ΚΥΝΗΓΙ ΜΠΕΚΑΤΣΑΣ ΣΤΑ ΧΑΡΚΙΑ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Μπήκα στις 17 Ιανουαρίου στο Κρητικό καράβι μαζί με το Σέττερ για να πάω και φέτος να συναντήσω κυνηγετικά τον πατέρα μου. Ξέρω από τώρα ότι 7.30 ώρα αύριο το πρωί θα με περιμένει στο χωριό μας Χάρκια Ρεθύμνου, με αναμμένο το τζάκι, έχοντας βάλει το μπρίκι με τον ελληνικό στην χόβολη. Ευλογημένες σκέψεις που τις κάνω εν πλω για το νησί. Ευλογημένος, νοιώθω κι εγώ ο ίδιος που παρόλο τα προβλήματα, στις σκοτούρες της εποχής, κατάφερα και φέτος να πραγματοποιήσω την υπόσχεση που έχω δώσει στον εαυτό μου. Κάθε χειμώνα να αφιερώνω ένα ταξίδι στο χωριό για τους δύο μας. Βέβαια θα παραπονιέται η μάνα μου, αλλά επειδή είμαι ο πρωτότοκος και επειδή ξέρει την αγάπη μου για το κυνήγι θα με καταλάβει. Εδώ με καταλαβαίνει η γυναίκα μου, η ίδια, η Ελένη μου, που δεν μου χαλάει κανένα χατίρι.

Θεωρώ ότι να σκέπτεσαι έτσι όταν είσαι 36 χρονών, είναι μεγάλο πράγμα. Πάει να πει ότι ο πατέρας μου με έκανε να αγαπήσω πολύ το  κυνήγι, και σε συνδυασμό με αυτό το σπορ, να δημιουργείται ένας κρίκος, συναισθηματικά πολύ δυνατός, ανάμεσα σε πατέρα και γιό.

Περιμένω να έρθει η ώρα να φτάσω να με φιλήσει η μάνα μου, να δω τον πατέρα μου, να νιώσω τα πυκνά του μούσια να με καρφώνουν και να μου λέει καλώς τον! Πώς πάει; Τι κάνει ο Γιαννάκης, το Λενιώ; Να απαντώ με νόημα σε χαιρετούν και να πηγαίνω κατευθείαν στο τζάκι να δω εάν είναι το μπρίκι πάνω.

Να βγάζω από το σακίδιο μου τα δώρα του: κάλτσες, φυσίγγια προτίμησής μου, μπεκατσοπαντέλονα. Βλέπεται ο Μακρυποδογιάννης γιόρταζε και στις 7 Ιανουαρίου και έχω όλα τα δώρα του από τα αδέλφια μου, όλα κυνηγετικά.

Η καημένη η Αριστέα, η μάνα μου, δεν γιορτάζει ποτέ! Να πίνω το καφεδάκι μου με τους γονείς μου και έξω κατσιφάρα «ομίχλη», 8 βαθμούς βορινός. Νοιώθω δυνατά συναισθήματα, νοιώθω όμορφα. Δεν κρατιέμαι, με ρωτάει η μάνα για την Αθήνα, την δουλειά, το παιδί και εγώ της απαντώ γρήγορα αλλάζοντας την κουβέντα απευθυνόμενος στον πατέρα μου, εάν σήκωσε χθες κανένα πουλί; Τι βλέπει φέτος γενικά με τη συμπεριφορά τους; Κρατάγανε φέρμα; Από ότι κουβεντιάσαμε φέτος ήταν λίγο καλύτερη χρονιά και σε λαγούς και σε μπεκάτσες αλλά πολύ ανήσυχες, νεαρά πουλιά. Φάνηκαν αρκετές αρχές Δεκέμβρη μέχρι της 20 και ξαναφάνηκαν από του Αι Γιάννη. Τα πιο πολλά πουλιά τα είδε 11 Γενάρη ένα βράδυ σε ένα λακούδι κοντά σε ένα μαντρί και δεν ήξερε γιατί ήταν τόσες πολλές μαζεμένες μαζί.

Μου λέει Νικόλα ή είναι έτοιμες να την κάνουν ή έχουν μαζευτεί και βοσκάνε. Θα δούμε πατέρα του λέω. Θα τα δούμε τα όνειρα σε μισή ώρα. Όπως θυμάσαι και από πέρσι το Σέττερ που πήρα από τον Αποστολόπουλο «ΚΥΝΟΛΑΜΙΑ» δεν χαρίζεται εύκολα σε καμία Βελουδομάτα.

Αφού τα είπαμε, έβαλε το καινούργιο πουκάμισο που του είχε στείλει η αδελφή μου, η Μηλιάνα, μου κάνει νόημα πάμε σιγά – σιγά, θα μας περιμένει και ο κουμπάρος ο Πάρις στο Φαράγγι, ένα βαθύ φαράγγι που πάει κάτω όσο βλέπει το μάτι σου, με δεξιά – αριστερά κοντά ερίκια και διάσπαρτα ανάμεσα στο ρυάκι μεγάλα γερασμένα, ξεχασμένα από τον χρόνο μα πάντα επιβλητικά πλατάνια. Στην κορυφή του φαραγγιού υπάρχει και ένα μαντρί.

 Έλυσα το καμάρι μου εγώ και ο Πάρις από τη μια μεριά και ο πατέρας μου από την άλλη μόνος του να μας καθοδηγεί, να συμβουλεύει, να παραπονιέται ότι το Σέττερ ανοίγεται πολύ.

Εγώ πάλι να καμαρώνω τον  πατέρα μου μέσα στην ομίχλη, τη μορφή του και να θυμάμαι σαν τότε που περπάταγε και είχε τον αδελφό μου και εμένα δίπλα του σαν κουτάβια και μας μάθαινε το βουνό.

Έφτασε 60 χρονών και με αφήνει πίσω στο ζάλα (περπάτημα), διέκρινα μια αντίληψη, μια εμπειρία στο καθετί που ορμήνευε. Η ομίχλη πυκνώνει, γεμίζει και καθαρίζει, ταυτόχρονα αντιλαμβάνομαι τις πρώτες ψιχάλες. Δημιουργείται μια σκοτεινιά και ξαφνικά πέφτει ένα δυνατό χαλάζι στο πρόσωπό μας. Ο καιρός έκανε τα τρελά του. Επί ένα 20λεπτο έδερνε  το χαλάζι το σώμα μας. Αφού έκοψε και πλέον έχουμε γίνει μούσκεμα, δεν έχουμε βρει φτερό, απογοητευμένος του λέω: να γυρίσουμε πατέρα;

Μου λέει, θα πάμε μέχρι τη Χούμι στα 150 μέτρα και αν δεν βρούμε πουλί, γυρίσαμε. Άντε αγόρι μου του λέω του Σετεράκο μου, πάμε λίγο ακόμη, αφού διένυσε μια απόσταση γύρω στα 90 μέτρα, παρεμπιπτόντως σας γράφω μέτρα διότι έχω επάνω μου το σύστημα Garmin, ακούω τον πατέρα μου από απέναντι να λέει το σκυλί είναι σε φέρμα μπροστά στην ευθεία και ταυτόχρονα αρχίζει η μελωδία του μπίπερ. Πάγωσε το αίμα μου μόνο και μόνο επειδή με έβλεπε ο πατέρας μου. Είχε καταλάβει από απέναντι, πιο γρήγορα από το μηχάνημα ότι ήταν σε φέρμα ο σκύλος.

Έφτασα με τον Πάρη, σηκώθηκε η βασίλισσα, εγώ την ξεσκόνισα και ο Πάρης την αποτελείωσε βάζοντας το πρώτο πουλί στο σακίδιο.

Πάμε τώρα γυρίζουμε έβγαλε αεράκι, είστε μούσκεψα ότι καλύτερο για πνευμονία είπε ο πατέρας μου. Αύριο πάλι. Δεν παρασυρόταν από την πρώτη που βρήκαμε, μίλαγε η πείρα.

18 Ιανουαρίου δεν μας πήγε και πολύ καλά, θα δούμε αύριο.

Αφού γυρίσαμε στην ταβέρνα που διατηρεί ο πατέρας μου στα Χάρκια, κάτσαμε στο τζάκι να ζεσταθούμε και να πιούμε καμιά τσικουδιά. Τον έβλεπα ανήσυχο, ήθελε να σηκώσω και να βρω πουλιά, είχε το δικό του άγχος για τον γιό του. Φάγαμε, ήπιαμε, με πείραζε που δεν κράτησα την μπεκάτσα με τη μια και ότι άμα έλειπε ο κουμπάρος θα την χάναμε. Τα ίδια κάθε χρόνο για να με τσιτώσει.

Ξαφνικά, μετά το τσούγκρισμα μιας τσικουδιάς, μου αναγγέλλει ότι «αύριο θα πάμε κάπου να σφίξουν τα μπουτάκια σου» γιατί η Αθήνα σε έχει πολύ χαλαρό. Κατάλαβα αμέσως ποιο μέρος εννοούσε και με πιάσανε τα διαόλια μου.

Ένα μέρος σφιχτό, πάλι φαράγγι, όπου πάλι θα είναι ο ένας απέναντι από τον άλλον, μόνο που είναι τόσο σφιχτό που δεν περνάει απέναντι άνθρωπος, μόνο σκύλος. Στο τέρμα του μόνο περνάει από ένα καμένο από τους βοσκούς, πλάι.

Ένα φαράγγι γεμάτο πουρνάρες  πυκνές, αγκάθες, αστιβίδες που, όπου περνάς, πονάς στην κυριολεξία. Τέλος πάντων κάναμε τη παρέα μας, ήπιαμε τις τσικουδιές μας με τους συντέκνους μου και τους χωριανούς μου, έλειπε μόνο ο φίλος μου ο Τσιγώνης ο Γιώργος που είχε ένα ατύχημα καθώς και ο κολλητός μου ο Παναγής Μάκης που δεν κατάφερε να έρθει μαζί μου φέτος στο νησί. Του χρόνου φίλε!!!!   Φάγαμε το γαμοπίλαφο της μάνας μου και πήγαμε να «θέσουμε» να ξαπλώσουμε για να αντιμετωπίσουμε το πρωί τη ζούγκλα. Παρεμπιπτόντως, στο απογευματινό στην τσίχλα ότι πέρασε 5:10 με 5:20 και αυτό 5-10 πουλιά.

Αφού πήγα να ξεκουραστώ, σκεφτόμουνα την ντουφεκιά μου που δεν πήγε όλη πάνω. Θέλω με λαχτάρα να πάρω δικά μου πουλιά στο χέρι, να καμαρώνει και αυτός με τη σειρά του όπως κάθε χρόνο, ότι κάτι έχτισε με την υπομονή του και την εκπαίδευση που μας έκανε με το αδερφό μου στο ντουφέκι.

Ξημέρωσε 19 Γενάρη, μας αφήνει πάλι με τον Πάρη από τη μια μεριά του φαραγγιού που χτυπάει ο ήλιος και αυτός πάει από την άλλη στη δροσιά. Δέσαμε, λέω, περνάμε ίσα-ίσα από τις πουρνάρες, από ένα μονάχα μονοπάτι βγάζοντας τα μάτια μας, θα χτυπάει και ήλιος στη μούρη, θα ζεσταθεί και ο σκύλος γρήγορα, όλα υπέρ; ΝΕΥΡΑ…!!!! Ό πατέρας, στον ίσκιο έδινε εντολές από απέναντι, μάζεψε τον σκύλο, μίλα του σκύλου, να μην ανοίγεται πολύ, είχε μάθει παλιά με ένα –ΚΟΥΣΧΑΑR- εγώ πάλι άκουγα μόνο τον ήχο της έρευνας, σκύλο δεν έβλεπα μόνο, όταν Έκανε την επιστροφή του. Είχε περάσει περίπου κανένα 40λεπτο ούτε το φτερό της δεν έχουμε ακούσει. Έχω αρχίσει να ζεσταίνομαι, πάω να βγάλω ένα πορτοκαλί φούτερ και ακούω… φρου, φρου, και μένω άγαλμα με τα χέρια πάνω στην μπλούζα. Πατέρα, πετάχτηκε, δεξιά, φωνάζω, πάρη γιατί δεν της έριξες;  Προς τα πού πήγε; Έβγαζα  την μπλούζα μου εκείνη την ώρα, δεν πρόλαβα να δω. Και τι μου απαντάει κύριοι συνάδελφοι μου; Εμ, δεν κάνουμε στριπτιζ πάνω στο βουνό!!! Εάν με έπιανες από τη μύτη θα έσκαγα.Μου φωνάζει  βάλ’ το σκύλο στη θέση που σηκώθηκε και τράβα ευθεία.

Φωνάζω τον σκύλο, και ξεκινάω με μίζερη ψυχολογία, την ευθεία που υποδεικνύει. Σε τρία λεπτά ακούω το μπίμπερ, την σπάει, την ξανακαρφώνει γρήγορα όπου τελικά την μπλοκάρει με το μπίμπερ να βαράει σταθερά πλέον. Φθάνω σιγά-σιγά, δεν ξέρω που να πάρω θέση, προσπαθώ και να δω που είναι ο Πάρης, χωρίς να φωνάξω. Φθάνω πάνω από τον σκύλο, ίσα-ίσα έβλεπα την ουρά του, ψάχνω το μεγαλύτερο κενό πουρνάρας να σταθώ, σηκώνεται, ντουφεκάω, την βλέπω να πέφτει, φεύγει γρήγορα ο σκύλος, τη φέρνει χωρίς να την ψάχνω και ακούω απέναντι «ΩΡΑΙΑ» πάμε, συνέχισε στην ευθεία εκεί που είσαι, προχώρα. Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Μονοντουφεκιά, φερμαριστή με γρήγορο απορτ, ιδανική φάση για κυνηγό. Δεν προλαβαίνω να μαζέψω τη χαρά μου, πράγματι στην ίδια πορεία ξανακούω το μπίμπερ. Ίδια σκηνή, ήσυχα πάνω εγώ, κάτω ο Πάρης, φρου, φρου δύο ντουφεκιές μου και πλανάρει προς το έδαφος, πηγαίνει 20 μέτρα και τη βρίσκει ο κουμπάρος. Η μέρα φτιάχνει, έχω αρχίσει και παίρνω το παιχνίδι πάνω μου. Ο πατέρας ακούγεται ξανά «συνέχισε» στο προσήλειο έχουν πιάσει.

Ρε παιδιά, λες και τις είχε τοποθετήσει στην ευθεία ανά 100-120 μέτρα, δεν είναι δυνατόν, ξανά η μαγική μουσική βαράει. Φθάνω, συνεχίζει και βαράει σταθερά, στην σπάει, κάνει ένα σιγανό ποντάρισμα, λέω στον Πάρη του περπατάει «έχε το νου σου», πετάγεται απότομα πα! Πα! Πα!, ντουφεκάω, πέφτει πάλι απορτ η σκυλάρα. Μου λέει ο Πάρης, κουμπάρε ήντα γίνεται σήμερο με βαριά κρητικά, εκδρομή ήρθα εγώ!!!!

Είναι αυτό που λέμε συνάδελφοί μου, «εάν σε πάει η μέρα, πελέκισέ τις». Έχω 3 δικά μου πουλιά ντουφεκισμένα μπροστά στον πατέρα μου, σκεφτείτε αυτό που γράφω, για ένα γιο είναι μεγάλο κατόρθωμα, νοιώθω περήφανος για την κληρονομιά που αφήνει, με το δικό μου ντουφέκι, το δικό μου σκύλο, γυρνάω με κυνήγι. Θήραμα στο σπίτι στη μάνα μου. Ρε, παιδί μου και όμως επέμενε στην ευθεία, λες και είχε αποκρυπτογραφήσει τις θέσεις. Τι να πω; Η μέρα φαίνεται να τελειώνει ωραία. Αμ δε, ο Μακρυποδογιάννης μας επιφυλάσσει και το κερασάκι στην τούρτα. Ελάτε, από το καμένο απέναντι, να με βρείτε διότι έχουν σηκωθεί από πάνω δύο μπεκάτσες.

Χωρίς να τις παίξω ντουφεκιές, ήταν πολύ πυκνά.

Περίμενε 1 ώρα και χωρίς να μας πει τίποτα να μας ανυσηχίσει μας φώναξε απέναντι για να βάλουμε τον σκύλο να τις βρει. Υπομονετικά με ησυχία, χωρίς περιττές βόλτες προς τη μεριά τους, τις άφηνε να ηρεμήσουν.  Τέτοια ήταν η κυνηγητική του αξία. Αφού βρεθήκαμε, λέει του Πάρη, πιάσανε τόπο οι σκοποβολές ναι κουμπάρε δεν προλαβαίνω ούτε να σηκώσω ντουφέκι σήμερα, απάντησε.  Να τις δω γιε μου. Τις βγάζω από το σακίδιο λες και έβγαλα πλάκα χρυσού, τις δείχνω και μου λέει μεγάλα πουλιά, καλοταισμένες που έχουν μείνει πολύ καιρό στο τόπο και έγιναν κότες πραγματικές. Δεν τις ενοχλούσε κανείς εδώ για αυτό και κρατάγανε τόση πολύ φέρμα. Και τα πουλιά που σηκωθήκαν, σηκωθήκαν γιατί έσπαγα κάτι κλαδιά για να περάσω, το ένα έφυγε προς τον πάτο του φαραγγιού και το άλλο από πάνω μας.  Και από πάνω εκεί που έχω το πηγαδάκι μας, χτυπάει το μπίμπερ, βλέπω το garmin 28 μέτρα δίπλα μας και του λέω του Πάρη, φέρμα τράβα 30 μέτρα, πήγαινε στον σκύλο να ντουφεκίσεις, πάμε εμείς με τον πατέρα να κυκλώσουμε. Ακούμε σε λίγα δεύτερα μπαμ, την πήρα ακούγεται με φωνή μικρού παιδιού. Ωραία πάλι, ο μερακλής φώνησε. Άντε στε να μαζευτούμε εδα για την ταβέρνα. Το καλύτερο κυνήγι της ζωής μου, του σκύλου μου. Έβλεπα και τον πατέρα που απολάμβανε την εξέλιξη της ημέρας, είχε βρει τα πουλιά που ήθελε για μένα. Πήγαμε στο jeep, βγάλαμε τις φωτογραφίες μας. Ξεπουπουλιάσαμε τις μπεκάτσες. Τώρα τους υποσχέθηκα ότι θα τους κάνω εγώ τον μάγειρα σήμερα. Πήγαμε στο μαγαζί, τις έκοψα – το κάθε πουλί – σε τέσσερα κομμάτια, έβαλα το λάδι στο τηγάνι να κάψει, έριξα μια χούφτα ρίγανη στο καμένο λάδι και έπειτα τις αλεύρωσα, τις έριξα πάνω και πριν να ψηθούν – 5 λεπτά πριν το τέλος- τις έσβησα με κόκκινο κρασί και τις σέρβιρα με λεμονάκι. Το αλεύρι είχε κάνει πάνω στο πουλί μια ξεροψημένη κρούστα. Και φάγανε τηγανιστή αλευρωμένη μπεκάτσα. Συνταγή από μια γριούλα από το Χρυσοβίτσι Αρκαδίας. Κάναμε την παρέα μας, ο πατέρας μου περιέγραψε τις φέρμες και όταν έμπαινα κουζίνα, τα τελειώματα με τις ντουφεκιές, φάσεις.

Τέλος η 20 Γενάρη, μας βρήκε με αλλαγή καιρού, Νοτιάς και με ένα πουλί βρογκιχτό από τα πόδια μας, για να κλείσει το τριήμερο. 6 πουλιά καθόλου άσχημα για 3 μέρες. Και του χρόνου να είμαστε καλά, να ξαναβγώ στη Χαλέπα – στα φαράγγια και να κυνηγήσω πλάι του. Να ξαναμαγειρέψω και να δώσω στη μάνα μου και στον πατέρα μου στο στόμα, το δικό μου μεζέ μπεκάτσας.

 

Του ΝΙΚΟΥ ΜΑΚΡΥΠΟΔΑΚΗ

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top