Η φιλοσοφία των οπλοκατασκευαστών της Ανατολικής Ευρώπης

Του Χρήστου Χατζιώτη

 

Οι οπλοκατασκευές που προέρχονταν από την Ανατολική Ευρώπη διέθεταν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τα οποία διαμόρφωσαν έναν ιδιαίτερο μύθο γύρω από αυτές, ελκυστικό ή αποκρουστικό σε μας τους Δυτικούς, ανάλογα με τον τρόπο που τις προσεγγίζουμε. Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε μια απόπειρα να ερμηνεύσουμε τα αίτια που διαμόρφωσαν το συγκεκριμένο ύφος και χαρακτήρα τους.

Οι επιπτώσεις της ψυχροπολεμικής περιόδου, αλλά και κάποια στοιχεία των ανατολικών οπλοκατασκευών που οδηγούν σε δυσκολοερμήνευτες καταστάσεις, έκαναν για χρόνια τα όπλα των πρώην ανατολικών χωρών να σκεπάζονται από ένα πέπλο μυστικοπάθειας. Οι αναφορές των Δυτικών αρθρογράφων σε αυτά, συνήθως επιγραμματικές, περιοριζόντουσταν στο χαμηλό κόστος τους και στην εξαιρετική μαζικοποίηση της παραγωγής τους. Οι διαφημίσεις των αντιπροσώπων τους στις δυτικές χώρες χρησιμοποιούσαν κι αυτές “ως αιχμή” του δόρατος το χαμηλό κόστος κτήσης τους. Το αποτέλεσμα είναι μύθοι και δοξασίες να γεννιώνται καθημερινά γύρω από τα ανατολικά λειόκαννα και πολλοί οπλόφιλοι και συλλέκτες να μη γνωρίζουν τι τελικά πρέπει να πιστέψουν από όλα αυτά. Το άρθρο αυτό φιλοδοξεί να εξηγήσει τα αίτια (συνήθως κοινωνικά) που καθιέρωσαν στις ανατολικές λειόκαννες οπλοκατασκευές κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικά που προσέδωσαν σε αυτές συγκεκριμένο χαρακτήρα και ύφος και τις έκαναν ιδιαίτερα ελκυστικές ή αποκρουστικές στους Δυτικούς καταναλωτές, ανάλογα με την αισθητική τους, αλλά κυρίως την ικανότητά τους να ερμηνεύσουν τα «επιμέρους» αυτών των κατασκευών.

 

Το μηχανικό μονοσκάνδαλο σύστημα στα αλληλεπίθετα δίκαννα

Πολλοί ερμηνεύουν την εμμονή των Ανατολικών στη μηχανική μονή σκανδάλη, ως τεχνολογική οπισθοδρόμηση ή ως εμμονή των Ανατολικών στην άρνηση να προσεταιριστούν στοιχεία των δυτικών οπλοκατασκευών, όπως το μονοσκάνδαλο σύστημα αδρανείας. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται ότι η επιλογή αυτή σχετίζεται με την εξαιρετική αξιοπιστία του μηχανικού μονοσκάνδαλου συστήματος όλων των ανατολικών όπλων που δεν δημιούργησε ποτέ σκέψεις αντικατάστασής του από σύστημα αδράνειας.

Στην πραγματικότητα η μηχανική μονή σκανδάλη έχει να κάνει με κοινωνικές παραμέτρους των χωρών αυτών επί υπαρκτού σοσιαλισμού. Η οικονομική ανέχεια, η χαμηλή παραγωγικότητα και κυρίως η ανάγκη τεράστιων εξοπλιστικών δαπανών για να ανταποκριθούν στην ψυχροπολεμική περίοδο, ανάγκασε τους Ανατολικούς να επιβάλουν σημαντικές περικοπές δαπανών στα έξοδα αθλητικών εφαρμογών. Οι σκοπευτές τους εργαζόντουσαν σκληρά και κατάφεραν να διακριθούν αρκετές φορές στα αθλήματα του κινητού στόχου. Όμως, η οικονομική επιβάρυνση των φυσιγγίων συνεχών και πολυάριθμων προπονήσεων έπρεπε να αποφευχθεί. Καθιέρωσαν, λοιπόν, οι προπονητές της περιόδου εκείνης έναν τεράστιο όγκο προπονήσεων χωρίς πυρομαχικά (ξηρά προπόνηση), κρατώντας λιγότερες ολοκληρωμένες προπονήσεις (με χρήση πυρομαχικών). Αυτό απέδιδε ιδιαίτερα στην ουσιαστική βελτίωση των σκοπευτών και άρα δεν υπήρχε λόγος να αλλάξει. Με ένα όπλο άδειο, με μονή σκανδάλη αδρανείας, είναι αδύνατο κανείς να επιχειρήσει να κάνει έναν ντουμπλέ σε ξηρά προπόνηση. Αντίθετα στο μηχανικό μονοσκάνδαλο, αυτό είναι όχι απλώς εφικτό αλλά και αυτονόητο.

 

Η υψηλή αξιοπιστία και η υποβαθμισμένη εμφάνιση

Απορούν πολλοί με την υποβαθμισμένη εξωτερική εικόνα των ανατολικών όπλων (κυρίως των ρωσικών όπλων γιατί τα ανατολικογερμανικά κάθε άλλο παρά υποβαθμισμένη εξωτερική εμφάνιση έχουν) που θεωρούν ότι βρίσκεται σε αναντιστοιχία με την εξαιρετική αξιοπιστία. Κι εδώ τα αίτια αυτής της πραγματικότητας είναι τόσο κοινωνικά όσο και ιστορικά. Οι Ανατολικοί και συγκεκριμένα οι Ρώσοι, στην τσαρική περίοδο ακόμη, ανέπτυξαν πριν από οποιονδήποτε άλλο λαό τη μαζικοποίηση της παραγωγής των όπλων. Από το 16ο αιώνα ακόμη δημιουργήθηκαν οικοτεχνίες, ενώ στα τέλη του ίδιου αιώνα ήταν ήδη οργανωμένες σε νόρμες παραγωγής και εξειδίκευσης των επιμέρους τμημάτων των όπλων σε κάθε οικοτεχνία. Με πρωτοβουλία του τσάρου δημιουργήθηκε μία μοναδικής αριθμητικής ικανότητας οπλοκατασκευαστική δύναμη η οποία εξελίχθηκε και στη βιομηχανική περίοδο. Όταν η βιομηχανοποίηση πέρασε σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι Ρώσοι δεν είχαν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των υπολοίπων χωρών. Δεν είχαν να ασχοληθούν δηλαδή με το πώς θα καταφέρουν να κατασκευάσουν μηχανές που θα υποκαθιστούν όσο περισσότερες εργασίες γινόντουσαν μέχρι τότε στο χέρι. Είχαν ενστερνιστεί απόλυτα τη φιλοσοφία της μαζικής παραγωγής στα όπλα και αυτή εξελίσσετο ομαλά, παράλληλα με την εξέλιξη και βελτίωση των εργαλειομηχανών.

 

Αδιαπραγμάτευτη αρχή

Επιπλέον, στις χώρες αυτές υπήρχε ιδιαίτερη μέριμνα για άμεση και ταχεία «κοινωνικοποίηση» των καταναλωτικών αγαθών, σε όσο μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού γινόταν. Συνακόλουθα, η αναζήτηση στις κατασκευές του κυνηγετικού λειόκαννου δεν ήταν πώς αυτό θα γίνει όσο τελειότερο γίνεται, αλλά πώς θα παραμείνει απόλυτα αξιόπιστο και προσιτό στο μεγαλύτερο δυνατό τμήμα του πληθυσμού. Όταν αυτή η πολιτική διαπίστωσαν ότι προάγει ιδιαίτερα (λόγω χαμηλού τελικού κόστους) και τις εξαγωγές τους, τότε πραγματικά μεταβλήθηκε σε αδιαπραγμάτευτη αρχή. Δίπλα σε όλα αυτά πρέπει να υπολογίσει κανείς και την αγοραστική δύναμη των σοβιετικών πολιτών. Μεγάλες παροχές από το κράτος, κράτος πρόνοιας, αλλά εξαιρετικά χαμηλοί, οριακοί μισθοί, ήταν η κοινωνική πραγματικότητα της περιόδου του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και βέβαια, χαμηλοί μισθοί σημαίνει περιορισμένη αγοραστική δύναμη. Άρα λοιπόν τα όπλα ή έπρεπε να είναι πολύ φθηνά ή θα έμεναν απούλητα. Επιπλέον, η πρόοδος της μεταλλουργίας και η εκβιομηχάνιση στην οποία δόθηκε τεράστιο βάρος από τη 2η ως και την 6η δεκαετία του περασμένου αιώνα, συνέβαλαν στο να μπορούν να κατασκευαστούν αξιόπιστες και ποιοτικές οπλοκατασκευές.

 

Τα λίγα, πανάκριβα ανατολικά όπλα

Όλα αυτά δυσκολεύονται να τα δεχτούν πολλοί γιατί υπάρχει ο αντίλογος ότι στη Σοβιετική Ένωση κατασκευάστηκαν κι εξαιρετικά, πανέμορφα αλλά και πανάκριβα όπλα τα οποία είδαν το φως των δυτικών αγορών αργότερα. Εξίσου ακριβά είναι τα ύψιστης ποιότητας αλληλεπίθετα με ολόκληρες φωτιές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, όπως και κάποια πλαγιόκαννά της. Και βέβαια, όλα αυτά δεν συνάδουν με όσα προαναφέραμε σχετικά με την καταναλωτική δύναμη των ανατολικών πολιτών. Υπάρχει όμως εξήγηση για όλα. Όσον αφορά τα λίγα πανάκριβα ύψιστης ποιότητας ρωσικά ή σοβιετικά λειόκαννα, αυτά ήταν όπλα που κατασκευάστηκαν ως δωρεές σε αρχηγούς κρατών ή ως όπλα που προοριζόντουσαν για διακεκριμένους κι επώνυμους αξιωματούχους των σοβιετικών κυβερνήσεων. Γι’ αυτό άλλωστε είναι τόσο λίγα και τόσο περιζήτητα. Ήταν όμως μια απόδειξη των σοβιετικών τεχνιτών ότι εάν ήθελαν μπορούσαν να κατασκευάσουν λειόκαννα που με την αξία τους και την ποιότητα κατασκευής τους να ενταχθούν δίπλα στα κορυφαία του κόσμου.

 

Μεγάλη φήμη εντός κι εκτός συνόρων

Όσον αφορά στην Ανατολική Γερμανία, αυτή είχε εξαιρετικά λειόκαννα και πριν τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Τα όπλα της, λοιπόν, είχαν μεγάλη φήμη και μπορούσαν να ενισχύσουν το εξαγωγικό εμπόριο της χώρας αυτής κι επί υπαρκτού σοσιαλισμού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μόνο η Ελβετία, μια πανάκριβη και ιδιαίτερα απαιτητική αγορά, αγόραζε σε μεγάλες ποσότητες τα ποιοτικά λειόκαννα της Merkel, της Simson, παλιότερα της Sauer κ.λπ. Πολλοί Ελβετοί καταστηματάρχες, μάλιστα, απαιτούσαν να αναγράφεται πάνω στο όπλο ο παραγγελιοδόχος του συγκεκριμένου κομματιού. Αυτοί είναι οι λόγοι που τα συγκεκριμένα όπλα κατάφεραν να διατηρήσουν υψηλές τιμές τόσο στην περίοδο του υπαρκτού σοσιαλισμού όσο και μετά την πτώση του. Αν θέλει κανείς μια επαλήθευση σ’ αυτή την άποψη, δεν έχει παρά να αναλογιστεί τα όπλα που κατασκευαζόντουσαν στην Τσεχοσλοβακία. Το περίφημο Skoda –Βrnο– Merkouria μοντέλο 571, αυτό το εξαιρετικό αλληλεπίθετο με ολόκληρες φωτιές, που πολλοί οπλοκατασκευαστές θα ζήλευαν αλλά που το ίδιο ελάχιστα έχει να ζηλέψει από τους κορυφαίους των οπλοκατασκευών, εξακολούθησε μέχρι την κατάργησή του να πωλείται σε ιδιαίτερα προσιτές τιμές. Αυτό συνέβη τόσο γιατί η κατασκευή του ήταν ιδιαίτερα δαπανηρή, όσο και γιατί η εξαγωγική δύναμη των τσεχοσλοβάκικων οπλοκατασκευών δεν ήταν τεράστια και η εγχώρια αγορά δεν θα είχε τη δυνατότητα να καταναλώσει ένα τέτοιο όπλο σε ψηλότερες τιμές.

 

Οι συσφίγξεις και η αρτηριοσκληρωτική αντιμετώπιση των παραγγελιών

Πολλοί θεωρούν ακατανόητο ότι πολλά από τα ανατολικά όπλα (για την ακρίβεια η συντριπτική τους πλειονότητα) κατασκευαζόταν σε αυξημένες συσφίγξεις (τσοκαρίσματα) και παρά τις αντίθετες παραγγελίες των δυτικών αντιπροσώπων, οι Ανατολικοί επέμεναν σ’ αυτή τη γραμμή παραγωγής. Στην πραγματικότητα, η χρησιμοποίηση των λειόκαννων κυνηγετικών όπλων από τους Ανατολικούς πολίτες ως βιοποριστικό μέσο (σε μεγάλο ποσοστό), τους ανάγκαζε να χρησιμοποιούν τα όπλα αυτά κυρίως σε βολές κατά στατικού θηράματος. Επομένως, ήταν λογικό να κατασκευάζονται με μεγάλου βαθμού συσφίγξεις για να διαθέτουν μεγαλύτερο δραστικό βεληνεκές.

Πέρα από αυτό, όμως, η χαμηλή τιμή τους τα έκανε τόσο περιζήτητα στη Δύση που δεν είχε κανένα λόγο ο κατασκευαστής τους να βγει εκτός γραμμής παραγωγής για να αρχίσει να ανταποκρίνεται στις ορέξεις και τις επιθυμίες τού κάθε εισαγωγέα. Αυτά, βέβαια, αναφέρονται στην περίοδο του υπαρκτού σοσιαλισμού και αφορούν κυρίως τα σοβιετικά λειόκαννα. Γιατί, πρέπει να πούμε, ότι τόσο οι ανατολικές οπλοκατασκευές παρουσίαζαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, όσο και η συνολική εμπορική πολιτική των χωρών αυτών μετά την πολιτειακή αλλαγή, διαμορφώθηκε σε σαφώς πιο κοντινά προς τη Δύση πρότυπα.

Το αν αυτό έγινε προς συμφέρον των οπλοκατασκευών ή όχι, το αν ποιοτικά αναβαθμίστηκαν ή όχι οι οπλοκατασκευές αυτές, θα το εξετάσει ο ιστορικός του μέλλοντος…

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top
Μετάβαση στο περιεχόμενο