Φωνάζει ο “κλέφτης”, να φοβηθεί ο νοικοκύρης

Του Δημήτρη Δραχτίδη

 

Τα δύο ακραία παραδείγματα αντικυνηγετικής συμπεριφοράς που περιγράφονται παρακάτω και έλαβαν χώρα πριν κάποια χρόνια, τα αναφέρω θέλοντας να τονίσω ποια κατάληξη μπορεί να έχει η έλλειψη κυνηγετικής παιδείας που οδηγεί συχνά σε αλλαζονική, θρασύτατη και ασεβή συμπεριφορά προς τους ανθρώπους της υπαίθρου. Επειδή πολλοί από αυτούς είναι και κυνηγοί, θα ήταν φρόνιμο, λοιπόν, αντί να δημιουργούμε έχθρες και έριδες, να συνάπτουμε δεσμούς φιλίας που μπορούν να μας προσφέρουν πολλά, εφόσον η φιλία είναι και όφελος. Μέχρι και περιοχές με πουλιά θα μας υπέδειχναν οι άνθρωποι της υπαίθρου, αν εμείς ήμαστε φιλικοί μαζί τους και δεν αντιμετωπίζουμε τη γη τους ως τσιφλίκι μας.

  1. Ο κυρ-Γιώργος, παραδοσιακός γεωργός και κυνηγός συγχρόνως, καμάρωνε το χωράφι του, το οποίο με μεγάλη προσπάθεια και μόχθο φρόντιζε. Ήταν ντομάτα και μόλις είχε αρχίσει να “γίνεται”, δηλαδή να κοκκινίζει. Ξημέρωνε και νύχτωνε έξω στα χωράφια του, μα στο συγκεκριμένο είχε αδυναμία, διότι έβλεπε ότι η παραγωγή του είναι πολύ περισσότερη απ’ ότι περίμενε. Μέχρι την έναρξη του κυνηγιού είχε πολλές συναντήσεις με συναδέλφους του κυνηγούς, γνωστούς και αγνώστους, αφού το χωράφι του είναι σε ορτυκοπεριοχή. Όλοι επέδειχναν σεβασμό και κατανόηση στο μόχθο του και πρόσεχαν τα σκυλιά τους μη μπουν μέσα.

Το βράδυ λοιπόν της 20ης Αυγούστου (έναρξη κυνηγιού) μαζευτήκαμε όλοι στο μαγαζί του κυρ-Γιώργου και λέγαμε τις επιτυχίες ή αποτυχίες μας. Ο δε κυρ-Γιώργος καθόταν πιο πέρα, φανερά όμως προβληματισμένος, σκεφτικός και δεν μιλούσε. Αφού τελειώσαμε τις δικές μας εμπειρίες, ρωτάει κάποιος τον κυρ-Γιώργο, καθώς όλοι αναρωτιόμασταν γιατί ήταν σ΄ αυτή την κατάσταση. “Εσύ κυρ-Γιώργο πήρες κανένα τρυγονάκι;”. Αν και λαγοκυνηγός πήγαινε καμιά φορά για τρυγόνια. Ανασηκώνει σιγά σιγά το κεφάλι του και απαντάει: “Σήμερα, παιδιά, θα σκότωνα άνθρωπο!”. Εμείς χαμογελάσαμε, βέβαια, χωρίς να τον πιστέψουμε, διότι γνωρίζαμε ότι ήταν άνθρωπος ήρεμος, πράος, μειλίχιος και πάντα τον διέκρινε η σοβαρότητα και ο μετρημένος λόγος. “Απόψε θα σκότωνα άνθρωπο…”, ξαναλέει με όλη τη σοβαρότητά του. Εμείς σταματήσαμε τα χαμόγελα και όλο περιέργεια περιμέναμε να συνεχίσει, αναλογιζόμενοι ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν υπόδειγμα υπομονής. Εγώ τον γνωρίζω πάνω από τριάντα χρόνια και δεν θυμάμαι ποτέ να ύψωσε τη φωνή του ή να νευριάσει.

Παίρνοντας μία βαθιά ανάσα -μάλλον αναστεναγμός ήταν- συνεχίζει την αφήγηση της… παραλίγο τραγικής εμπειρίας του. «Ήμουν στο χωράφι και μια παρέα νεαρών κυνηγών (τέσσερα άτομα) με έξι-επτά σκυλιά κυνηγούσαν δίπλα στο χωράφι. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία διότι πολλοί περνούσαν από κει, αλλά όταν είδα τα σκυλιά τους να έχουν μπει μέσα στη ντομάτα, να μπαίνουν και οι ίδιοι και να τα παροτρύνουν να βρουν το ορτύκι, τότε τους πλησίασα και τους είπα: “Βρε παιδιά μην κυνηγάτε εδώ μέσα, κάνατε ζημιά, κοιτάξτε τα σκυλιά αλωνίζουν”. “Άσε μας, ρε μπάρμπα”, απαντάει ο ένας. “Για όνομα του Θεού τούς ξαναλέω, πηγαίνετε στην καλαμιά, έχει και εκεί ορτύκια”, και τους έδειξα ένα σημείο όπου τα έβρισκα κάθε μέρα. “Ξέρεις πόσα χιλιόμετρα κάναμε για να’ ρθουμε εδώ;”, λέει ένας άλλος, “άλλωστε εδώ επιτρέπεται το κυνήγι και κυνηγάμε όπου θέλουμε”. “Βρε παιδιά”, τους ξαναλέω, “εγώ απ’ αυτό το χωράφι ζω, αν εσείς μου το καταστρέψετε…”. “Άντε γ…, ρε”, μου λέει ένας. Πραγματικά, τότε, θόλωσα και ξεκίνησα για το αυτοκίνητο. Η μοναδική σκέψη μέσα στη θολούρα μου ήταν να πάρω την καραμπίνα και γυρίζοντας να γίνει μακελλειό. Καθώς πήγαινα για το αυτοκίνητο, που ευτυχώς ήταν λίγο μακριά, δεν σκεπτόμουν τίποτε άλλο. Δεν μπορούσα να το χωνέψω, να με βρίσουν μέσα στο χωράφι μου και μάλιστα νεαροί που στην ηλικία τους έχω παιδιά! Δεν με πείραξε τόσο η ζημιά που ‘κάναν τα σκυλιά, όσο η αγένεια και το θράσος που είχαν και μάλιστα να μου πουν και άντε γ… Φτάνοντας στο αυτοκίνητο παίρνω την καραμπίνα αποφασισμένος για όλα και ξεκινάω για την ντομάτα. Όμως οι ίδιοι, σαν να κατάλαβαν ότι κάτι πρόκειται να συμβεί -ή βοήθησε ο Θεός-, είχαν φτάσει τουλάχιστον πεντακόσια μέτρα μακριά, λες και φύγαν τρέχοντας». «Πάντως», για τρίτη φορά ξαναλέει, «αν ήταν ακόμη στο χωράφι, εγώ θα σκότωνα άνθρωπο» και ξεφυσάει από αγανάκτηση. Επικράτησε ολιγόλεπτη σιωπή για να ακολουθήσουν έπειτα τα καταδικαστικά σχόλια.

  1. Ο κυρ-Γιάννης, αγρότης και κυνηγός, βλέπει πρωί-πρωί στο χωράφι του (ντομάτα κι αυτό) τρεις κυνηγούς με τα σκυλιά τους να κυνηγούν ορτύκια. Άντρας οξύθυμος και χωρίς να παίρνει από πολλά λόγια πηγαίνει εκεί και τους παρατηρεί με έντονο ύφος: “Γιατί κυνηγάτε εδώ μέσα; Δεν ξέρετε ότι τα σκυλιά κάνουν ζημιά στην ντομάτα;”. “Φύγε από δω, ρε”, του λέει ένας, “όπου θέλουμε θα κυνηγάμε”, του λέει ο άλλος. “Είσαστε με τα καλά σας;” τους λέει. “Είστε μέσα στην περιουσία μου, στο χωράφι μου από το οποίο ζω, μου κάνετε ζημιά και μου λέτε και να φύγω από δω!”.

“Α!”, λέει ο τρίτος, “αυτός δεν παίρνει από λόγια”, και τον περικυκλώνουν και οι τρεις -για να τον φοβίσουν για ξύλο;. Περικυκλωμένος καθώς είναι, ο κυρ-Γιάννης τραβάει το πουκάμισό του και το σχίζει λέγοντάς τους: “Όπως βλέπετε έχω κάνει εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς και δεν ξέρω πόσο θα ζήσω ακόμη. Μπορεί μία μέρα, μπορεί και χρόνια. Αυτή τη στιγμή φεύγω -αφού είστε τόσο τσαμπουκάδες- και πάω στο σπίτι να πάρω την καραμπίνα. Εάν γυρίζοντας σας δω εδώ ή σας ξαναδώ εδώ, τότε θα λογαριαστούμε…”, και κάνει μεταβολή και φεύγει.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι συγκεκριμένοι κυνηγοί όχι μόνο φύγανε, όχι μόνο χάσανε τη μέρα τους, μα δεν ξαναπάτησαν σε αυτή την περιοχή ένεκα του φόβου του κυρ-Γιάννη.

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο