Ο ελληνικός θρύλος του Κάπρου

Του Κώστα Μπουμπούρη

 

Το κυνήγι των κάπρων είναι αρκετά δύσκολο, πολλές φορές επικίνδυνο, αλλά για τους κυνηγούς αποτελούσε και αποτελεί ένα όμορφο θέλγητρο, μια ξεχωριστή μαγεία και πρόκληση. Η δίψα τους γι’ αυτήν την πρόκληση είναι διαχρονική και παρατηρείται από τους μυθικούς χρόνους μέχρι και σήμερα. Το αγριογούρουνο είναι το μεγαλύτερο, σίγουρα το πιο δυνατό και το πιο άγριο από τα τριχωτά θηράματα στη χώρα μας. Ως άγριο ζώο και ως θήραμα έχει ιδιαίτερη σημασία, γι’ αυτό σε αυτό το αφιέρωμα θα αναφερθούμε στους θρύλους και τις παραδόσεις που περιβάλλουν και συντηρούν το μύθο του.

 

Μυθολογία-Παράδοση-Ιστορία

Ο περίφημος Ερυμάνθιος Κάπρος, σταλμένος από τη θεά του Κυνηγίου Άρτεμη στην περιοχή του Ερύμανθου της Αρχαίας Αρκαδίας, είχε καταστρέψει τις σοδειές των γεωργών και των κτηνοτρόφων. Η σύλληψη του τέρατος και η απαλλαγή της περιοχής αποτέλεσε έναν από τους δώδεκα άθλους του ημίθεου Ηρακλή. Ο μυθικός ήρωας, αφού παρέσυρε τον Κάπρο, έπειτα από άγριο κυνηγητό με έξυπνο τέχνασμα σε δύσβατη χαράδρα, τον συνέλαβε στα στημένα γι’ αυτόν βρόχια. Ζωντανό και δεμένο, τον μετέφερε στην Τίρυνθα, έπειτα από εντολή του βασιλιά Ευρυσθέα.

Ο Καλυδώνιος Κάπρος ήταν επίσης σταλμένος από την ίδια θεά, στην Καλυδώνα της Αρχαίας Αιτωλίας, για εκδίκηση του βασιλιά Οινέα, επειδή σε κάποιες θυσίες προς τους θεούς την παρέλειψε. Το φοβερό τέρας είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος στην περιοχή. Για την εξόντωση του αγριμιού, ο Οινέας κάλεσε σε κυνηγετική εκστρατεία όλους τους ονομαστούς τότε ήρωες της αρχαιότητας, όπως τον Πηλέα, τον Θησέα, τον Ιάσονα, τον Λαέρτη, τον Νέστορα, τον Τελαμώνα, τους Διόσκουρους, την περίφημη τοξότρια Αταλάντη και άλλους με τα καλύτερα σκυλιά.

Το πρώτο χτύπημα στο θηρίο κατάφερε με το φοβερό της τόξο η άφοβη Αταλάντη και το αποτελείωσε με το δόρυ του ο γιος του Οινέα και μνηστήρας της, Μελέαγρος. Το έργο του αρχαίου Ευριπίδη “Μελέαγρος” εξιστορεί και απεικονίζει με λεπτομέρειες την κυνηγετική περιπέτεια με τον Καλυδώνιο Κάπρο.

Τη δύναμη της εκδικητικότητας του αγριογούρουνου, ο αρχαίος θρύλος θέλησε να την προσωποποιήσει στο θάνατο του Άδωνη, αγαπημένου της θεάς του έρωτα και της ομορφιάς, Αφροδίτης.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο ωραίος Άδωνης, γιος του βασιλιά Κινύρα, είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο για χάρη της ερωμένης του.

Εκεί, κάποια μέρα, σε κυνήγι ελαφιών και αγριοκάτσικων, συναντήθηκε με έναν πελώριο κάπρο, ο οποίος στο πέρασμά του τραυμάτισε θανάσιμα το παλικάρι.

Η Αφροδίτη περιπλανήθηκε στα βουνά κλαίγοντας απαρηγόρητη, ώσπου βρήκε άψυχο το κουφάρι του εραστή της.

Από την οργή και ορμητικότητα του κάπρου, κατά τον Όμηρο, δεν γλίτωσε ούτε ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Σε μια επίσκεψη στον παππού του Αυτόλυκο στον Παρνασσό, συμμετείχε με τα ξαδέλφια του σε κυνήγι αγριογούρουνου. Κάποια στιγμή, ένας θεόρατος κάπρος με τους κοφτερούς του χαυλιόδοντες τον τραυμάτισε στο δεξί γόνατο. Το σημάδι που του απέμεινε ήταν η αιτία να τον αναγνωρίσει η υπηρέτρια Ευρύκλεια, μετά την περιπετειώδη επιστροφή του από την Τροία στο νησί των Φαιάκων.

Κατά το Μεσαίωνα, στη Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία, λόγω της πληθώρας των κοπαδιών και των καταστροφών που έκαναν στις καλλιέργειες, τα αγριογούρουνα θεωρούνταν από τους κατατρομαγμένους χωρικούς ως προσωποποίηση του διαβόλου.

Στη νεότερη ιστορία μας, η παράδοση λέει ότι στο ιστορικό Σούλι, στην ανυδρία και στην ξέρα, τα Σουλιωτόπουλα ξεδιψούσαν από τα νερά των “λαγουμιών” που σχηματίζονταν από το σκάψιμο των αγριογούρουνων.

Πέρα απ’ αυτά, η παράδοση, θέλοντας να δικαιολογήσει την απαγόρευση και την απέχθεια των Μωαμεθανών στο χοιρινό κρέας, θεωρεί το αγριογούρουνο ως αιτία της αποτυχίας κάποιου Ιμάμη, στο να επαναλάβει με απατηλό τρόπο το θαύμα του Μωϋσή να βγάλει νερό σε ξερό τόπο.

 

Συγγραφή – Λαογραφία

Συγγραφείς και ιδιαίτερα λαογράφοι Έλληνες και ξένοι, αρχαίοι και νεότεροι, έχουν εμπνευστεί από τις ικανότητες και τις ιδιαιτερότητες αυτού του άγριου ζώου.

Ο αρχαίος Ξενοφών, στο έργο του “Κυνηγετικός”, επισημαίνει τους κινδύνους που περιλαμβάνει το κυνήγι του αγριόχοιρου και συμβουλεύει για το είδος των κυνηγόσκυλων που πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Ο γάλλος ζωολόγος συγγραφέας Crimaund de la Renere το ονομάζει εγκυκλοπαιδικό ζώο για την αξεπέραστη οσφρητική του ικανότητα και ιδιαιτερότητα.

Ο Στέφανος Γρανίτσας στα “Άγρια και Ήμερα του Βουνού και του Λόγγου” εκθειάζει τον κάπρο και τον παρομοιάζει με τον αρχαίο Πάρη, απαγωγέα της ωραίας Ελένης, στις περιπτώσεις που οι άγριοι κάπροι πλησιάζουν σε ήμερα κοπάδια και ζευγαρώνουν με τις θηλυκές γουρούνες. Ο γνωστός λαογράφος Περικλής Καραλέκας, στο βιβλίο του “Αγρίμια και πουλιά του τόπου μας”, εμπνευσμένος από τη μαγεία και τις κυνηγετικές συγκινήσεις, γράφει για το γνωστό τρόπο κυνηγίου του αγριογούρουνου με την “παγάνα” και τα “καρτέρια” της:

“… Ο μεγάλος και δαιμονισμένος αυτός θόρυβος που δημιουργούν οι χουγιαχτάδες και το αλύχτημα των σκυλιών, που σε λίγο αρχίζει με το ξεπέταγμα και το κυνηγητό των αγριογούρουνων, κάνουν τις πλαγιές και τις ρεματιές να αντιλαλούν από την παράξενη αυτή συναυλία και την ψυχή των κυνηγών να αναστατώνεται από χαρά και συγκίνηση…”.

 

Εφόδια και εξοπλισμός

Αφήνοντας πίσω τις αναδρομές στους θρύλους, τις παραδόσεις και τη λαογραφία για τον κόσμο των κάπρων, θα ήταν παράληψη η μη αναφορά, έστω και ελάχιστα, στους σύγχρονους εγχώριους “γουρουνάδες” (αγριογουρουνοκυνηγοί). Τους μοναχικούς θηρευτές, αλλά περισσότερο τους κατά ομάδες κυνηγούς με την παγάνα και τα καρτέρια τους, είναι δύσκολο να τους σκιαγραφήσουμε και να τους γνωρίσουμε μέσα από ένα τέτοιο περιορισμένο αφιέρωμα.

Όμως, κατευοδώνοντας έναν αγριογουρουνοκυνηγό στο πρωινό του ξεκίνημα για μια ανεπανάληπτη κυνηγετική εμπειρία, θα πρέπει να του επισημάνουμε ότι ένας μοναχικός θηρευτής ή μια συγκροτημένη ομάδα κυνηγών αγριογούρουνου δεν θεωρούνται έτοιμοι αν δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένοι και με τα απαραίτητα εφόδια. Γι’ αυτό φροντίζει κάθε μέλος της ομάδας ξεχωριστά, έτσι ώστε την ώρα της σύναξης να νιώθει ήρεμο, αλλά και σε πλήρη ετοιμότητα για την προγραμματισμένη κυνηγετική εκστρατεία.

Η ενδυμασία του σίγουρα εξαρτάται από την εποχή και τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες. Οποιαδήποτε εποχή όμως κι αν είναι, αφού πρέπει να βρίσκεται στο βουνό προτού ξημερώσει, το εντελώς ελαφρύ ντύσιμο δεν προσφέρεται.

Οι φόρμες παραλλαγής με τα υπόλοιπα εξαρτήματα, διαφόρων ειδών καπέλα, στρατιωτικά τζάκετ και γιλέκα με τις ίδιες αποχρώσεις συνηθίζονται ως τα πιο δημοφιλή. Δυστυχώς όμως στις μέρες μας αποδεικνύωνται πολύ επικίνδυνα κρίνοντας από τα συχνά ατυχήματα που συμβαίνουν λόγω της απουσίας ενός ευδιάκριτου φοσφορίζοντος γιλέκου που θα γινόταν αμέσως αντιληπτό από τον συνκυνηγό μας πριν σηκώσει το όπλο του σε κάτι που κινείται στο σκοτινό δάσος κοντά στο καρτέρι του. Στα παπούτσια δίνεται ιδιαίτερη σημασία, αφού η μεγάλη πεζοπορία είναι στο πρόγραμμα, για τους μοναχικούς θηρευτές, μάλιστα, προμηνύεται ατελείωτη.

Έτσι, θα είναι κωμικοτραγικό να δούμε, ένα ζεστό απομεσήμερο του Οκτώβρη, κυνηγό με γαλότσες ή το Δεκέμβρη ιχνηλάτη να περπατά πάνω στα χιονόνερα με πάνινα παπούτσια. Συνήθως, ελαφρά άρβυλα με κατάλληλες σόλες, για να μη γλιστρούν στα πεσμένα φύλλα και στη λάσπη, είναι ό,τι καλύτερο και πάντοτε κάλτσες.

Τα παπούτσια αυτά πρέπει να εξασφαλίζουν στον κυνηγό άνετο και ταυτόχρονα ελαφρύ περπάτημα.

Βασικό, επίσης, εξάρτημα είναι το σακίδιο. Μέσα σε αυτό μπορεί να χωρέσει οτιδήποτε χρήσιμο, για να υπάρχει ελευθερία χεριών και κινήσεων.

Δεν είναι μόνο άβολο, είναι και άκομψο να κρέμεται από τον ένα ώμο το όπλο σου και στο άλλο να κρατάς μια έγχρωμη πλαστική τσάντα με διάφορα. Υπάρχει κίνδυνος να σκιστεί με την πρώτη επαφή της με το σγατζοπούρνι ή να σου μείνει σκαρφαλωμένη, διασχίζοντας κάποιο βάτωνα.

Μέσα στο σακίδιο πρέπει να υπάρχουν τα πλέον απαραίτητα, όπως είδη πρώτων βοηθειών, αναπτήρας ή σπίρτα, κάποιος μικρός φακός, ένα λεπτό αδιάβροχο για την περίπτωση βροχής, ένα κομμάτι γερού σχοινιού, τα ατομικά έγγραφα (άδεια κυνηγίου, δελτίο κατοχής όπλου κ.τ.λ.) σε αδιάβροχη θήκη. Όταν τα μεταφορικά μέσα της ομάδας έχουν μείνει μακριά από τον τόπο θήρευσης, ασφαλώς το σακίδιο θα πρέπει να περιέχει την ξηρά τροφή σε ξεχωριστό περιτύλιγμα.

Αν στην περιοχή δεν υπάρχουν πηγές ή κάποιος δεν θέλει να ξεδιψάσει σε άγνωστης προέλευσης τρεχούμενα νερά ή παγοκρύσταλλα, καλύτερα να έχει μαζί του ένα παγούρι και κατά προτίμηση σε πάνινη θήκη.

Αναγκαίο εργαλείο για πολλές χρήσεις είναι ένα κυνηγετικό μαχαίρι, ανοξείδωτο, σχετικού μήκους και βάρους, καλοακονισμένο και πάντα σε δερμάτινη θήκη. Μ’ αυτό ο κυνηγός θα καθαρίσει το θήραμά του, θα κόψει ένα κλαδί, ένα χοντρό σχοινί.

Τα κιάλια και το κινητό τηλέφωνο δεν είναι και τόσο απαραίτητα, γιατί αφ’ ενός το μάτι του κυνηγού βλέπει μακριά, αφ’ ετέρου, όταν χτυπά το κινητό κάνει θόρυβο και οι “γουρουνάδες”, ξεκινώντας για το βουνό, αφήνουν όλες τις υποχρεώσεις πίσω τους.

Την πρώτη θέση σ’ όλα αυτά, βέβαια, κατέχει ο οπλισμός που χωρίς αυτόν ο κυνηγός μοιάζει με αδύναμο αρχαίο “πελταστή”.

Το είδος του όπλου είναι θέμα προτίμησης, αν αυτό είναι δίκαννο, πλαγιόκαννο, σούπερ ποζέ ή επαναληπτική καραμπίνα. Ο κάθε κυνηγός ξέρει ποια μάρκα και ποιος τύπος όπλου τον αντιπροσωπεύει.

Μέσα από αυτό το αφιέρωμα θεωρώ αντιδεοντολογική κάθε είδους οπλική διαφήμιση. Υπάρχουν αρκετά ειδικά βιβλία και κυνηγετικά περιοδικά κατάλληλα γι’ αυτό.

Εκείνο πάλι που έχει σημασία είναι το όπλο να διατηρείται καθαρό και λαδωμένο, ειδικά στην περιοχή μηχανισμού της σκανδάλης.

Τα φυσίγγια, αν δεν έχουν δοκιμαστεί άλλη φορά, καλό είναι να μη δοκιμάζονται πάνω στο θήραμα την τελευταία στιγμή. Οι κάπροι δεν προσφέρονται για τέτοιες δοκιμές.

Τέλος, όσον αφορά τη φυσιγγιοθήκη, δεν έχει σημασία πώς και αν θα τη φορά ο κυνηγός, το όπλο όμως, έστω και άδειο, δεν πρέπει ποτέ να το έχει γυρισμένο πάνω σε άνθρωπο.

Η παροιμία λέει: “… το όπλο και άδειο σκοτώνει”.

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top