Ιστορίες για λύκους…

Του Δημήτρη Δραχτίδη

 

Θα αναφέρω μερικές ιστοριούλες για λύκους και για το δέος που προκαλούν με την εμφάνισή τους. Αυτές συνέβησαν πριν πολλά χρόνια και επειδή επαναλαμβάνονται από τους παλιούς με την ίδια πλοκή σχεδόν κάθε φορά, τις θεωρώ ως πραγματικές και διδακτικές. Μια ιστορία είναι πραγματική όταν επαναλαμβάνεται κατά την αφήγηση με σχεδόν πανομοιότυπο τρόπο και χωρίς προσθέσεις ή αφαιρέσεις. Μια αφήγηση ψεύτικη, για να γίνει πιστευτή στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό, έτσι και αν ακόμα επαναληφθεί μερικές φορές, ο αφηγούμενος θα αυτοσχεδιάζει προσθέτοντας ή αφαιρώντας πρόσωπα ή γεγονότα.

 

Ιστορία πρώτη: Τα αφτιά της… ρίζας!

 Ο πατέρας μου, παλιός και φημισμένος κυνηγός στην περιοχή, είχε πάει ένα απόγευμα για αγριοπερίστερα. Είχε ένα μονόκαννο και πράγματι πάντοτε έφερνε στο σπίτι θηράματα. Έμπλεξε με τα αγριοπερίστερα και χωρίς να το καταλάβει άρχισε να νυχτώνει. Έχοντας χτυπήσει αρκετά, παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Βέβαια δεν υπήρχαν αυτοκίνητα τότε και το μεταφορικό μέσο ήταν τα… πόδια. Πλησιάζοντας προς το χωριό, περίπου ένα χιλιόμετρο ήθελε ακόμη, βλέπει ξαφνικά αριστερά του ένα λύκο, ο οποίος του φάνηκε τεράστιος, να γρυλίζει, να έχει ορθώσει τα αφτιά του και να είναι έτοιμος να του χυμήξει. Στρέφει αμέσως το μονόκαννο, τον πυροβολεί και ταραγμένος καθώς ήταν το… βάζει στα πόδια! Στο σπίτι δεν μπορούσε να συνέλθει από την ταραχή, διότι όλη την απόσταση την κάλυψε τρέχοντας με το κεφάλι στραμμένο προς τα πίσω, έχοντας την εντύπωση ότι τον κυνηγάει.

Τέλος πάντων, την επομένη αφηγείται το γεγονός σε κάποιους συγκυνηγούς και πιστεύοντας ότι σημάδεψε καλά πηγαίνουν να δουν το λύκο. Όταν έφτασαν λοιπόν στο σημείο εκείνο, αντίκρισαν όλοι μια μεγάλη ρίζα ενός δέντρου γαζωμένη από σκάγια! Το γέλιο που ακολούθησε δεν περιγράφεται. Και να φανταστείτε, έλεγε ότι όχι μόνο γρύλιζε, μα κουνούσε και τα αφτιά του… μερικά φύλλα που ήταν πάνω στη ρίζα.

 

Ιστορία δεύτερη: Πρόσωπο με πρόσωπο…

 Είχε εμφανιστεί λύκος στην περιοχή και κάθε βράδυ εξαφανίζονταν πρόβατα και κατσίκια από τους τσοπάνηδες. Μην αντέχοντας άλλο την κατάσταση, να βλέπουν τα κοπάδια τους να ελαττώνεται ο αριθμός τους -και μάλιστα μερικοί τον είχαν δει από μακριά- αποφασίζουν να επέμβουν. Δυστυχώς, τα σκυλιά που είχαν δεν ήταν και τόσο ικανά. Έτσι ανταμώνουν οι κυνηγοί των δύο χωριών και υπολογίζοντας που μπορεί να κρύβεται ο λύκος, πιάνουν τα μονοπάτια και άλλοι, ως παγανιέρηδες, μπαίνουν μέσα στο λόγγο. Ο λόγγος όμως ήταν μεγάλος, η ώρα περνούσε και λύκος δεν εμφανιζόταν. Κατά το απόγευμα οι μισοί έφυγαν, οι άλλοι συνέχισαν. Πλησιάζοντας σε μια ρεματιά, ο ένας -ο οποίος είχε έναν “γκρα”- βλέπει ξαφνικά το λύκο να βγαίνει από την κρυψώνα του και να ανηφορίζει την πλαγιά. Δεν χάνει καιρό και σημαδεύοντάς τον καλά, του ρίχνει και πράγματι τον πετυχαίνει. Όμως ο λύκος, τραυματισμένος καθώς ήταν, δοκιμάζει να συνεχίσει στην ανηφόρα και δεν τα καταφέρνει, παίρνοντας έτσι την κατηφόρα πάλι. Έχοντας δει απέναντί του τον κυνηγό, τρέχει ίσα πάνω του. Ο κυνηγός, προφανώς μην έχοντας βιώσει παρόμοιο γεγονός και βλέποντας το λύκο να καταφτάνει, από την ταραχή του δεν μπόρεσε να αλλάξει φυσίγγι, έτρεμαν τα χέρια του, πανικοβλήθηκε και του έπεσε και το όπλο, όπως αργότερα εξιστορούσε. Ο λύκος όμως, φτάνοντας λίγα μέτρα μπροστά του, δεν άντεξε άλλο και σωριάστηκε. Ο ίδιος πέρασε πολλή ώρα ώστε να συνέλθει από το σοκ.

Τον συγκεκριμένο λύκο τον δέσανε όρθιο σε ένα αγροτικό και τον φέρανε στο χωριό το βράδυ. Εμείς τα παιδιά είχαμε μαζευτεί γύρω του και συζητούσαμε. Σε λίγο καταφτάνει κι ένας φίλος μας, ο οποίος είχε λάβει μέρος στην αποστολή. Περνώντας δίπλα από το αγροτικό, κάποιος με τρόπο τον έσπρωξε λίγο και γέρνοντας να μην πέσει ακουμπάει τα χέρια του στην καρότσα του αγροτικού, ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο σε απόσταση αναπνοής με το λύκο. Τόσος ήταν ο φόβος του, που κάνοντας ένα σάλτο πίσω μουρμούρισε αυθόρμητα: “Αυτό το πράγμα κυνηγούσαμε σήμερα!”.

 

Ιστορία τρίτη: Στη φωλιά του θηρίου

 Κάποτε πάλι εμφανίστηκε λύκος στην περιοχή και σχεδόν κάθε βράδυ από τα γύρω χωριά παρατηρούνταν απώλειες προβάτων. Δεν μπορούσαν όμως να τον εντοπίσουν, γι’ αυτό και ήλπιζαν να μην ξαναχτυπήσει στο δικό τους κοπάδι. Όταν το βράδυ αντάμωναν στο μαγαζί, ο καθένας έλεγε και τις απώλειές του. Ακόμη και στα διπλανά χωριά είχαν το ίδιο πρόβλημα. Ένας, δε, ο οποίος είχε το κοπάδι του γύρω στα πεντακόσια μέτρα από μια πυκνή τοποθεσία, με βάτα, ιτιές και πλατάνια αδιαπέραστα, δεν ανέφερε ποτέ απώλεια.

Αυτή η δουλειά συνεχίστηκε για αρκετό καιρό. Πρόβατα να εξαφανίζονται και να μην μπορούν να εντοπίσουν το λύκο. Όσες προφυλάξεις και να έπαιρναν, την άλλη μέρα όλο και κάποιος θα παρατηρούσε απώλεια. Ο τσοπάνος, δε, εκείνος που είχε τη στάνη του κοντά στο δύσβατο σημείο του ποταμού, είδε ένα απόγευμα, καθώς περνούσε από εκεί κοντά, δύο “κουταβάκια” να παίζουν στην άκρη του πυκνού και μόλις τον αντιλήφθηκαν χάθηκαν μέσα στα ζίγρα. Αμέσως, κατάλαβε τι γινόταν και ειδοποίησε το χωριό. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι κυνηγοί και με κλαδευτήρια διέσχισαν εκείνο το σημείο, σαν παγάνα με πολύ θόρυβο, ενώ οι άλλοι είχαν πιάσει τα σημεία εξόδου. Κατάφεραν να σκοτώσουν τη λύκαινα, ενώ ο αρσενικός γλίτωσε. Στο δε σημείο της φωλιάς -αφού πιάσανε τα λυκάκια- υπήρχε τριγύρω ολόκληρο βουνό από κόκαλα, προς έκπληξη όλων!

Έτσι αντιλήφθηκαν γιατί εκείνη την εποχή ο μπαρμπα-Αντώνης δεν έχασε ούτε ένα πρόβατο, επειδή ο λύκος φυλάει τη φωλιά του. Τα δε λυκάκια, δύο μαύρα κουταβάκια, παρεδόθησαν στο δασαρχείο. Για αρκετό καιρό έπειτα ησύχασε όλη η γύρω περιοχή.

 

Ιστορία τέταρτη: Ο ντορός του λύκου

 Ο πατέρας μου είχε δύο λαγόσκυλα θηλυκά (γκέκα), κάπως υψηλόσωμα, μα με πολύ δόντι. Τότε οι κυνηγοί φρόντιζαν να έχουν σκυλιά δυνατά, όχι μόνο στο κυνήγι, μα και στο πάλεμα, διότι είχαν να αντιμετωπίσουν και πολλά αδέσποτα -μια και η κάθε αυλή είχε από ένα ή δύο σκυλιά ελεύθερα-, όπως και αρκετά τσοπανόσκυλα, τα οποία περιφέρονταν και πολύ πιο μακριά από το μαντρί τους. Είχε λοιπόν αυτές τις δύο σκύλες, οι οποίες ήταν μονιασμένες, δηλαδή ήταν πάντα μαζί και δεν τις έβαζε χέρι άλλη σκύλα. Πηγαίνοντας ένα πρωινό, με αρκετό κρύο, ομίχλη και ψιλόχιονο, για αγριοπερίστερα, που γνώριζα ότι κάθονταν σε κάποια δέντρα, μόλις φθάνω στο ποτάμι, πώς κοιτάζω απέναντι σε μια απόσταση γύρω στα εκατό μέτρα και βλέπω δύο λύκους, ο ένας μπροστά και ο άλλος πίσω και προχωρούσαν. Εκκολαπτόμενος κυνηγός, την προηγούμενη χρονιά είχα βγάλει για πρώτη φορά άδεια, και με έπιασε ένα δέος, ένα σύγκρυο, μπρος στη θέα των δύο αγριμιών. Κρύφτηκα σε ένα δέντρο δίπλα μου και αφού πέρασε λίγο διάστημα, βάζοντας χοντρά φυσίγγια, αποφασίζω να περάσω κι εγώ απέναντι, να δω τουλάχιστον τον ντορό προς τα πού πήγαν. Το χιόνι θα ήταν ένα με δύο πόντους, λιγοστό όπου υπήρχε. Ακολούθησα για λίγο πανέτοιμος, μα όταν είδα να χωρίζει ο ντορός, ο ένας να κατεβαίνει μέσα στην άπλα του ποταμού και ο άλλος να συνεχίζει απ’ έξω, φοβήθηκα και επέστρεψα. Πήγα πάλι στο χωριό, με τη σκέψη να πάρω τα σκυλιά. Παίρνοντάς τα, φτάνω στον ντορό που πάνω στο χιονάκι φαινόταν ολοκάθαρος και μόλις τον μυρίζουν τα σκυλιά, όσο δεν φοβόταν κανένα σκυλί, βάζουν την ουρά στα σκέλια, σηκώνουν την τρίχα στη ράχη τους, αρχίζουν να γρυλίζουν και παίρνουν ανάποδα τον ντορό. Όσο κι αν τα φώναζα να πάμε νότια, όπως πήγαιναν τα ίχνη, αυτά με κοιτούσαν για λίγο και συνέχιζαν βόρεια. Εγώ επέμενα να τα φωνάζω, όμως ήταν μεγάλος ο φόβος τους κι επέμεναν κι αυτά να προχωρούν αργά μα σταθερά, αλλά ανάποδα! Με γρυλίσματα φόβου κι επιθετικότητας συνέχιζαν και κάθε τόσο κοιτούσαν και πίσω να δουν εμένα ή μήπως δουν τ΄ αγρίμια, δεν γνωρίζω. Τέλος πάντων, ξαναπέρασα από την άλλη πλευρά του ποταμού και μετά από ώρα κατάφερα να τα ξεκολλήσω από τον ντορό και έψαχνα πλέον ελεύθερα για μπεκάτσες.

 

Ιστορία πέμπτη: Η τρεχάλα της Σπίθας

 Υπήρχε στο χωριό ένα τσοπανόσκυλο, η Σπίθα, του μπαρμπα-Χρήστου, πολύ δυναμικό και πιστός φύλακας. Τον καιρό εκείνο είχαν σκοτώσει ένα λύκο και αφού τον περιέφεραν στα χωριά, λαμβάνοντας ως δώρα τυρί, αβγά, λουκάνικα, λεφτά, κ.τ.λ. από τους τσοπάνηδες, τον έγδαραν και κράτησαν το δέρμα με σκοπό να το γεμίσουν άχυρο και να το στυλώσουν στο σχολείο. Ο δε λύκος χαρακτηρίστηκε από τους παλιούς ως μονόλυκος, δηλαδή πολύ μεγάλος και χωρίς να φοβάται τίποτα, άλλωστε μέρα μεσημέρι τον σκοτώσανε. Η Σπίθα λοιπόν είχε έρθει στην πλατεία του χωριού και θέλοντας το αφεντικό της να διαπιστώσει την ψυχραιμία της, λέγοντας με καμάρι στους άλλους για τη δυναμικότητά της, παίρνει το δέρμα και το ρίχνει μπροστά της, πιστεύοντας ότι θα ορμήσει πάνω και θα το ξεσκίσει.

Δυστυχώς, όμως, μόλις μύρισε το δέρμα πανικοβλήθηκε και με κραυγές τρόμου -λες και τη δέρνανε- ξεκίνησε να τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση και εξαφανίστηκε. Μία βδομάδα είχε να εμφανιστεί στο χωριό και βρισκόταν κρυμμένη κάτω στο ποτάμι, σε ένα λαγούμι που είχε σκάψει κοντά στο μαντρί. Ήταν χειμώνας και τα πρόβατα τα είχε ο μπαρμπα-Χρήστος στο χωριό.

Ελάχιστα είναι εκείνα τα σκυλιά τα οποία πράγματι μπορούν να αντιμετωπίσουν λύκο.

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top