ΧΩΡΙΣ ΣΧΕΔΙΟ & ΑΡΧΕΣ ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΩΝ ΘΗΡΑΣ

Του Δημήτρη Μιλτιάδη

Βρέθηκε πως η απαγόρευση της θήρας εξαρχής στα Καταφύγια Άγριας Ζωής αποτελεί σοβαρό ατόπημα και η πολιτεία οφείλει να επανορθώσει.

Στα 385 ανέρχονται τα Καταφύγια Άγριας Ζωής, με συνολική έκταση που πλησιάζει τα 12.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Αυτά είναι «σφηνωμένα» στους καλύτερους κυνηγότοπους. Αν συνυπολογιστούν οι απαγορεύσεις θήρας σε 300 άλλες περιοχές, με χρονική διάρκεια την πενταετία, αντιλαμβάνεται κανείς ότι στην Ελλάδα, και στον τομέα αυτό, όλα γίνονται στο… πόδι! Αυτό είναι το συμπέρασμα της σχετικής μελέτης, που παρουσιάστηκε στο πανελλήνιο δασολογικό συνέδριο, με αφορμή και την περίπτωση του Δασαρχείου Πολυγύρου, που έχει διπλάσια καταφύγια και σχεδόν διπλάσιες εκτάσεις απαγόρευσης θήρας, από κάθε άλλο νομό της Βόρειας Ελλάδας. Την εργασία εκπόνησαν οι επιστημονικοί συνεργάτες της ΣΤ΄ΚΟΜΑΘ Χρ. Σώκος, Κ. Παπασπυρόπουλος, Κ. Σκορδάς και Π. Μπίρτσας.

Όπως τόνισαν οι επιστήμονες, «υφίσταται ένα δίκτυο χωρικών απαγορεύσεων θήρας (καταφύγια) το οποίο δεν είναι κατάλληλα σχεδιασμένο, καθώς δεν τηρούνται οι αρχές για την απαιτούμενη τεκμηρίωση και βελτίωση των χωρικών απαγορεύσεων για το επιδημητικό θήραμα, δηλαδή Συγκεκριμένα οι αρχές αυτές εστιάζονται: στο εάν η θήρα προκαλεί ή όχι επιπτώσεις σε προστατευόμενα είδη της περιοχής, στο ότι για το μικρό θήραμα μακροχρόνιες απαγορεύσεις και μεγάλου εμβαδού καταφύγια έχουν περισσότερες επιπτώσεις παρά οφέλη, και στο ότι για τον αγριόχοιρο, υπερβολικού εμβαδού καταφύγια στερούν κυνηγότοπο όχι μόνο στους κυνηγούς αγριόχοιρου – αλλά και στους κυνηγούς μικρών θηραμάτων»

Ύστερα από επιτόπιες επισκέψεις και διερεύνηση της σκοπιμότητας των καταφυγίων στην περιοχή ευθύνης του Δασαρχείου Πολυγύρου, οι μελετητές διαπίστωσαν πως «πολλά καταφύγια καταλαμβάνουν υπερβολικά μεγάλες εκτάσεις, σε μερικά η σκοπιμότητα δεν υφίσταται, άλλα εφάπτονται και η χωροκατανομή τους δεν είναι η επιθυμητή. Αυτό έχει επιπτώσεις για το περιβάλλον και τη δραστηριότητα της θήρας, μεταξύ των οποίων είναι η αύξηση της χρήσης του αυτοκινήτου από τους κυνηγούς».

Ιστορική αναδρομή
Σύμφωνα με τη μελέτη, « ειδικοί επιστήμονες σε συνέδριο για τις περιοχές του δικτύου “Φύση 2000” στο Bath της Μ. Βρετανίας το 1998, συμπέραναν ότι: «…η δραστηριότητα της θήρας είναι συμβατή με την προστασία μιας περιοχής αρκεί να υπόκειται σε χρονικούς και χωρικούς περιορισμούς». Ο καθηγητής Δρ. Σπ. Ντάφης, σε συνάντηση εργασίας στην Περιφέρεια Θεσσαλίας το 2003 επισήμανε ότι: «το κυνήγι δεν πρέπει υποχρεωτικά να απαγορεύεται σε ζώνες προστασίας» και ότι: «τα μέτρα προστασίας για ένα είδος είναι αναγκαία μόνο όταν αυτό απειλείται».

Οι χωρικές απαγορεύσεις θήρας στην Ελλάδα αναφέρονται στα καταφύγια άγριας ζωής (ΚΑΖ, παλαιότερα καταφύγια θηραμάτων) και στις απαγορεύσεις θήρας ορισμένου χρόνου. Στην Ελλάδα ελάχιστες χωρικές απαγορεύσεις θήρας υπήρχαν κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, κυρίως στο πλαίσιο ίδρυσης των Εθνικών Δρυμών.

Αργότερα, το 1954 καταγράφονται:
α) έξι μόνιμοι Δρυμοί ή κυνηγετικά πάρκα, όπως στον Όλυμπο,
β) 26 ημιμόνιμα καταφύγια θηραμάτων, έκτασης 20 έως 30 km² το καθένα και αορίστου χρονικής ισχύος, και
γ) 18 χωρικές απαγορεύσεις θήρας, χρονικής ισχύος τριών έως πέντε ετών.

Στη συνέχεια ο αριθμός των χωρικών απαγορεύσεων αυξήθηκε σοβαρά στο πλαίσιο του Ν.Δ. 86/1969, όπου τα καταφύγια θηραμάτων έχουν αποκλειστικό σκοπό την προστασία θηραματικών ειδών και την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης με την «ακτινοβολία» των θηραμάτων πέριξ αυτών. Ως «ακτινοβολία» ορίζεται η αύξηση του πληθυσμού του θηράματος εντός του καταφυγίου και η διασπορά του στον κυνηγότοπο.

Σήμερα, τα καταφύγια θηραμάτων έχουν μετονομαστεί σε KAZ με διαφορετικούς σκοπούς και προϋποθέσεις (άρθρο 57 του Νόμου 2637/1998 και μετέπειτα Ν. 3937/2011). Η αλλαγή όμως αυτή περιορίστηκε μόνο στην αλλαγή του ονόματος. Δεν λήφθηκε υπόψη το εάν τα πρώην καταφύγια θηραμάτων πληρούν τα αναγκαία κριτήρια – και ακόμα περισσότερο – για το πώς η θήρα μπορεί να επηρεάσει το προστατευτέο κάθε φορά αντικείμενο.

Τονίζεται ότι η σοβαρή αδυναμία του νέου αυτού καθεστώτος έγκειται στο ότι απαγορεύει εξαρχής τη θήρα ακόμα και αν τα προστατευόμενα είδη (π.χ. φυτά, έντομα, θηλαστικά, ερπετά, πτηνά) της περιοχής δεν έχουν επιπτώσεις από τη θήρα. Από την άλλη για τις υπόλοιπες δραστηριότητες, όπως η βόσκηση, η υλοτομία κ.α., συνήθως δεν συμβαίνει καμιά ρύθμιση. Ο αριθμός των ΚΑΖ ανέρχεται σε 685 περίπου και καλύπτουν έκταση 11.917,43km2 στους καλύτερους συνήθως κυνηγοτόπους.

Εκτός των ΚΑΖ υφίστανται και οι απαγορεύσεις θήρας ορισμένου χρόνου, όπου η θήρα απαγορεύεται για τουλάχιστον πέντε έτη συνήθως, με σκοπό να ανακάμψουν οι πληθυσμοί των θηραμάτων και να «ακτινοβολούν» στους πέριξ κυνηγοτόπους. Ο αριθμός τους και το συνολικό εμβαδόν όπου καταλαμβάνουν δεν είναι γνωστά, εκτιμάται πως ανέρχονται στις 300 περιοχές σε όλη τη χώρα.

Στην Ελλάδα δεν είναι γνωστή κάποια εργασία για το σχεδιασμό των χωρικών απαγορεύσεων θήρας ( καταφύγια) και η διεθνής γνώση είναι περιορισμένη. Στην πρώτη αυτή προσπάθεια, αν και υπάρχουν σοβαρά κενά στη γνώση, επιχειρείται να παρουσιαστούν οι βασικές γνώσεις αξιολόγησης και σχεδιασμού των καταφυγίων για τα επιδημητικά θηράματα, με περίπτωση μελέτης την περιοχή ευθύνης του Δασαρχείου Πολυγύρου».

Η σημασία τους για το θήραμα
Οι επιστημονικοί συνεργάτες εξήγησαν ότι η διεξαγωγή της θήρας σε οποιαδήποτε περιοχή δεν θα πρέπει να προκαλεί επιπτώσεις σε πληθυσμούς προστατευόμενων ειδών. Αυτό άλλωστε σπάνια ενδέχεται να συμβαίνει καθώς για τα προστατευόμενα είδη απαγορεύεται η θήρα και η όχληση της θήρας δεν προκαλεί συνήθως επιπτώσεις. Πράγματι έρευνες έδειξαν πως η διεξαγωγή της θήρας είναι συμβατή με την προστασία προστατευόμενων ειδών και πως σε κάποιες περιπτώσεις οι πληθυσμιακές πυκνότητες των προστατευόμενων ειδών είναι υψηλότερες σε περιοχές που ασκείται θήρα.

Συνεπώς οι χωρικές απαγορεύσεις θήρας εξετάζονται κυρίως για τη σημασία τους για το θήραμα. Η σημασία των καταφυγίων για το θήραμα εξετάζεται ως προς το: 1) εάν η θήρα απειλεί με σοβαρή μείωση ή εξαφάνιση πληθυσμούς θηραμάτων, συνεπώς είναι απαραίτητη η απόλυτη απαγόρευση της θήρας στο πλαίσιο του καταφυγίου, και 2) εάν «ακτινοβολούν» τα θηρεύσιμα θηράματα πέριξ των καταφυγίων σε βαθμό τέτοιο όπου να ωφελείται ο κυνηγός παρά τη στέρηση κυνηγοτόπου από το καταφύγιο.

Τόνισαν πως η θήρα στο πλαίσιο των κανονισμών και της εφαρμοζόμενης θηροφύλαξης δεν αναμένεται να απειλεί πλέον με εξαφάνιση πληθυσμούς θηραμάτων στην Ελλάδα. Αυτό επιβεβαιώνεται από το πρόγραμμα απογραφής της κάρπωσης, “Άρτεμις” και από έρευνες καταμέτρησης πληθυσμών, όπου το θήραμα, αν και σε μικρές, σε κάποιες περιπτώσεις πυκνότητες, διατηρεί τους υπάρχοντες πληθυσμούς του κατά τα τελευταία έτη.

«Αν ωστόσο ο πληθυσμός ενός θηρεύσιμου είδους μειωθεί σοβαρά σε μια περιοχή καθώς δρουν εκτός από τη θήρα και άλλοι παράγοντες (άρπαγες, παθογόνοι μικροοργανισμοί), τότε υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις συνήθως απαγορεύεται η θήρα ειδικά για αυτό το είδος και δεν εφαρμόζεται χωρική απαγόρευση θήρας και για τα υπόλοιπα θηρεύσιμα είδη της περιοχής . Η ίδρυση καταφυγίων για προστασία από σοβαρή πληθυσμιακή μείωση ή εξαφάνιση είναι επιστημονικά ανυπόστατη και διαχειριστικά επιζήμια. Η τοπική ρύθμιση θήρας για το συγκεκριμένο είδος λύνει το πρόβλημα χωρίς να απαιτείται η χωρική απαγόρευση θήρας για όλα τα είδη. Τέτοιες ρυθμίσεις εφαρμόζονται και στην Ελλάδα, όπως με τη νησιώτικη πέρδικα», ανέφεραν χαρακτηριστικά.

«Ακτινοβολία» μικρού θηράματος
Το μικρό επιδημητικό θήραμα συνήθως δεν απομακρύνεται σε αποστάσεις μεγαλύτερες των 1-3 km από τη θέση γέννησης του, ενώ ακόμα μικρότερο είναι το εύρος κατοικίας – ακτίνας συνήθως 0,5-1 km. Επιστήμονες βρήκαν, το 2007, πως το 50% των νεαρών λαγών δεν απομακρύνεται από τη θέση γέννησης περισσότερο από 700μ., για το υπόλοιπο 50% η διάμεσος απομάκρυνσης ήταν 1500μ.. Σε παρόμοια έρευνα (2011) βρήκαν πως σε μεγάλες αποστάσεις από τη θέση γέννησης (1000-3000μ.) απομακρύνεται το 30% περίπου των λαγών. Η απομάκρυνση αυτή είναι μικρότερη για τους λαγούς που γεννήθηκαν σε περιοχές με υψηλότερη πληθυσμιακή πυκνότητα.

Συνεπώς, η υποτιθέμενη «ακτινοβολία» από τον πληθυσμό μεγαλύτερης πυκνότητας (του καταφυγίου) προς τον πληθυσμό μικρότερης πυκνότητας (του κυνηγοτόπου), ίσως να μην ισχύει και να συμβαίνει σε ένα βαθμό και το αντίθετο, δηλαδή η χωρική απαγόρευση να «απορροφά» το θήραμα από τους πέριξ κυνηγοτόπους.

Έχει παρατηρηθεί πως οι λαγοί συχνά κατευθύνονται προς το καταφύγιο όταν διώκονται από τα λαγόσκυλα (προσωπική επικοινωνία με λαγοκυνηγούς), κάτι το οποίο υποδηλώνει την ικανότητα των λαγών να διαφύγουν της θήρευσης μετακινώντας το εύρος κατοικίας τους προς το καταφύγιο.

Επιπλέον, το πλεόνασμα λαγών το οποίο θεωρητικά θα «ακτινοβολεί» ενδέχεται να χάνεται λόγω απωλειών από άρπαγες, ασθένειες, λαθροθήρες, περιφερόμενα σκυλιά και τη θανάτωση στους δρόμους. Η κατάργηση του ελέγχου των αρπάγων από τη δεκαετία του 1980 στην Ελλάδα, αναμένεται να μείωσε το υποτιθέμενο πλεόνασμα για το μικρό θήραμα αφού δέχεται πλέον μεγαλύτερη αρπακτικότητα. Συχνά ως όρια των καταφυγίων ορίζονται δρόμοι ώστε αυτά να είναι σαφή. Ωστόσο έχει βρεθεί πως οι δρόμοι και ιδιαίτερα οι ασφαλτόδρομοι προκαλούν σοβαρή θνησιμότητα στους λαγούς.

Μελετητές βρήκαν μικρή διαφορά πυκνότητας λαγών μεταξύ κυνηγοτόπων και καταφυγίων στη Στερεά Ελλάδα (3,52±2,6 και 4,04±0,17λαγοί/km², αντίστοιχα). Συνεπώς, η απουσία κατάλληλου σχεδιασμού και η μη λήψη μέτρων (π.χ. έλεγχος αρπάγων) δεν αναμένεται να εξασφαλίζουν τη δημιουργία σοβαρού πληθυσμιακού πλεονάσματος και την «ακτινοβολίας».

Επομένως, μετά την ίδρυση ενός καταφυγίου δεν ασκείται καθόλου η θήρα σε μια έκταση, και από την άλλη ενδέχεται πως σε κάποιες περιπτώσεις θα κερδηθεί μια αύξηση της κάρπωσης. Αν και δεν έχει γίνει κάποια ειδική έρευνα, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιμάται πως η αύξηση αυτή μπορεί να είναι το πολύ 30%, σε μια λωρίδα περίπου 1-3 km πέριξ του καταφυγίου. Άρα, καθώς ο λόγος περίμετρος προς εμβαδόν καταφυγίου μικραίνει, η «ακτινοβολία» είναι μικρή και τα οφέλη αναμένεται να είναι λιγότερα σε σχέση με τις επιπτώσεις.

Τέτοιες επιπτώσεις είναι πως:
1)
τα καταφύγια μπορούν να προκαλέσουν αύξηση του κινδύνου να εκδηλωθούν ασθένειες,
2) οι κυνηγοί συνωστίζονται στις πέριξ περιοχές οπότε η ποιότητα θήρας μειώνεται ,
3) προκαλούνται προβλήματα με τη λειτουργία των γειτονικών Ζωνών Εκπαίδευσης Σκύλων και κυνηγοτόπων, καθώς ακουσίως κυνηγοί ή τα κυνηγόσκυλα τους μπορεί να εισέλθουν εντός των απαγορευμένων εκτάσεων κατά την καταδίωξη του θηράματος, και
4) προκαλείται κόστος φύλαξης των καταφυγίων.

Όσον αφορά τη διάρκεια της απαγόρευσης, τα θηράματα έχουν υψηλούς ρυθμούς αναπαραγωγής, οπότε ένα έως δύο έτη είναι αρκετά για να ανακάμψουν από την επίδραση της θήρας, αν αυτή ήταν η κύρια αιτία μείωσής τους. Επιπρόσθετα, στο μικρό θήραμα μειώνεται η γονιμότητα μετά τα τρία με τέσσερα έτη ζωής. Εάν λοιπόν σε ένα καταφύγιο η αναλογία από υπερώριμα άτομα γίνεται μεγαλύτερη, η παραγωγικότητα του πληθυσμού θα γίνεται μικρότερη. Συνεπώς, η πενταετής διάρκεια των απαγορεύσεων ορισμένου χρόνου είναι εξαιρετικά μεγάλη, τεκμηριώνουν οι ειδικοί.

«Ακτινοβολία» μεγάλου θηράματος
Οι μεγάλες μετακινήσεις όπου πραγματοποιεί το μεγάλο θήραμα (αρτιοδάκτυλα) και η περιορισμένη αρπακτικότητα από τους άρπαγες είναι παράμετροι οι οποίοι διαφοροποιούν τη προσέγγιση όσον αφορά το σχεδιασμό των καταφυγίων. Στην Ελλάδα το μόνο μεγάλο θήραμα το οποίο θηρεύεται ευρέως είναι ο αγριόχοιρος. Ο αγριόχοιρος ζει κατά ομάδες και παρουσιάζει ιδιαίτερα ευμετάβλητο εποχιακό εύρος κατοικίας, καθώς μπορεί να κυμαίνεται από 3 – 150 km², αλλά κατά μέσο όρο ανέρχεται στα 26 km². Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής οι θηλυκές περιορίζονται στα 4 km².

Κατά την περίοδο του κυνηγίου τα ζώα μετακινούνται σε μεγαλύτερες αποστάσεις και αυξάνεται το εύρος κατοικίας τους . Στην Ιταλία βρέθηκε πως οι αγριόχοιροι μπορούν να μετατοπίσουν το κέντρο του εύρους κατοικίας τους στα 8 km κατά μέσο όρο σε περιοχές με έντονη θήρευση. Επίσης, αν στην περιοχή υπάρχει καταφύγιο, τα ζώα μετακινούνται εντός αυτού και σε μερικές περιπτώσεις επιστρέφουν πάλι στο αρχικό εύρος κατοικίας τους μετά τη λήξη της κυνηγετικής περιόδου. Άρα, στην περίπτωση του αγριόχοιρου το καταφύγιο τον προστατεύει από την υπερθήρευση, αλλά εδώ υφίσταται και σοβαρή «ακτινοβολία» όπου αναμένεται να έχει όφελος για τη δραστηριότητα της θήρας.

Όσον αφορά τη διάρκεια της απαγόρευσης, o αγριόχοιρος έχει υψηλούς ρυθμούς αναπαραγωγής, οπότε ένα έως τρία έτη είναι αρκετά για να ανακάμψει από την επίδραση της θήρας, αν αυτή ήταν η κύρια αιτία μείωσης του πληθυσμού του. Ωστόσο, επειδή είναι ζώο μεγάλων μετακινήσεων τα καταφύγια για αγριόχοιρους μπορεί να είναι αορίστου διάρκειας χωρίς σοβαρές επιπτώσεις, τονίζουν οι επιστήμονες της ΚΟΜΑΘ.

Το Δασαρχείο Πολυγύρου
Ο Νομός Χαλκιδικής και η περιοχή ευθύνης του Δασαρχείου Πολυγύρου έχουν σχεδόν διπλάσιο ποσοστό απαγορευμένης για τη θήρα έκτασης (17-18,5% σε σχέση με το 11,5% του μέσου όρου της Μακεδονίας και Θράκης) και τα περισσότερα καταφύγια (32 στο νομό σε σχέση με το 15 του μέσου όρου). Η επιτρεπόμενη έκταση ανά κυνηγό είναι περίπου 0,5 km² (η έκταση αυτή μειώνεται σοβαρά αν ληφθούν υπόψη οι οικισμοί και οι μεμονωμένες κατοικίες όπου απαγορεύεται πέριξ αυτών η θήρα, όπως και οι λοιπές εκτάσεις που είναι ακατάλληλες για τη διεξαγωγή της θήρας). Επειδή η Χαλκιδική γειτονεύει με την πόλη της Θεσσαλονίκης, εάν συνυπολογιστούν οι δύο νομοί μαζί, τότε η αναλογία μειώνεται σε 0,4 km² ανά κυνηγό της περιφέρειας των δύο νομών. Η αντίστοιχη αναλογία για όλη τη Μακεδονία & Θράκη ανέρχεται σε 0,67 km² ανά κυνηγό.

apagoreuseis thiras3

Σχήμα 1. Περιοχή ευθύνης του Δασαρχείου Πολυγύρου χωρισμένη σε διαχειριστικά τμήματα 10×10 km. Τα ΚΑΖ περιβάλλονται από κόκκινη γραμμή και οι Ορισμένου Χρόνου Απαγορεύσεις περιβάλλονται από μαύρη γραμμή.

Οι άδειες θήρας στο Δασαρχείο Πολυγύρου έχουν μειωθεί σοβαρά από 2518 άδειες την περίοδο 2008-09 σε 1918 το 2012-13, δηλ. μείωση 23,8% μέσα σε μια τετραετία. Η μείωση αυτή αποδίδεται πρωτίστως στην οικονομική κρίση η οποία συνδυάζεται και με άλλα προβλήματα . Σε σχετικές έρευνες οι κυνηγοί της Μακεδονίας δηλώνουν δυσαρεστημένοι για την κυνηγετική νομοθεσία και τον περιορισμό των κυνηγοτόπων.

Λαμβάνοντας υπόψη πως πάνω από 40% των δαπανών του κυνηγού αφορούν το αυτοκίνητο, θα ήταν σημαντικό για τη μείωση των δαπανών να επανεξεταστούν τα καταφύγια, ώστε οι κυνηγοί να μην αναγκάζονται να φεύγουν συχνότερα και σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Θεωρητικά, αν λάβει χώρα ένας καλύτερος σχεδιασμός των καταφυγίων στην περιοχή του Δασαρχείου, ενδέχεται να οδηγήσει στην κατά μέσο όρο εξοικονόμηση 100€/έτος σε 5000 κυνηγούς, ντόπιους και επισκέπτες. Τότε, το συνολικό κέρδος συναλλάγματος θα είναι μισό εκατομμύριο ευρώ ανά έτος, καθώς τα έξοδα για το αυτοκίνητο αφορούν κυρίως εισαγωγές.

Τι διαπιστώθηκε;
Αρχικά εξετάστηκε εάν η θήρα επηρεάζει τους πληθυσμούς προστατευόμενων ειδών. Στην περιοχή δεν έχουν καταγραφεί προστατευόμενα είδη θηλαστικών τα οποία μπορεί να έχουν επιπτώσεις από τη νόμιμη θήρα. Στην περιοχή απαντούν είδη αρπακτικών πτηνών, κυρίως εκτός κυνηγετικής περιόδου και σε μικρούς αριθμούς. Τα είδη αυτά δεν έχουν κάποια άμεση επίδραση από τη νόμιμη θήρα, αλλά ούτε έχουν αναφερθεί περιστατικά λαθροθήρευσης.

Στην περιοχή διαβιούν λιγοστές πέρδικες, ενώ ο λαγός και τα μεταναστευτικά θηράματα δεν αποτελούν την κύρια λεία για τα αρπακτικά πτηνά, ούτε μειώνεται τόσο σοβαρά ο πληθυσμός τους από τη θήρα ώστε να εκτιμάται πως δεν μπορούν να τραφούν τα ολιγάριθμα αρπακτικά πτηνά λόγω της κυνηγετικής κάρπωσης. Αντίθετα, τοπικά η θήρα μέσω των έργων βελτίωσης ενδιαιτημάτων όπου εφαρμόζουν οι κυνηγετικές οργανώσεις μπορεί να αυξήσει τα διαθέσιμα τροφής για τα αρπακτικά πτηνά, όπως έχει αποδειχθεί σε άλλες χώρες.

Η όχληση κατά την περίοδο του φωλιάσματος αναφέρεται σε δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα την άνοιξη. Τέτοιες μπορεί να είναι η υλοτομία, η βόσκηση και η πεζοπορία. Ωστόσο καμιά ειδική ρύθμιση ή περιορισμός δεν έχει επιβληθεί στα πλαίσια των ΚΑΖ για τις δραστηριότητες αυτές. Η θήρα δεν λαμβάνει χώρα κατά την περίοδο της άνοιξης όπου λαμβάνει χώρα η φωλεοποίηση, ωστόσο είναι η μόνη δραστηριότητα όπου έχει απαγορευτεί στις εκτεταμένες εκτάσεις των καταφυγίων των περιοχών «Φύση 2000». Επιπρόσθετα, η θήρα δεν αναφέρεται ως απειλή στις σχετικές μελέτες.

Σε δεύτερο στάδιο αξιολογήθηκαν τα καταφύγια ως προς τη σημασία τους για το θήραμα. Οι εκτεταμένες απαγορεύσεις στην περιοχή του Δασαρχείου Πολυγύρου πραγματοποιήθηκαν σε μερικές περιπτώσεις με γνώμονα την αύξηση του πληθυσμού του αγριόχοιρου, ωστόσο ο πληθυσμός του αγριόχοιρου τα τελευταία έτη έχει παρουσιάσει γενικότερα αυξητικές τάσεις και σε άλλους νομούς με λιγότερα καταφύγια. Η πύκνωση των δασών και θαμνώνων, ο υβριδισμός και η καλύτερη θηροφύλαξη των τελευταίων ετών συνιστούν τους κύριους λόγους αύξησης. Αποτέλεσμα είναι να συμβαίνουν ζημιές σε καλλιέργειες, πρόβλημα το οποίο έχει καταγραφεί και στην περιοχή του Δασαρχείου Πολυγύρου.

Επιτόπιες επισκέψεις και συλλογή πληθυσμιακών δεδομένων έδειξαν πως οι χωρικές απαγορεύσεις είναι υπερβολικά μεγάλες σε έκταση και η χωροκατανομή τους δεν είναι η επιθυμητή ώστε να επιτυγχάνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η ακτινοβολία του θηράματος (Σχήμα 1, Σχήμα 2). Επιπρόσθετα, οι χωρικές απαγορεύσεις ορισμένου χρόνου είναι μεγάλης διάρκειας (5 έτη) και συχνά συνεχίζουν να ανανεώνονται για επιπλέον πενταετίες αν και το κύριο θήραμα που φιλοξενούν είναι ο λαγός.

Συμπεράσματα και προτάσεις
Οι σχετικές επιστημονικές έρευνες για τη σημασία των καταφυγίων είναι περιορισμένες παρά τη σοβαρή διαχειριστική σημασία του αντικειμένου. Στην ανασκόπηση αυτή καταβλήθηκε προσπάθεια για την όσο το δυνατόν πληρέστερη τεκμηρίωση, αλλά και την ανάδειξη του κενού σε επίπεδο ερευνών και μελετών. Ο ανασχεδιασμός των καταφυγίων είναι απαραίτητος από ειδικούς επιστήμονες στη θηραματολογία, ενώ αναγκαίες είναι ειδικές έρευνες, νομοθετικές και διοικητικές ρυθμίσεις.

Βρέθηκε πως η απαγόρευση της θήρας εξαρχής στα Καταφύγια Άγριας Ζωής αποτελεί σοβαρό ατόπημα και η πολιτεία οφείλει να επανορθώσει, καθώς σε μεγάλες εκτάσεις απαγορεύεται εξαρχής η θήρα χωρίς τεκμηρίωση. Τα καταφύγια για το μικρό θήραμα προτείνεται να έχουν μικρή εφαρμογή, καθώς άλλοι κανονισμοί θήρας και μέτρα είναι αποτελεσματικότερα. Καταφύγια για το μικρό θήραμα θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν σε περιοχές όπου το θήραμα είναι ευάλωτο στην υπερθήρευση και δεν αναμένεται να υπάρχουν σοβαρές απώλειες από άλλους παράγοντες (π.χ. γεωργικές εργασίες, άρπαγες, ασθένειες).

Πρέπει να επιδιώκεται: α) σχήμα καταφυγίου που να αυξάνει το λόγο περίμετρος προς εμβαδό, β) το καταφύγιο να έχει εμβαδό μέχρι 4-5 km² και να περιβάλλεται από κυνηγότοπο τουλάχιστον 95 km² ώστε να μη προκαλείται συνωστισμός στους κυνηγούς (Σχήμα 2Α). Προτείνεται, επίσης, να διερευνηθεί η χρησιμοποίηση συστήματος περιφοράς όπου δύο γειτονικές περιοχές θα απαγορεύονται εναλλάξ για διάρκεια 1-3 έτη, ενώ πριν επιτραπεί η θήρα θα επιτρέπεται η εκπαίδευση των κυνηγετικών σκύλων.

Για τον αγριόχοιρο τα καταφύγια έχουν περισσότερα οφέλη. Με ένα κατάλληλο δίκτυο καταφυγίων το είδος μπορεί να αντιμετωπίσει την ενδεχόμενη υπερθήρευση (στην περίπτωση που δεν εφαρμόζεται ικανοποιητική διαχείριση και παρακολούθηση των πληθυσμών). Θετική, λοιπόν, κρίνεται η δημιουργία ενός δικτύου καταφυγίων όπου η μεταξύ τους απόσταση θα είναι οκτώ περίπου km. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη την αυξητική τάση του πληθυσμού του αγριόχοιρου στην Ελλάδα και πως στις περιοχές αυτές ασκείται και η θήρα μικρών θηραμάτων, προτείνεται τα καταφύγια για αγριόχοιρο να έχουν εμβαδό 15 – 20 km² και να περιβάλλονται από κυνηγότοπο τουλάχιστον 80 – 85 km² (Σχήμα 2Β).

apagoreuseis thiras2

Σχήμα 2. Αναλογία κυνηγοτόπου προς καταφύγιο ώστε να μεγιστοποιούνται τα οφέλη σε ένα διαχειριστικό τμήμα 100 km²: (Α) για το μικρό θήραμα καταφύγιο 5 km², (β) για το μεγάλο θήραμα, καταφύγιο 15 km². Το σχήμα είναι επίμηκες ώστε να αυξάνεται η «ακτινοβολία» των θηραμάτων.

Η εξάπλωση του μικρού και του μεγάλου θηράματος συχνά αλληλεπικαλύπτονται, ο διαχειριστής πρέπει να επιλέξει σύμφωνα με την καταλληλότητα των ενδιαιτημάτων, την αφθονία των θηραμάτων και την προτίμηση των κυνηγών αν θα στραφεί περισσότερο στη διαχείριση για μικρό ή μεγάλο θήραμα σε μια περιοχή. Μια αποδοτικότερη διαχείριση θα μπορούσε βέβαια να επιτευχθεί αν καθιερώνονταν και καταφύγια αποκλειστικά για το μεγάλο θήραμα όπου να επιτρέπεται η θήρα για το μικρό θήραμα ή το αντίστροφο, όπως εφαρμόζεται σε άλλες χώρες.

Η περιοχή ευθύνης του Δασαρχείου Πολυγύρου αποτελεί ακραία περίπτωση όπου τα καταφύγια καταλαμβάνουν υπερβολικές εκτάσεις, δίχως τεκμηρίωση. Η κατάθεση της σχετικής μελέτης από την ΚΟΜΑΘ είχε ως αποτέλεσμα τη μη ανανέωση δύο απαγορεύσεων ορισμένου χρόνου, και την σε εξέλιξη προσπάθεια μείωσης του εμβαδού μίας ακόμα.

Υπολείπονται όμως πολλές προτάσεις οι οποίες δεν έχουν υλοποιηθεί. Για παράδειγμα στο Πανεπιστημιακό Δάσος Ταξιάρχη το 2012 ανανεώθηκε η απαγόρευση θήρας για πέντε ακόμα έτη, παρόλο που μεταξύ άλλων, εφάπτεται και με το ΚΑΖ Προφήτη Ηλία και μαζί έχουν εμβαδόν 48,35 km². Επίσης η εκτεταμένη απαγόρευση των 169 km² στη Σιθωνία χαρακτηρίζεται τουλάχιστον αντιεπιστημονική και χρήζει άμεσης τροποποίησης.

 

Από το περιοδικό “Κυνηγός & Φύση”

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο