson Bros.
Και αυτά τα όπλα, παρουσιάζουν τεράστιο και πολύπλευρο ενδιαφέρον για το μελετητή των σύγχρονων λειόκαννων. Πολύπλευρο γιατί πράγματι αποτελούν κορυφαία δείγματα της δεξιοτεχνίας των μεγαλύτερων αγγλικών εταιριών χειροποίητων όπλων. Μπορεί μ’ άλλα λόγια, εύκολα εξετάζοντας κάποιος αυτά τα όπλα, να μάθει τα ποιοτικά όρια αυτών των εταιριών, σήμερα, που δεν είναι πλέον εν ζωή οι τεχνίτες εκείνοι που όντας κυριολεκτικά ιερά τέρατα της οπλοκατασκευαστικής τέχνης, απογείωσαν τη φήμη αυτών των εταιριών. Ακόμα και η μακροσκοπική εξέταση των φωτογραφιών αυτών των όπλων, μαρτυρεί εύκολα ότι παραγγέλθηκαν χωρίς καμία φειδώ και από τις δύο πλευρές: σε χρήματα από τον αγοραστή και σε εργατώρες από τους τεχνίτες που τα κατασκεύασαν.

Η περίφημη συλλογή όπλων του Eric Clapton
Μια άλλη ενδιαφέρουσα πλευρά αυτών των όπλων είναι η επιλογή ενός τόσο ιδιαίτερου ανθρώπου να στραφεί προς τη συλλογή χειροποίητων λειόκαννων. Ο Eric Clapton, δεν έχει μόνο μια ιστορία πάθους και προσφοράς στη μουσική. Είχε παράλληλα την ιδιαιτερότητα να είναι ιδιαίτερα επιρρεπής στη χρήση ουσιών, αλλά και τη δύναμη να ξεπερνάει τα λάθη του. Η ιστορία του είναι λίγο πολύ γνωστή. Γεννήθηκε στο Ripley της Αγγλίας το Μάρτη του 1945 από τη δεκαεξάχρονη Patricia Molly Clapton και τον εικοσιτετράχρονο Καναδό στρατιώτη Edward Walter Fryer. Απέκτησε την πρώτη του κιθάρα σε ηλικία 13 ετών και στα 17 του είχε ήδη το πρώτο του συγκρότημα τους Roosters. Έγινε γρήγορα διάσημος και απέκτησε το προσωνύμιο Slowhand, από την ταχύτητα με την οποία άλλαζε τη χορδή της κιθάρας του, ενώ το κοινό τον περίμενε χτυπώντας του ρυθμικά παλαμάκια (slow hand claps). Το 1971 ένας ανεκπλήρωτος έρωτας τον έκανε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να εθιστεί στην ηρωίνη. Τρία μόλις χρόνια αργότερα, είχε εμφανιστεί μόνο σε μία συναυλία για το Μπαγκλαντές, αλλά είχε ξεπεράσει την ηρωίνη. Επέστρεψε στην καριέρα του ως βαρύτατα αλκοολικός. Ξεπέρασε και αυτό το πάθος του, είδε να χάνονται οι τρεις καλύτεροι φίλοι του, ο Jimi Hentrix το 1970, ο Duane Allman το 1971 και ο Steve Ray Vaughan το 1990. Το 1991 ο τετράχρονος γιος του έπεσε από τον 53ο όροφο ενός ουρανοξύστη. Παντρεύτηκε πολλές φορές στη ζωή του και όλη του η ζωή ήταν μια ιστορία γεμάτη έρωτες, πάθη και λατρεία για τη μουσική. Η πρόσφατη δημοπρασία μέρους της συλλογής του, έκανε γνωστό άλλο ένα, πιο πρόσφατο και κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερα υγιές πάθος του, τη συλλογή καλών χειροποίητων όπλων.

Το μυστήριο της δημοπρασίας
Μια τρίτη πλευρά των όσων αποκάλυψε η δημοπρασία αυτή, είναι οι λόγοι που οδήγησαν τον Eric Clapton στο να πουλήσει τόσα πολλά και τόσο αξιόλογα όπλα. Χωρίς στοιχεία και θέλοντας να επιβεβαιώσουν δικές τους επιλογές, κάποιοι οπλόφιλοι ισχυρίστηκαν αυθαίρετα ότι ο Eric Clapton απογοητεύτηκε από την «αγγλική σχολή» και στράφηκε στους κορυφαίους Ιταλούς οπλοκατασκευαστές, όπως είναι ο Luciano Bossis, ο Fabbri ή οι F.lli Rizzini. Όμως κανένα στοιχείο μέχρι σήμερα δεν έχω εντοπίσει για τέτοιες παραγγελίες του στην Ιταλία. Ελπίζω το μυστήριο αυτό να διαλευκανθεί σύντομα, γιατί μπορεί να είναι ασήμαντο για τους λάτρεις της μουσικής, δεν είναι όμως καθόλου ασήμαντο για τους λάτρεις των καλών όπλων.

Του Χρήστου Χατζιώτη
Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top