Η Οξείδωση της κάννης

το πρόβλημα του βαλτοκυνηγού… & όχι μόνο

 Επειδή το να αποφεύγουμε το βάλτο για να μη σκουριάσει το όπλο μας δεν αποτελεί λύση, υπάρχει τρόπος και για να το προστατέψουμε αλλά και το κυνήγι μας να απολαύσουμε. Άλλωστε, μην το ξεχνάτε, η σκουριά παραμονεύει παντού, γι’ αυτό ας προσέχουμε για να έχουμε…

Οι περισσότεροι έχει τύχει να κυνηγήσουμε κάποια στιγμή υδρόβια κοντά σε λίμνες, ποτάμια, ελώδεις ή βαλτώδεις εκτάσεις. Βρέξαμε τα χέρια μας στο νερό του υδροβιότοπου για να κρατηθούμε από κάποιο βρεγμένο αλμυρίκι ή για να μαζέψουμε κάποιο χτυπημένο θήραμα, αγγίξαμε αμέσως μετά τις κάννες και τη μπάσκουλα του όπλου μας, αντιμετωπίσαμε κρύο, πάγους και ψιλόβροχο.

Οι πιο αμελείς από μας στον καθαρισμό και τη λίπανση του όπλου μετά το κυνήγι, γνωρίσαμε την απογοήτευση μιας κάννης που σκούριασε μέσα σε 24 ώρες ή την ικανοποίηση μιας κάννης που δούλεψε στο βάλτο 5 μέρες και δεν παρουσίασε το παραμικρό ίχνος οξείδωσης.

Επαινέσαμε εταιρείες όπλων που αντέχανε στο υφάλμυρο νερό του Γκιαούρ Αντά, κατηγορήσαμε άλλες εταιρείες που αρκούσαν 12 ώρες για να γίνει ορατό το υπόστρωμα της σκουριάς στις κάννες.

Εξοργιστήκαμε με εταιρείες παραγωγής λιπαντικών και καθαριστικών υγρών που τα προϊόντα τους αποδείχθηκαν ανίκανα να προστατέψουν από την οξείδωση τα όπλα μας. Περάσαμε με λιπαντικό τις κάννες αμέσως μετά το κυνήγι, κυνηγήσαμε την επόμενη μέρα, επαναλάβαμε τη λίπανση, βάλαμε το όπλο στη θήκη και επιστρέφοντας στο σπίτι διαπιστώσαμε, δύο μέρες μετά, ότι το όπλο είχε αρχίσει να σκουριάζει. Το πάθημά μας φάνηκε απίστευτο σε κάποιους κυνηγούς που με πλημμελή συντήρηση του όπλου τους είχαν καταφέρει να κυνηγάνε στο βάλτο χωρίς προβλήματα οξειδώσεων, για πολλά χρόνια. Και όπως πάντα έφταιγαν όλοι εκτός από εμάς: οι εταιρείες παραγωγής όπλων, οι εταιρείες παραγωγής λιπαντικών, ο βαρκάρης του Έβρου που γκαζώνοντας στο φουλ τη μηχανή, για να φτάσουμε γρήγορα στο πρωινό καρτέρι, έκανε μούσκεμα ανθρώπους και όπλα ….

 

Τι σκουριάζει ένα όπλο…

Στην κυνηγετική πράξη ερχόμαστε σε επαφή με ουσίες που ασκούν έντονη οξειδωτική δράση στα μέταλλα του όπλου. Τέτοιες ουσίες, είναι το αίμα των θηραμάτων, το ρετσίνι πολλών φυτών και κυρίως του αλμυρικιού, ο χυμός των εσπεριδοειδών, ο ιδρώτας των χεριών και το υφάλμυρο ή αλμυρό (θαλασσινό) νερό. Ένας επικουρικός αλλά διόλου ασήμαντος παράγοντας αντοχής στις οξειδώσεις είναι βέβαια και η σωστή λείανση που έχουν υποστεί τα μέταλλα του όπλου. Η οξείδωση ως ηλεκτρολυτική διαδικασία, οφειλόμενη στη διαφορά δυναμικού από τα χείλη στον πυθμένα κάθε πόρου, προχωράει πολύ πιο γρήγορα σε ένα μέταλλο ελλειμματικής λείανσης, παρά σε ένα τέλεια λειασμένο, «μασγαλαρισμένο» ατσάλι.

 

Προσέξτε το όπλο σας…

Φυσικά, αντιλήψεις του τύπου «Δεν πάω στο βάλτο μη μου σκουριάσει το όπλο, γιατί είναι καλό» ή «Δεν κυνηγάω με βροχή για το όπλο» δεν συνάδουν με τη φιλοσοφία του κυνηγίου, που θέλει το κυνήγι μια ανθρώπινη δραστηριότητα υψηλής προσαρμοστικότητας στις αντιξοότητες, συμπεριλαμβανομένων των καιρικών συνθηκών. Αυτό που μπορεί και πρέπει να γίνεται, είναι να λαμβάνουμε τη μεγαλύτερη δυνατή μέριμνα για την προληπτική προστασία των μετάλλων του όπλου, με πράξεις που απαιτούν γνώση και που η απουσία τους θα αποτελούσε εγκληματική αμέλεια και περιφρόνηση προς το όπλο μας. Πριν δούμε όμως τις ενέργειες εκείνες που συνθέτουν την ιδανική πρόληψη κατά των οξειδώσεων στο όπλο, θα εξετάσουμε την εγγενή, δική του «θωράκιση» απέναντι στις οξειδώσεις.

Δύο είναι οι βασικοί παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η αντίσταση των μετάλλων του όπλου στις οξειδώσεις: ο πρώτος είναι η σύνθεση του μετάλλου (του ατσαλιού) των καννών. Ο δεύτερος είναι η βαφή (ελεγχόμενη επιφανειακή οξείδωση) που προστατεύει τα μέταλλα του όπλου. Κάθε μέταλλο έχει διαφορετική αντοχή στις οξειδώσεις. Στο ατσάλι των όπλων μπορεί να περιέχονται σε διαφορετική αναλογία (ανάλογα με τον τύπο του ατσαλιού) χρώμιο, νικέλιο, μολυβδένιο, βανάδιο κ.λπ. Κάθε μία από αυτές τις προσμίξεις έχει ως αποστολή της να βελτιώσει κατά το δοκούν την ποιότητα και συνακόλουθα τη συμπεριφορά του μετάλλου. Από τις προσμίξεις αυτές, την κύρια αντιοξειδωτική προστασία προσφέρουν το χρώμιο και το νικέλιο. Αν τώρα αναφερθούμε γενικά στους τύπους ατσαλιού, καθοριστικό παράγοντα στην επιρρέπειά τους στις οξειδώσεις αποτελεί η περιεκτικότητά τους στο βασικό μέταλλο, δηλαδή στο σίδηρο. Κατά μια απλοϊκή προσέγγιση θα μπορούσαμε να πούμε ότι όσο περισσότερο σίδηρο έχει ένα ατσάλι, τόσο πιο ευάλωτο στις οξειδώσεις είναι. Και λέω «απλοϊκή» προσέγγιση γιατί, όπως είπαμε παραπάνω, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση των υπολοίπων (πλην του σιδήρου) προσμίξεων που προσδίδουν ανάλογες ιδιότητες στο ατσάλι.

 

Η βαφή της κάννης

Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο παράγοντα αντίστασης στην οξείδωση μιας κάννης, που είναι η βαφή. Οι βαφές των καννών είναι πολλές και διαφορετικές, αλλά όλοι οι τύποι τους χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: σε κείνη που καταχρηστικά αποκαλούμε «χημική βαφή» και σε κείνη που αποκαλούμε «αργή βαφή». Η προεργασία για οποιονδήποτε τύπο βαφής είναι λίγο-πολύ κοινή. Συνίσταται (στις ήδη βαμμένες κάννες), στην εξωτερική επιφανειακή λείανση της κάννης, μέχρις ότου αφαιρεθεί τελείως η παλιά βαφή και μειωθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό το βάθος σημαδιών, εγχαράξεων (γρατσουνιών) και άλλων εντυπωμάτων του χρόνου πάνω στις κάννες, καθώς και στην απολίπανσή τους.

Από κει και πέρα, οι κάννες που προορίζονται για «χημική» βαφή, τη βαφή δηλαδή που συχνά ακούμε να αποκαλούν και ως «γρήγορη βαφή», εμβαπτίζονται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μέσα σε κορεσμένο διάλυμα χημικών αλάτων που βράζει. Μετά την εμβάπτιση οι κάννες είναι έτοιμες.

Αντίθετα, στην «αργή» βαφή οι κάννες μετά την απολίπανσή τους περνάνε από οξειδωτικό υγρό (η σύνθεση του οποίου στους περισσότερους οπλουργούς αποτελεί δικό τους, προσωπικό μυστικό και διαφέρει από τον έναν στον άλλον), βράζονται σε νερό, τρίβονται προκειμένου να αφαιρεθεί το μεγαλύτερο μέρος της επιφανειακής οξείδωσης και επαναλαμβάνεται η όλη διαδικασία αρκετές φορές (αναλόγως του τύπου ατσαλιού και της ποιότητας που θέλουμε να επιτύχουμε), από πέντε ως οκτώ φορές συνήθως, «μέχρι τελικής καλής εμφανίσεως» για να θυμηθούμε την κλασική απάντηση των ελαιοχρωματιστών στην αγωνιώδη ερώτηση όσων βάφουν σπίτι «πόσα χέρια θα το περάσεις;».

 

Σκουριάζουν και οι “ακριβές” κάννες

Όπως προκύπτει από τα προηγούμενα, οι κάννες κάποιου όπλου μπορεί να οξειδώνονται πολύ ευκολότερα από κάποιες άλλες, χωρίς αυτό να αποτελεί ποιοτικό κριτήριο του όπλου. Εάν η οξείδωση οφείλεται στον τύπο της βαφής, τότε μπορεί όντως να θεωρηθεί ως ποιοτικό κριτήριο η ευκολότερη ή δυσκολότερη οξείδωση της κάννης. Όταν οφείλεται όμως στη σύνθεση του μετάλλου (ατσαλιού) της κάννης, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ποιοτικό κριτήριο. Μια κάννη εξαιρετικής ποιότητας μπορεί να παρουσιάζει πολύ ευκολότερα οξειδώσεις από μια άλλη κάννη μέτριας ποιότητας. Το ζητούμενο είναι πώς εμείς μπορούμε να προστατέψουμε είτε τη μία είτε την άλλη σε ένα μονοήμερο ή πολυήμερο βαλτοκυνήγι;

 

Η σωστή φροντίδα… σώζει

Αυτό που πολλοί θεωρούν αυτονόητο, την άμεση λίπανση του όπλου μετά το κυνήγι, δεν είναι πάντα σωτήριο. Η σωστή μεθοδολογία, όταν το όπλο μας έχει έρθει σε επαφή με αλμυρό ή υφάλμυρο νερό, ή με οποιαδήποτε άλλη οξειδωτική ουσία, όπως αυτές που προαναφέραμε, είναι η κάννη του όπλου να ξεπλυθεί καλά με χλιαρό νερό και να σκουπιστεί επιμελώς πριν τη λίπανση. Καλύτερη λίπανση προσφέρουν συνήθως τα «καθαρόαιμα» λιπαντικά υγρά ή σπρέι και όχι εκείνα που αποτελούνται από μείγμα καθαριστικού και λιπαντικού υγρού. Η ποιότητα του λιπαντικού παίζει καθοριστικό ρόλο στη μακροβιότητα της αντιοξειδωτικής θωράκισης που θα προσφέρει στο όπλο. Όμως, στο ενδεχόμενο ενός όπλου που καθαρίζεται και λαδώνεται καθημερινά σε ένα πολυήμερο βαλτοκυνήγι, δεν παίζει τόσο ρόλο η ποιότητα του λιπαντικού, όσο η σωστή εφαρμογή του. Τα κενά που δημιουργούν ανάμεσα στα νταμάκια συγκράτησης οι αεριζόμενες ρίγες, είναι ένα κλασικό παράδειγμα περιοχής που απαιτεί χρονοβόρα και επιμελή εφαρμογή του λιπαντικού μέσου.

Κάτι άλλο που πρέπει να θυμόμαστε πάντα είναι ότι ο υποφυλακτήρας του όπλου, η μπάσκουλα ενός μονόκαννου ή δίκαννου και η καρκάσα ενός αυτογεμούς (καραμπίνας), είναι σχεδόν πάντα βαμμένα με γρήγορη (χημική) βαφή και επομένως, όσα από αυτά είναι ατσάλινα, απαιτούν πολύ μεγαλύτερη προσοχή στη λίπανση, απ’ ότι μια κάννη βαμμένη με αργή βαφή.

Στο ενδεχόμενο που όλα αυτά αποφασίσουμε να τα εφαρμόσουμε κατόπιν εορτής, όταν η κάννη μας έχει ήδη «αρπάξει» σε κάποια σημεία, πρέπει μόνοι μας να αφαιρέσουμε τοπικά την οξείδωση με μια μπλε γομολάστιχα (εκείνη που χρησιμοποιούμε για να σβήνουμε στυλό και όχι μολύβι), ή πάρα πολύ ψιλό (λεπτόκοκκο) σμυριγδόπανο. Σ’ αυτό το ενδεχόμενο είναι αυτονόητο ότι θα αφαιρεθεί και η βαφή τοπικά, με αποτέλεσμα η αντιοξειδωτική θωράκιση αυτού του σημείου να πέσει στο μηδέν. Αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψη μας μελλοντικά, είτε για αποκατάσταση (βαφή της κάννης) είτε για ακόμη επιμελέστερη λίπανση πριν από κάθε κυνήγι.

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top