ΜΙΑ ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΑΓΡΙΟΧΟΙΡΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ

Του Δημήτρη Μιλτιάδη

 

 Όμως, η ευτυχία της εύστοχης τουφεκιάς, είχε «μεθύσει» τη Μαρία, που δεν ακολούθησε τις νουθεσίες του… δασκάλου της. Κατέβασε το όπλο κι όταν το ξανασήκωσε, ήταν αργά. Το γουρούνι πετάχτηκε ξαφνικά και χάθηκε στα πυκνά, αφήνοντας πίσω του λιμνούλες από αίμα.

  

Η πρώτη άτυχη συνάντηση….

Η Μαρία, με όλες  τις αισθήσεις της σε εγρήγορση και το δάχτυλο στην σκανδάλη της καραμπίνας της, περίμενε κρατώντας την ανάσα της. Τα κλαδιά που έσπαζαν λίγα μέτρα πιο κάτω από το δρόμο, όπου ήταν το καρτέρι της, μαρτυρούσαν πως τα γουρούνια που είχαν ξεσηκωθεί από τα σκυλιά, τις φωνές και τις τουφεκιές του αρχηγού της παρέας, όπου να ‘ταν θα έσκαγαν μύτη.

Εκείνη, παρέμεινε στη θέση της, ελέγχοντας τα τρία δρομάκια-σύρτες, που οδηγούσαν στο μέρος της. Στο μυαλό της όμορφης γυναίκας, με την κορμοστασιά και τα μακριά μαλλιά της Αρτέμιδος, φευγαλέα πέρασε η πρώτη φορά που είχε τουφεκίσει ένα αγριογούρουνο, αλλά δεν το είχε κρατήσει, παρόλο που το είχε χτυπήσει.

Τα έχασε από τη χαρά της όταν το είδε να πέφτει και επαναπαύθηκε. Είχε ξεχάσει τη συμβουλή του άνδρα της, Κώστα, μέντορά της στα μυστικά του κυνηγιού, που της είχε τονίσει: «Μαρία, αν έρθει στο καρτέρι σου και τουφεκίσεις, συνέχισε να έχεις την κάννη πάνω στο γουρούνι, ακόμη κι αν αυτό έχει πέσει…».

Όμως, η ευτυχία της εύστοχης τουφεκιάς, είχε «μεθύσει» τη Μαρία, που δεν ακολούθησε τις νουθεσίες του… δασκάλου της. Κατέβασε το όπλο κι όταν το ξανασήκωσε, ήταν αργά. Το γουρούνι πετάχτηκε ξαφνικά και χάθηκε στα πυκνά, αφήνοντας πίσω του λιμνούλες από αίμα.

Θυμήθηκε τα δάκρυα που έχυσε, όταν είχε αντικρύσει τον Κώστα, που καλοπροαίρετα μάλωνε τη σύντροφό του, γιατί είχε ξεχάσει τη συμβουλή του.

 

 Δεύτερη και φαρμακερή….

Ο θόρυβος από τα σπασμένα κλαδιά, που ακουγόταν τώρα πιο κοντά, την έκανε να σηκώσει το όπλο και να το στρέψει στο άνοιγμα.

Τα δευτερόλεπτα φάνταζαν μια αιωνιότητα. «Δεν θα την ξαναπάθω! Ακόμα κι αν είναι καταγής, θα συνεχίσω να το σημαδεύω! Δεν πρέπει να στενοχωρήσω τον άνδρα μου και να απογοητεύσω τον αρχηγό και την παρέα μας! Θα αποδείξω ότι αξίζω το καρτέρι που μου εμπιστεύονται, ξέχωρα που είμαι γυναίκα!», έλεγε από μέσα της.

Ξαφνικά ένας σκούρος όγκος πετάχτηκε και γρήγορα από το μεσαίο «σύρτη» βγήκε πάνω στο δρόμο. Η Μαρία, με απόλυτη ηρεμία, έστρεψε το όπλο της πάνω στο γουρούνι. Ήταν στα 15 μέτρα. Όπως της έδινε την αριστερή πλευρά, το σημάδεψε στην καρδιά. Πάτησε την σκανδάλη και εκείνο έπεσε κεραυνοβολημένο! Συνέχισε να το σημαδεύει ακόμη και κατέβασε το όπλο της όταν πλέον είχε βεβαιωθεί ότι ήταν νεκρό.

«Τι έγινε, Μαρία;» άκουσε τον Κώστα να τη ρωτάει με αγωνία από το διπλανό καρτέρι, που ήδη είχε αρχίσει να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος της.

«Τετέλεσται!», ήταν η απάντηση που έδωσε όλο χαρά η Μαρία, ενώ από το βάθος έρχονταν στα αφτιά της τα «Μπράβο!» του αρχηγού που πλησίαζε κι αυτός ανηφορίζοντας.Ήταν ένα θηλυκό, γύρω στα 55 κιλά. Το πρώτο γουρούνι που είχε σκοτώσει η Μαρία, που βέβαια είχε εξασκηθεί στην σκοποβολή, κυνηγώντας τρυγόνια, φάσες και μπεκάτσες, παρέα με τον άνδρα της και τις δυο κόρες τους, την Ιουλία και τη Γαριφαλιά.

Σε κείνο το κυνήγι, ήταν ο Δημήτρης Χαρίτος (ο αρχηγός), ο αδελφός του Γιώργος, ο Γιάννης Γανωτής, ο Παναγιώτης Γκουντούλιας, ο Κλεόβουλος Ταμπάκης, ο Δημήτρης Γκόβαρης, ο Κώστας Ξυνογαλάς και η γυναίκα του Μαρία, από τις Πινακάτες του Πηλίου.

Η εξόρμηση είχε ξεκινήσει από νωρίς το πρωί. Η ομάδα είχε ξεκόψει τα χνάρια. Ζώθηκε το μέρος από τα καρτέρια. Αφέθηκαν τα σκυλιά, ο Τζόνι, ένα γκριφόν, η Γκρέτα, διασταύρωση Γκέκας-Γιούρα, κι ο Άρης, ο …Βούλγαρος με το αρχαιοελληνικό όνομα και το παρατσούκλι «ο γέρος», που για τα κατορθώματά του μιλούσαν τα σημάδια από παλιές πληγές, που στόλιζαν το σώμα του σαν…. παράσημα!

Το πρώτο «ζώομα» είχε στηθεί στις Σάρες, μια τοποθεσία απέναντι από τις Πινακάτες. Τα σκυλιά, ξεσήκωσαν τα γουρούνια και τα έβγαλαν σε ακάλυπτο μέρος, καταδιώκοντάς τα μέχρι τη θέση  «Πολυβολείο», ένα με ενάμισι χιλιόμετρο μακρύτερα, από τα καρτέρια, όπου όμως τα κράτησε σε στάμπα ο Τζόνι.

Η παρέα είχε ακυρωθεί από την κίνηση του κοπαδιού. Όμως, ο αρχηγός, ο Κώστας και η Μαρία, που ήταν κοντύτερα, άκουγαν τον Τζόνι που είχε μπλοκάρει τα γουρούνια, ενώ σε λίγο σιγοντάριζαν και τα άλλα σκυλιά. «Μαρία, πιάσε το καρτέρι πάνω από το σωλήνα! Κώστα, στις Σαπόπετρες!», έδωσε γρήγορα τις εντολές ο Δημήτρης, ενώ στο μεταξύ ήρθαν κι άλλοι και έπιασαν νέα καρτέρια.

Ο αρχηγός κατέβηκε εκεί που τα σκυλιά έκαναν «στάμπα». Με τουφεκιές, φωνές τα ξεσήκωσε. «Μαρία, Κώστα, το νου σας! Έρχονται κατά πάνω σας!», προειδοποίησε ο αρχηγός. Τα γουρούνια είχαν ξεκινήσει με φασαρία, μέσα από κουμαριές, σπάρτα, ρείκια, αράδια και πουρνάρια.

Στη δίωξη το κοπάδι «έσπασε». Στη Μαρία, βγήκε μόνο το θηλυκό που το πυροβόλησε και το ακολούθησε η Γκρέτα, ενώ λίγο μετά έφτασε και ο Τζόνι. Την ώρα που ο Δημήτρης έδινε συγχαρητήρια, σφίγγοντας το χέρι της Μαρίας, από το βάθος πίσω στις Σάρες, ακούστηκε ο «γερο-‘Αρης», που κυνηγούσε.

Η ομάδα ανασυντάχτηκε κι ο Κώστας έφυγε για το σημείο «Βυτίο», ενώ η «Μαρία» για την «Κοπριά». Τα καρτέρια τους ήταν κοντά και γι’αυτό συνεννοήθηκαν σε ποια σημεία θα τουφέκιζε ο καθένας, για να μην έχουν κάποιο ατύχημα. Ακούστηκε μια τουφεκιά. Ήταν ένα αρσενικό γουρούνι γύρω στα 40 κιλά.

Είχε βγει στο καρτέρι του Κώστα. Το φόρτωσαν στο φορτηγάκι, πήγαν πήραν και το πρώτο και όλοι μαζί κίνησαν για το σπίτι του αρχηγού.  Εκείνη τη μέρα η θεά του κυνηγιού την είχε μοιράσει στο αγαπημένο αντρόγυνο, τον Κώστα και τη Μαρία, σχεδόν στα ίσα, γιατί το γουρούνι της Μαρίας ήταν μεγαλύτερο.

Βγήκε το τσίπουρο και το κρασί, άναψε η ψησταριά, μοσχοβόλησε η γειτονιά από τη συκωταριά που τσιτζίριζε στα κάρβουνα. Τα δυο γουρούνια κρεμασμένα από τα τσιγκέλια έτοιμα για το γδάρσιμο. Το ένα το ανέλαβε ο αργηγός, το θηλυκό η Μαρία, που είχε μάθει την τέχνη από το κρεοπωλείο του πατέρα της.

Έπαθε …πλάκα ο Δημήτρης, που λίγες μέρες αργότερα, επισκέφτηκε το αντρόγυνο και χάρισε στη Μαρία ένα μαχαίρι που είχε σκαλισμένο στη λαβή ένα αγριόχοιρο, καθώς κι ένα μπρελόκ με το δόντι από τη γουρούνα που είχε χτυπήσει η Μαρία.

Και τα δυο τα είχε φτιάξει ο αρχηγός με τα χέρια του κι ήταν τα δώρα του για τη γυναίκα της κυνηγοπαρέας.

Όλα αυτά τα θυμηθήκαμε τις προάλλες στο σπίτι του Κώστα και της Μαρίας, που επισκεφτήκαμε κατά τη διάρκεια των ολιγοήμερων διακοπών μας, φιλοξενούμενη από το Δημήτρη Γαρέφη, από τις Μηλιές Βόλου. Ήταν μια όμορφη βραδιά, παρά την έντονη βροχή που είχε πέσει. Στο τραπέζι, που σέρβιραν τα δυο κορίτσια -επίσης κυνηγοί – της οικογένειας, η Ιουλία και η Γαριφαλιά, το αγριογούρουνο (στιφάδο και ψητό κεφαλάκι) και τους γεμιστούς κολοκυθοανθούς έδεσαν άψογα με το «μπρούσκο» που έρεε  στα ποτήρια και απέδειξαν πως η Μαρία πέρα από την σκανδάλη ήταν το ίδιο καλή και στην κουζίνα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top