Κυνηγετικό ατύχημα – Νομικές συμβουλές

Γράφει ο Γιώργος Πετράκης– Πρόεδρος Κυνηγετικού Συλλόγου Αιγάλεω,
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας

 

Κάθε κυνηγετική περίοδος σημαίνει μια ελπιδοφόρα δράση  ωραίων συναισθημάτων αλλά παράλληλα σημαίνει και κυνηγετικές πράξεις μιας χρονικής περιόδου ευθύνης και σοβαρότητας. Κάθε κυνηγός πρέπει να γνωρίζει καλά ότι στα χέρια κρατά ένα κυνηγετικό όπλο και κάθε φορά που εκδράμει στη φύση για κυνήγι πρέπει ν’ αποδεικνύει ότι άξια το κρατά , όχι φυσικά επειδή καρπώνεται  περισσότερα θηράματα από τους άλλους αλλά επειδή το χειρίζεται με συνέπεια και ασφάλεια.

Με την αύξηση κυρίως του πληθυσμού του αγριόχοιρου  και την παράλληλη ενασχόληση περισσότερων κυνηγών με το κυνήγι του αλλά όχι μόνο γι’ αυτό τον λόγο , τα τελευταία χρόνια έχουμε μια αύξηση των κυνηγετικών ατυχημάτων.  Είναι γνωστό στον κυνηγετικό κόσμο ότι το κυνήγι του αγριόχοιρου θέλει ιδιαίτερη προσοχή γιατί ασκείται με μονόβολα και δράμια  δηλ. με δραστικά ειδικού τύπου φυσίγγια . Αλλά και τα λοιπά κυνήγια , ειδικά αυτό των εδαφόβιων πτηνών ( ορτύκι , πέρδικα , μπεκάτσα ) απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή κατά τον πυροβολισμό τους και προυποθέτουν ανοικτά και επίπεδα πεδία ή τουλάχιστον την βεβαιότητα ότι στην πορεία μιας κυνηγετικής βολής και σε απόσταση ασφαλείας δεν υπάρχει άνθρωπος ή ζώο.

Κυνηγετικά ατυχήματα έχουμε και στα καρτέρια σε μικρότερο όμως βαθμό , κυρίως λόγω μη τήρησης των μέτρων ασφαλείας και του βασικού κανόνα που απαγορεύει τον  πυροβολισμό , όταν δεν είμαστε βέβαιοι ότι σε ικανή απόσταση ασφαλείας ( ανάλογη με το βεληνεκές του φυσιγγίου μας ) δεν υπάρχει στην πορεία του πυροβολισμού μας πρόσωπο ή ζώο. Γι’ αυτό επιβάλλεται κάθε κυνηγός να κατέχει τουλάχιστον τις βασικές γνώσεις της βλητικής .

Κυνηγετικό ατύχημα με την ευρεία έννοια είναι κάθε βλάβη του σώματος ακόμη και ο θάνατος που υφίσταται ο ίδιος ο χρήστης του κυνηγετικού όπλου ή τρίτος ή ζώο από αμέλεια της χρήσης  του.

Κυνηγετικό ατύχημα με τη νομική έννοια του κινδύνου ασφαλίσεως , που ασφαλίζουν  οι ασφαλιστικές εταιρείες τους κυνηγούς που είναι μέλη κυνηγετικών συλλόγων  είναι κάθε βλάβη του σώματος ακόμη και ο θάνατος που υφίσταται ο ίδιος ο χρήστης του κυνηγετικού όπλου ή τρίτος ή ζώο  από αμέλεια της χρήσης του , που τελείται υποχρεωτικά κατά την άσκηση του κυνηγίου και εντός της κυνηγετικής περιόδου. Αυτό το είδος κυνηγετικού ατυχήματος καλύπτει η ασφαλιστική εταιρεία .

Σε περίπτωση που υπάρχει πρόθεση του χρήστη για σωματική βλάβη ή θάνατο δεν υπάρχει κυνηγετικό ατύχημα και δεν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη .

Κυνηγετικά ατυχήματα έχουμε κυρίως λόγω μη τήρησης των κανόνων ασφαλείας δηλαδή λόγω μη λήψη υπόψη μας την ύπαρξη ανθρώπου ή ζώου που βρίσκεται στην πορεία της κυνηγετικής μας βολής, εξαιτίας της πυκνής βλάστησης , της κλίσης του εδάφους , της θέσης των κυνηγών σε κοντινή απόσταση , της αλλαγής θέσης , της ακατάλληλης θέσης  , της μη εκτίμησης της απόστασης ασφαλέιας , της μη ύπαρξης διακριτικών χρωμάτων στην ενδυμασία , ειδικά σε κυνήγια που το επιβάλει η κυνηγετική πρακτική αλλά και η νομοθεσία , η βιασύνη του πυροβολισμού και η εστίαση πρώτα στο θήραμα και όχι στην τοπική προέκταση της βολής μας , στον εξοσταρκισμό των σκαγίων σε βράχους ή σε νερό . Κυνηγετικά ατυχήματα μπορεί να έχουμε και από τυχαία γεγονότα ( απρόβλεπτη ολίσθηση , πτώση βράχου κλπ ).

Κυνηγετικό ατύχημα μπορεί να έχουμε και λόγω μη τήρησης των μέτρων ασφαλείας κατά την όπλιση και αφόπιλιση του κυνηγετικού μας όπλου , της μη τοποθέτησης  του όπλου σε ασφαλές σημείο , μη προσβάσιμο  σε  ανήλικα παιδιά αλλά και από κακή εκτίμηση ότι το όπλο μας είναι άδειο ενώ αυτό είναι γεμάτο. Άγραφος νόμος είναι η παλιά ρήση «τα άδεια όπλα σκοτώνουν » .

Κυνηγετικό ατύχημα μπορεί να έχουμε και από αστοχία υλικού ( όπλου , φυσιγγίου ) , από έμφραξη της κάνης από κλαδί, χώμα ή χιόνι χωρίς προηγουμένως να το έχουμε αντιληφθεί , από εκπυρσοκρότηση του όπλου και από άλλους παρεμφερείς λόγους .

Η μοναδική λύση σ’ αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα και πρόβλημα είναι η σχολαστική και ευλαβική τήρηση των μέτρων ασφαλείας.

Οι κυνηγοί κάθε χρόνο κατά την έκδοση των αδειών κυνηγίου τους καταβάλλουν ένα μικρό ποσό για την ασφάλιση τους για ζημιές που θα προκληθούν από κυνηγετικά ατυχήματα από τυχόν αμελή συμπεριφορά τους .  Η ασφάλιση αυτή ισχύει για μια κυνηγετική περίοδο, είναι συνήθως ομαδική δηλαδή είναι ασφάλιση όλων των μελών ενός κυνηγετικού συλλόγου και είναι υποχρεωτική για να εκδώσει κάποιος  άδεια κυνηγού . Καλύπτει τα ελάχιστα όρια ασφαλίσεως  που υποχρεώνει  ο νόμος .

Πέραν της ασφάλειας αυτής οι κυνηγοί μπορούν να συνάψουν επιπλέον πρόσθετη ατομική ή ομαδική ασφάλιση με μεγαλύτερο ασφάλιστρο ( ποσό ασφαλίσεως) ώστε να έχουν κυρίως οι ίδιοι περισσότερες καλύψεις σε ποσά  αποζημιώσεων. Σ’ αυτή την περίπτωση το ποσό που θα καταβάλλουν θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το ποσό που καταβάλλουν στα ελάχιστα όρια και ομαδικά οι Κυνηγετικοί Σύλλογοι αλλά σίγουρα θα έχουν διαφορετική κάλυψη σε ποσά . Όταν κάποιος κυνηγός προκαλέσει κυνηγετικό ατύχημα η ασφαλιστική εταιρεία που τον καλύπτει θα αποζημιώσει τον τρίτο ή τον ίδιο μέχρι ένα ποσό , το ανώτατο ποσό ασφαλίσεως . Το υπόλοιπο ποσό θα το επιβαρυνθεί ο ίδιος από την δική του ατομική περιουσία , εάν το ποσό που θα του επιδικάσει το δικαστήριο δεν επαρκεί να καλύψει την απαίτηση της ζημίας . Το θέμα της ασφάλισης και της αποζημίωσης κινείται στο χώρο της αστικής ευθύνης δηλαδή είναι αστικό ( ιδιωτικό) ζήτημα .

Το κυνηγετικό ατύχημα από αμέλεια είναι παράλληλα και ποινικό αδίκημα , όταν έχει  ως παθόντα  τρίτο πρόσωπο . Σε περίπτωση θανάτου έχουμε το αυτεπάγγελτο  ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια , ενώ σε περίπτωση σωματικής βλάβης και αναλόγως της βλάβης το ποινικό αδίκημα της ( βαριάς , επικίνδυνης , ελαφράς ) σωματικής βλάβης από αμέλεια , που διώκεται ύστερα από έγκληση ( μήνυση ) του παθόντος .

Το πιο συνηθισμένο φαινόμενο σχετικά με την ασφάλιση του κυνηγετικού ατυχήματος είναι η σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως ενός Κυνηγετικού Συλλόγου για λογαριασμό των μελών του με μια ασφαλιστική εταιρεία , που αφορά μια κυνηγετική περίοδο . Το νομικό πλαίσιο που διέπει αυτό το σύνηθες νομικό ζήτημα της ασφάλισης είναι το εξής :

Aπό τις  διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 5 παρ. 2 εδ. β του ν. 2496/1997, που αφορά “την ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις” που άρχισε να ισχύει από τις 16.5.1997 ,  συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση ο συμβαλλόμενος ασφαλιστής  ( ασφαλιστική εταιρεία ) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου (ποσό που πληρώνουμε για την ασφάλιση μας ) στο συμβαλλόμενο λήπτη της ασφάλισης ( Κυνηγετικό Σύλλογο ) ή σε τρίτο (ασφαλισμένο κυνηγό ) το ασφάλισμα, δηλαδή την αποζημίωση έως το τυχόν συμφωνημένο ανώτατο όριο (ασφαλιστικό ποσό), όταν επέλθει ο ζημιογόνος κίνδυνος ( κυνηγετικό ατύχημα ) , από τον οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστικός κίνδυνος ή ασφαλιστική περίπτωση), κατά την τυχόν συμφωνημένη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης (βλ. ΑΠ 8/05 Επιθεώρηση Εμπορικού Δικαίου  2005.75).

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ίδιου νόμου χρησιμοποιείται ο διεθνώς δόκιμος όρος “λήπτης της ασφάλισης” αντί του όρου “ασφαλισμένος” που χρησιμοποιεί ο Εμπορικός Νόμος , αφού το πρόσωπο, που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή, μπορεί να μην είναι ο ίδιος ασφαλισμένος. Για να καλυφθεί δε και αυτή η περίπτωση, αντί του περιγραφικού “προσώπου του ενεργούντος την ασφάλιση” που χρησιμοποιεί ο Εμπορικός Νόμος (άρθρο 203) και του αόριστου όρου “αντισυμβαλλόμενος” προτιμήθηκε ο πιο πάνω όρος του “λήπτη της ασφάλισης” (βλ. Εισηγητική  Έκθεση του ως άνω νόμου).

Ειδικότερα κατά την παρ. 2 του αρθρ. 1 η ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο, τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο και τη χρηματική του αξία ή την περιουσία, που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων, το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Από άποψη εσωτερικής λειτουργίας της ασφαλιστικής σύμβασης, των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και του τρόπου υπολογισμού της παροχής του ασφαλιστή, η ασφάλιση διακρίνεται σε ασφάλιση ζημιών και ασφάλιση ποσού, κατά δε τον Ασφαλιστικό Νόμο και το νόμο για την επιχείρηση ιδιωτικής ασφάλισης, σε ασφάλιση ζημιών και ασφάλιση προσώπων.

Στην πρώτη περίπτωση ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την αποκατάσταση της ζημιάς του ασφαλισμένου, ενώ στη δεύτερη την υποχρέωση να πληρώσει ορισμένο ποσό εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (χρηματικές παροχές κατά διαστήματα ) ή να αποκαταστήσει τη συγκεκριμένη οικονομική ζημιά, που προήλθε εξαιτίας ασθενείας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου.

Ειδικότερα στην ασφάλιση προσώπων ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα φυσικά πρόσωπα ( κυνηγούς ) , η διάρκεια ή τα συμβάντα της ζωής των οποίων έχουν συνδεθεί συμβατικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για ασφάλισμα.  Στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με περισσότερους ασφαλισμένους σε μια ασφάλιση προσώπων, με την οποία ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος ( Κυνηγετικός Σύλλογος ) και πολλοί ασφαλισμένοι ( κυνηγοί – μέλη Κυνηγετικών Συλλόγων ) , οι οποίοι, κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις, υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Το είδος αυτό ονομάζουμε ομαδική ασφάλιση, θεσμό των συναλλαγών που βρίσκεται σε εξέλιξη και υπό διαμόρφωση, για τον οποίο ο νόμος δεν δίνει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο αρθρ. 29 παρ.3 του Ασφαλιστικού Νόμου , όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ασφάλισης επί ομαδικής ασφάλισης ζωής.

Στην ομαδική ασφάλιση μετέχουν κατά κανόνα τρία πρόσωπα, ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος), ο οποίος μπορεί να συνάψει ασφάλιση για λογαριασμό άλλου (του ασφαλισμένου), που είτε κατονομάζεται, είτε δεν κατονομάζεται στη σύμβαση (αρθρ. 9 παρ.1 Ασφαλιστικού Νόμου). Αυτός δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος του ασφαλισμένου, αφού εδώ έχουμε ειδική ρύθμιση, διάφορη της αντιπροσωπείας του Αστικού Κώδικα , αλλά στο όνομα του, γι’ αυτό και στο πρόσωπο του κρίνεται η ικανότητα δικαιοπραξίας, ο δόλος, η πλάνη, η συμφωνία με τον ασφαλιστή, ενώ βαρύνεται παράλληλα με τα διάφορα καθήκοντα, όπως το καθήκον πληρωμής του ασφαλίστρου, το καθήκον αποφυγής ή μείωσης της ζημίας, το καθήκον επιτάσεως του κινδύνου κλπ (πρβλ. αρθρ. 9 παρ. 2 εδ. α’ ν. 2496/97). Ο ασφαλισμένος δεν είναι μεν αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή ( Κυνηγετικός Σύλλογος ) , αλλά είναι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος ( κυνηγός ) , το πρόσωπο δηλ. που ορίστηκε στην ασφαλιστική σύμβαση ότι πλήττεται από την πραγματοποίηση.

Η ομαδική ασφάλιση αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, που διέπεται από τα άρθρα 410 και επόμενα του Αστικού Κώδικα , καθ’ ο μέρος δεν τροποποιούνται από ειδικές διατάξεις του ν. 2496/1997 (βλ. ΑΠ 1895/2008 δημ. σε ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 705/2005 ΕΕμπΔ 2006/370). Περαιτέρω ο τρίτος, που ζημιώθηκε και έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλισμένου, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της σχετικής περί καταβολής του ασφαλίσματος αγωγής κατά του ασφαλιστή, όταν οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, αλλ’ η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου, οπότε πρόκειται για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (βλ. ΑΠ 381/2008 ΧΡΙΔ 2008/837).

Με λίγα λόγια η ομαδική ασφάλιση είναι σύμβαση ( ασφαλιστική συμφωνία) υπέρ τρίτου ( για να προστατέψει τα δικαιώματα του τρίτου κυνηγού) χωρίς ο τρίτος κυνηγός να συμβάλλεται απευθείας με την ασφαλιστική εταιρεία αλλά να συμβάλλεται ο Κυνηγετικός Σύλλογος στο οποίο είναι μέλος .

Επειδή οι κυνηγοί πληρώνουν κάθε χρόνο υποχρεωτικά ένα ποσό σε ασφάλεια για να εκδώσουν άδεια κυνηγίου σε περίπτωση κυνηγετικού ατυχήματος πρέπει να διεκδικούν την όποια αποζημίωση καλύπτει η ασφαλιστική τους σύμβαση ( όταν πρόκειται γι΄ αυτοτραυματισμό  ) ή η ασφαλιστική σύμβαση του υπεύθυνου ( όταν πρόκειται για ζημία που υπέστησαν από τρίτο κυνηγό) .

Πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ των σκοπών ενός κυνηγετικού συλλόγου δεν είναι και η ασφάλιση των μελών του . Γι’ αυτό το ασφαλιστήριο δεν αποτελεί μέριμνα των Συλλόγων αλλά υποχρέωση των κυνηγών ( βλέπε  εν ισχύ υπ’ αρ. 1209/7.1.1985  γνωμοδότηση Νομικής Διεύθυνσης Υπουργείου Γεωργίας  ). Οι Σύλλογοι όμως προς διευκόλυνση των μελών τους προτείνουν και τα μέλη αποδέχονται μια ασφαλιστική πρόταση . Είναι δυνατή άλλη αλλά και πρόσθετη ασφάλιση με άλλο κόστος ενός κυνηγού από ένα κυνηγετικό ατύχημα .

Το κυνηγετικό ατύχημα είναι ένα κεφαλαιώδες κυνηγετικό ζήτημα και πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται με μεγάλη σοβαρότητα και υπευθυνότητα , γιατί αφορά την δημόσια ασφάλεια . Η ανθρώπινη ζωή είναι το μεγαλύτερο αγαθό και όλοι πρέπει να σεβόμαστε την ζωή και την σωματική ακεραιότητα του συναδέλφου κυνηγού μας , που έχει μαζί μ’ εμάς  τον ίδιο σκοπό . Να εκδράμει στη μάνα Γη  και να γεμίσει την ψυχή του με σεβασμό στη φύση και στους συγκοινωνούς της .

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top