Τι να το κάνεις το στυλ στο κυνήγι;

Του κυρ Γιάννη

 

Το ότι ζούμε μερικοί κυνηγοί σήμερα είναι θαύμα. Σκέφτομαι αυτά που έχουμε κάνει από άγνοια αλλά γιατί ήτανε “νόμος” και μου σηκώνεται η τρίχα. Αυτοί οι οποίοι μας δίδαξαν, αυτά γνώριζαν, αυτά έπρατταν, αυτά έλεγαν. Δεν θέλουν παρεξήγηση. Η πείνα, ο πόλεμος, ο εμφύλιος τούς είχαν κάνει έτσι.

Ήτανε καμικάζι, πραγματικοί κομάντος. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου, μαζί με τον καλύτερό του φίλο, τον Βαγγέλη τον Μπαγλατζή, τον άνθρωπο που πέθανε 44 χρόνων στο Χέρωμα κυνηγώντας τρυγόνια με την τσάντα γεμάτη και τον μικρό του 10χρονο γιο κοντά, ήτανε “τρομοκράτες”. Ξέθαβαν νάρκες αντιαρματικές των Γερμανών, που τα πρώτα χρόνια του ’40 τις είχαν στρώσει στην παραλία της Βάρκιζας, γιατί εκεί περίμεναν απόβαση από τους Εγγλέζους. Έπαιρναν την εκρηκτική ύλη που πρέπει να ήταν ΤΝΤ, την έβαζαν μέσα σε κονσερβοκούτια από κορνεμπίφ και με ένα καψούλι και μικρό φυτίλι σκότωναν ψάρια στη Βάρκιζα και τάιζαν συγγενείς και φίλους. Ο μπάρμπα Στάμος, ο Σκουρλής, ήταν κι αυτός “τρομοκράτης” (με το πολυβόλο στην Αλβανία και γύρισε με τα πόδια στο Κορωπί). Ό,τι έλεγαν οι άνθρωποι αυτοί ήταν νόμος και δεν τολμούσα να πω κουβέντα.

 

Ο λόγος τους ήταν νόμος

Τα φυσίγγια τα γεμίζαμε μόνοι. Τη δεκαετία του ’50 και ’60 δεν αγοράσαμε κάλυκα ποτέ. Μόλις έφευγαν οι Αθηναίοι κυνηγοί από τα καρτέρια του Πευκωτού, εγώ με το ταγάρι στην πλάτη και το λάστιχο (τη σφεντόνα) έψαχνα για τραυματισμένα και σκοτωμένα τρυγόνια. Γέμιζα και το ταγάρι με κάλυκες. Από αυτούς διαλέγαμε κι αφού αλλάζαμε το καψούλι τους ξαναγεμίζαμε. Καψούλια είχε 6,45 και Φερμέ. Αγοράζαμε φερμέ. Μπαρούτι ελληνική Ιδεάλ. Κι εδώ είναι το έγκλημα. Τραχανά λιάζαμε, αρακά λιάζαμε, δίπλα ήταν και το ταψί με τις μπαρούτες. Μία φορά μάλιστα, όταν έβγαλε η μάνα μου τα ψωμιά από το φούρνο, ο πατέρας μου έβαλε το ταψί με τις μπαρούτες για να ψηθούν. Με αυτόν τον τρόπο το κουτί έφθανε στη μέση από γεμάτο. Γεμίζαμε με το σεσουλάκι, όχι κοφτό, αλλά να έχει και σωρουδάκι από πάνω, το κατσούπι. Μετά πίτουρο, πολύ πίτουρο δική μας παραγωγής. Μια τάπα ψιλή (όχι τάπες χονδρές) κομμένη από δυσεύρετο χαρτόνι, κομμένη με ζκρόπια. Τα σκάγια με τη σέσουλα, με σωρό (κατσούπι), τάπα ψιλή και στρίψιμο στρογγυλό. Δοκιμή δεν έγινε ποτέ. Πού να βρούμε στόχο, τενεκέ ή χαρτόνι; Δεν υπήρχαν. Μαθημένος ο μπάρμπα Στάμος από το πολυβόλο, έλεγε ότι με το μπαμ πρέπει να σου φεύγει η ωμοπλάτη και τα σαγόνια. Με το πίτουρο, όλο το Σεπτέμβρη ήμασταν με τα μάτια πρησμένα. Οι γομώσεις ήταν σούπερ μάγκνουμ. Το πώς δεν σκοτωθήκαμε θαύμα ήταν.

 

Έπαθε από… το διάβασμα

Γύρω στα τέλη του ’50, ένας εξαίρετος άνθρωπος και κυνηγός, ο Παναγιώτης ο Παΐζης, εισαγγελέας, φανατικός τρυγονάς, αγόρασε το καρτέρι του. Στο μέσο της λεωφόρου Βάρης-Βάρκιζας, 100 μέτρα από το δρόμο, υπήρχε μια μεγάλη ελιά. Αγόρασε όλο το κτήμα και μπροστά στη λεωφόρο έχτισε ένα πολύ ωραίο σπίτι. Κυνηγούσε όχι μόνο η γυναίκα του αλλά και η κόρη του, η κυρία Μιμήνα, που για πολλά χρόνια έγραφε στα κυνηγετικά νέα. Ήταν μια οικογένεια να τους χαίρεσαι και να τους καμαρώνεις. Στο κτήμα του έπαιρνε πολλές φορές μεροκάματο τον πατέρα μου, τον οποίο αγαπούσε. Ένα βράδυ συγκεντρώθηκε η τριπλέτα στο σπίτι μας για να τα κοπανήσουν, ο πατέρας μου, που αυτή την ημέρα δούλευε στον Παΐζη, ο Καζατζής και ο μπάρμπα Αχιλλέας. Κρασί, ελιές θρούμπες, ψωμί, κρεμμύδια, ήταν το μενού. Ο πατέρας μου λέει στους άλλους σοφούς το συμβάν, “ρε, ο Παΐζης δεν είναι καλά. Αγόρασε ένα καινούργιο τουφέκι Σεντ Ετιέν και όλο το απόγευμα γύριζε στη βεράντα, έκανε πρου-που-που (το θόρυβο του τρυγονιού που πεταγόταν από τις ελιές) και τανκ-τανκ έριχνε και τις δύο σκανδάλες”. Ο μπαρμπα Αχιλλέας έκανε τη διάγνωση “όλοι αυτοί που ξέρουνε γράμματα, έχουν πάθει από το διάβασμα. Κανείς δεν είναι καλά”.

 

 

Χαρά μεγάλη

Ο σοφός Παΐζης, μεγάλος γνώστης, έκανε επωμίσεις και όλο τον Σεπτέμβρη πέταγε με το νέο όπλο. Πού ήξεραν οι τρεις σοφοί από επωμίσεις, από διόφθαλμη σκόπευση, από προσκόπευση. Το 1966, ενώ το βιοτικό μας επίπεδο είχε ανέβει κατακόρυφα, βλέπω τον πατέρα μου να γυρίζει από την Αθήνα με ένα μεγάλο κουτί. Το ανοίγει και… ε ρε χαρά μεγάλη, λες και αγοράσαμε καράβι. Ένα σούπερ ποζέ Beretta S55. Τρομερό όπλο. Του κάναμε τα καλορίζικα με τηγανίτες που έφτιαξε η μάνα μου από δικό μας αλεύρι, λάδι και μέλι. Το απόγευμα βλέπω τον πατέρα μου στην αυλή με το όπλο να κάνει μπραστ (το θόρυβο που κάνει ο λαγός όταν πετάγεται), να σκοπεύει χαμηλά και να ρίχνει την πρώτη σκανδάλη, τουφ. Ήτανε βουβή, γιατί ήτανε στο χώμα. “Ρε πατέρα, του λέω, ο Παΐζης έπαθε από τα γράμματα, εσύ από τα γράμματα έπαθες;”. “Όχι, ρε παιδί μου, αφού δεν έχω πάει σχολείο. Από το αλέτρι, από το αλέτρι”.

 

Πώς αλλάζουν οι καιροί!

Ο πατέρας μου έκανε επωμίσεις, αρχίσαμε να γινόμαστε σωστοί κυνηγοί. Αλλά τουφεκούσε χάμω κι έριχνε μόνο μία. Τι λέει το τραγούδι “για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή”. Για να φθάσουμε κι εμείς στο επίπεδο του Παΐζη, να τουφεκάμε ψηλά και να ρίχνουμε και τις δύο, είχαμε μπροστά μας αγώνα, πολύ μεγάλο αγώνα. Τα καταφέραμε όμως και είμαστε ευτυχισμένοι με το αγαπημένο μας κυνήγι. Τώρα το πρόβλημά μας είναι ότι κυνηγάμε, χαιρόμαστε το κυνήγι, αλλά τα σκυλιά μας δεν έχουν στυλ. Οι φίλοι μου δεν κυνηγούν αλλά τα σκυλιά τους έχουν πολύ στυλ. Για αυτό το λόγο δεν έχουν τσάντα, δεν έχουν κρεμαστάρι, όπως εγώ. Τι να βάλουν μέσα οι καλοί μου φίλοι; Το στυλ; Βρε πώς αλλάζουν οι καιροί; Πώς έρχονται τα πράγματα; Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή.

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top