Ο άρχοντας των δασών

Του Χρίστου Αθάνατου (κάτοικος Τρικάλων)

 

Κυνηγός του κάμπου ήμουνα. Ο κάμπος ήταν το βασίλειό μου, ο κάμπος ο παράδεισός μου. Αυτόν αγαπούσα, σ’ αυτόν κυνηγούσα. Οι ακροποταμιές, τα κανάλια, τα αναχώματα, οι φλέβες, οι πλατανιές ήτανε τα αγαπημένα μου μέρη. Γέμιζε η ψυχή μου, ημέρωνε το μάτι μου. Έβλεπα σημάδια του καιρού και γνώριζα τι θηράματα θα έλθουν. Ήξερα τις πονηριές και τα τερτίπια τους. Είχα γίνει ένα με τον κάμπο, ζούσα μ’ αυτόν. Το βουνό δεν με συγκινούσε καθόλου. Περιφρονούσα τους κυνηγούς του, έλεγα ειρωνικά, “κυνηγούν τάχα εκείνοι;”. Όλα αυτά ανατράπηκαν μέσα μου, παραλίγο με τρόπο τραγικό…

Βρέθηκα στη Θράκη, διορισμένος δάσκαλος στα χωριά των Πομάκων, στην πιο ορεινή και απόμακρη περιοχή. Κύριο κυνήγι τους, το αγριογούρουνο. Ούτε ήξερα πως υπήρχε τέτοιο θήραμα, ούτε είχα ξαναδεί, ούτε φυσικά είχα ιδέα για το κυνήγι του. Το πάθος μου για το κυνήγι, η αγάπη μου για τη φύση με έκαναν να γνωριστώ με τους ντόπιους γουρουνοκυνηγούς και να δοκιμάσω σ’ αυτό το είδος κυνηγιού. Κυριακή ήτανε, μαζευτήκαμε όλοι χαράματα στην άκρη του χωριού. Μαζί τους οι κυνηγοί είχανε και τα μουλάρια τους, ένα και για μένα. Θα πηγαίναμε μακριά, περίπου δύο ώρες με τα μουλάρια. Δεν είχε δρόμο ως εκεί, όλο μονοπάτια. Ένας τσομπάνος του χωριού την προηγούμενη είδε ένα κοπάδι αγριογούρουνα σ’ αυτό το μέρος. Αυτός μας έφερε το νέο. Ξεκινήσαμε ο ένας πίσω από τον άλλο, μαζεμένοι πάνω στα μουλάρια μας, σε έναν μονότονο βηματισμό, χωρίς κουβέντες και θόρυβο. Κάποτε φτάσαμε. Ξεπεζέψαμε, καθίσαμε λίγο για ξεκούραση. Βάλαμε τα σχέδια. Ήτανε η πρώτη μου φορά που κυνηγούσα αγριογούρουνο. Το μέρος άγνωστο, ο τρόπος κυνηγιού επίσης, δεν ήξερα τι θα πει καρτέρι και τι παγάνα. Ένας άγνωστος τόπος ήτανε μπροστά μου. Θα πήγαινα παγάνα μαζί με το φίλο μου. Ήτανε ντόπιος, ήξερε καλά τα μέρη. Πήραμε τα δυο σκυλιά μας και κατεβήκαμε στην αρχή της ρεματιάς. Οι υπόλοιποι έπιασαν τα καρτέρια τους. Είχα μαζί μου το “Γύφτο”, ένα ολόμαυρο σκυλί, ψηλό, σπαθάτο, σκληροτράχηλο, με γυαλιστερή τρίχα, κεφάλι χοντρό, όλο μουστάκια. Το έβλεπες και το φοβόσουν. Δύο φορές του είχανε σκίσει την κοιλιά του τα γουρούνια. Με την περιποίηση των κυνηγών τη γλίτωσε. Ήταν μανιώδες σκυλί, μπορούσε να κυνηγά όλη μέρα. Γουρουνόσκυλο με τα όλα του.

 

Πονηρός ο “Γύφτος”…

Ρίξαμε δυο ντουφεκιές, αμολήσαμε τα σκυλιά. Πηγαίναμε κάπως μακριά ο ένας από τον άλλο, φωνάζοντας, ουρλιάζοντας. Όλο ανεβαίναμε. Κάπου εκεί στη μέση της παγάνας, άκουσα το “Γύφτο” να τραντάζεται. Άγρια κλαφουνίσματα, συνεχόμενα, κάτι βρήκε και το είχε στο κατόπι. Ρίξαμε τότε κάμποσες τουφεκιές, φωνάξαμε πιο άγρια για να οδηγήσουμε το θήραμα προς τα καρτέρια. Πέρασε λίγος χρόνος έτσι και μετά το γάβγισμα σταμάτησε. Όμως τι έγινε και ο “Γύφτος” γαβγίζει διαφορετικά, στο ίδιο πάντα μέρος; Όλο και πήγαινα προς τα εκεί… Καταλάβαινα περίπου σε ποιο μέρος βρίσκεται. Έφτασα μετά από λίγο κοντά στο σκυλί. Με είδε, ήρθε κοντά μου, κούνησε την ουρά του, το χάιδεψα στο κεφάλι. Μπροστά μου ήτανε μια πυκνούρα από σχοίνα, αγριοπούρναρα, πεσμένα ξύλα, αδύνατο να μπεις εκεί μέσα, ούτε βέβαια να δεις, να ξεχωρίσεις κάτι. Το σκυλί γάβγιζε προς τα εκεί, μου ήρθε παράξενο. Πήρα μια πέτρα, την πέταξα στο πυκνό, παροτρύνοντας το σκυλί να μπει. Ακούω έναν δυνατό θόρυβο στα κλαδιά και πετάγεται μπροστά μου το αγριογούρουνο, περίπου στα 10 μέτρα. Τι πράγμα ήταν εκείνο! Θεριό ανήμερο, πρώτη μου φορά έβλεπα. Γκριζόμαυρο, χαίτη κατά μήκος της ράχης μια πιθαμή, σουβλερό κεφάλι, ψηλά μπροστινά πόδια, ουρά σηκωμένη. Το’ βαλε στην τρεχάλα μέσα στις οξιές. Δεν έχασα το θάρρος μου, γρήγορα σήκωσα το όπλο μου, σημάδεψα, πάτησα τη σκανδάλη…

 

Ένας μονιάς σκέτο ταυρί!

Ένα άγριο γρύλισμα πόνου, πήγε λίγο ακόμα και μετά να κάθεται στα πισινά του, να κοιτάζει παράξενα προσπαθώντας κάτι να δει. Μου φάνηκε παράξενη η συμπεριφορά του, έτσι να κάνουν τάχα τα γουρούνια όταν τα ντουφεκάς; Κίνησα να πάω προς τα’ κει. Ήτανε το μεγάλο μου λάθος, η απειρία μου εις το έπακρον. Μόλις πρόλαβα να κάνω μερικά βήματα, το βλέπω να σηκώνεται και να ορμάει πάνω μου… Δεν πρόλαβα τίποτα να κάνω, ούτε να σκεφτώ κάτι, ούτε το όπλο μου να σηκώσω. Βρέθηκα με μια στον αέρα, το ντουφέκι έφυγε από τα χέρια μου, αισθάνθηκα ένα κάψιμο και δυνατό πόνο στο δεξί μου πόδι. Σωριάστηκα πάνω στον κορμό μιας οξιάς. Χτύπησα στα πλευρά μου, φώναξα από τον πόνο. Βλέπω το αγριογούρουνο μπροστά μου, με την τρίχα σηκωμένη, έτοιμο να μου ξαναχυμήξει. Σκέφτηκα πως ήρθε το τέλος μου… Να βλέπεις μπροστά σου το αγριογούρουνο και να μη μπορείς να φυλαχτείς, να αντιδράσεις! Ό,τι δεν μπόρεσα να κάνω εγώ το έκανε ο “Γύφτος”. Τον βλέπω να πηδάει από πίσω στη ράχη του γουρουνιού. Έχωσε τα δόντια του στον τράχηλό του. Το αγριογούρουνο τινάχτηκε προς τα πίσω, χύμηξε στο σκυλί, αυτό πήδησε δίπλα, ξέφυγε το χτύπημά του. Για λίγο έβλεπα τη μάχη ανάμεσα στο σκυλί και το γουρούνι. Βρήκα την ευκαιρία, σύρθηκα, πήρα το όπλο μου που είχε πέσει δίπλα μου. Το είδα για λίγο μόνο του, το σημαδεύω, ρίχνω τη δεύτερη ντουφεκιά. Έπεσε νεκρό τινάζοντας τα πίσω πόδια του. Έπεσα κι εγώ στη ρίζα της οξιάς. Έβλεπα το “Γύφτο” να το δαγκώνει με λύσσα και να γαβγίζει ασταμάτητα. Ήθελα να σηκωθώ, να πάω στο σκυλί, να το σφίξω στην αγκαλιά μου, να το φιλήσω, να το χαϊδέψω, να του πω ένα μεγάλο “ευχαριστώ” που μου έσωσε τη ζωή… Δεν μπορούσα όμως, το πόδι μου και τα πλευρά μου πονούσαν.

 

“Κυνηγός της χρονιάς”

Φώναξα τον φίλο μου Τζεμαλή, τον άκουγα που ερχόταν. Με βοήθησε να σηκωθώ. Προσπάθησα να στηριχτώ όρθιος, με πονούσε το πόδι μου, δεν μπορούσα. Φώναξε και τους άλλους, μαζεύτηκαν όλοι. Με βρήκανε σε άσχημη κατάσταση. Περιποιήθηκαν την πληγή μου, δεν ήταν και πολύ σοβαρό. Καθώς το αγριογούρουνο με τίναξε πάνω, περισσότερο έπιασε το παντελόνι μου και λιγότερο το καλάμι του ποδιού μου. Το παντελόνι ήταν σχισμένο από το μπατζάκι μέχρι τη λωρίδα της μέσης μου, έμοιαζε με… φούστα παρά για παντελόνι. Δέσαμε πρόχειρα την πληγή. Κοιτάξαμε το αγριογούρουνο. Ήτανε αρσενικό, ο μονιάς όπως το είπανε. Δεν είχανε ξαναδεί ποτέ τόσο μεγάλο στην περιοχή τους. Όμορφο ζώο μαζί και άγριο. Δίκαια είναι ο άρχοντας του δάσους. Όλοι μου έδωσαν το χέρι τους, μου είπανε μπράβο! Τους διηγήθηκα την περιπέτειά μου. Τους είπα για το “Γύφτο”, έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Με ανακήρυξαν “κυνηγό της χρονιάς” και ισόβιο μέλος της παρέας τους. Χάρηκα πολύ που με δέχτηκαν στην ομάδα τους. Πειράγματα, γέλια, απάλυνε λίγο-λίγο ο πόνος μου. Ώρα να φύγουμε. Έφεραν τα μουλάρια. Στο δικό μου φόρτωσαν το γουρούνι από τη μια πλευρά, εγώ κάθησα από την άλλη. Ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Εγώ και το γουρούνι στο ίδιο σαμάρι. Εγώ και ο παρ’ ολίγο φονιάς μου μαζί, δίπλα-δίπλα, άνθρωπος και ζώο παράλληλοι κύκλοι, με νικητή πάντα τον άνθρωπο. Φτάσαμε στο χωριό. Με πήγαν στο κοντινό αγροτικό ιατρείο. Μπόλικα ράμματα στο καλάμι μου. Ευτυχώς όλα κύλησαν ομαλά. Από τότε έγινα μανιώδης κυνηγός αγριογούρουνου. Κανένα άλλο θήραμα δεν με συγκινεί. Μόνο αυτό το κυνήγι αγαπώ. Είναι άγριο και όμορφο μαζί. Γαληνεύει η ψυχή σου, ηρεμεί το μυαλό σου. Τα κυνήγια μου τα κάνω στις ψηλές κορυφές, στις πλαγιές, στις όμορφες ρεματιές, ψάχνοντας για τον μονιά, τον άρχοντα του δάσους και την παρέα του.

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top