ΠΟΥ ΘΑ ΚΥΝΗΓΗΣΕΤΕ ΤΗ ΜΠΕΚΑΤΣΑ, ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΟ ΤΙ ΚΑΙΡΟ ΚΑΝΕΙ…

Συμβουλές ενός ειδικού για ένα κοντινό “φλερτ” με τη βελουδομάτα

Όλες οι περιοχές και οι τοποθεσίες, απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας μας, που αποδεδειγμένα γίνονται, έστω και περιστασιακά, δέκτες αυτού του υπέροχου πουλιού, λέγονται μπεκατσοτόπια. Σ’ αυτές τις περιοχές καταλύει, κατά τις δύο μεταναστευτικές φάσεις καθόδου της, η μπεκάτσα…

 

Του Κώστα Δημητρακόπουλου

 

Πράγματι, η μπεκάτσα μεταναστεύει νότια σε δύο διακεκριμένες φάσεις. Αρχικά, λόγω ενστικτώδους μετακίνησης, από τα μέσα του Οκτώβρη ως τα μέσα του Νοέμβρη. Και αργότερα, λόγω της βεβιασμένης μετακίνησής της εξαιτίας του ψύχους, από τις κατατόπους πατρίδες της σε τόπους με ηπιότερο χειμώνα. Όμως, σ’ αυτές τις περιοχές, αν ψάξει κανείς πιο επισταμένα και ασχοληθεί πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσει, με τα χρόνια, πως κάποια σημεία τη μαγνητίζουν περισσότερο, την ευνοούν, δηλαδή, να παραμείνει εκεί λίγο ή πολύ, ανάλογα με την εποχή και τον καιρό.

 

Οι “θέσεις” της μπεκάτσας

Αυτά τα σημεία τα λέμε ΘΕΣΕΙΣ της μπεκάτσας και αυτές τις θέσεις, ανάλογα με τη δυναμική που ασκούν πάνω στα πουλιά, μπορεί να τις αξιολογήσουμε σε “πρώτες” και “δεύτερες”, σε χειμωνιάτικες, ή θέσεις σε ανοιχτά ή κλειστά μέρη κ.λπ.

Αυτές οι “θέσεις” είναι κάποια συγκεκριμένα σημεία του δάσους ή του κάμπου, όπου η μπεκάτσα σιγουρεύει την παραμονή της και την τροφή της, μιας και περιστασιακά βόσκει και την ημέρα. Είναι σημεία που την προστατεύουν από τους διάφορους κινδύνους που την περιτριγυρίζουν και διαλεγμένα πάντα με βάση τον καιρό, που τον θέλει να είναι στα γούστα της. Πρόβλημα έχει και με τον ήλιο τον οποίο, με κανονικές συνθήκες, αποφεύγει. Οι επιλογές της θέσης της καθορίζονται, όμως, και από χίλιες μύριες παραξενιές της και… μυστήρια, θα έλεγα, που την χαρακτηρίζουν και την κάνουν να ξεχωρίζει από το υπόλοιπο πτερωτό βασίλειο.

Αυτοί και άλλοι πολλοί λόγοι, που διαπιστώνουν, παρατηρώντας την, αυτοί που την κυνηγάνε με πάθος χρόνια, είναι που την κάνουν πανευρωπαϊκώς το, ίσως, ελκυστικότερο θήραμα.

Είναι το πουλί που απαιτεί από τον κυνηγό μυαλό, πόδια, πείσμα, υπομονή, επιμονή και προπαντός καλό μάτι.

Τη χρονική περίοδο που καταλύει η μπεκάτσα στον τόπο μας μπορούμε να τη χωρίσουμε χρονικά σε τρεις φάσεις:

  1. Στα φθινοπωρινά περάσματα, όταν πρωτοέρχεται από τα βόρεια.
  2. Στη χειμερινή περίοδο που ανάλογα με τον καιρό, τις θερμοκρασίες και τα χιόνια, ανεβοκατεβαίνει από τα βουνά στα πεδινά του τόπου μας.
  3. Στην περίοδο της επιστροφής της προς τις περιοχές φωλεοποίησης, στη βόρεια και κεντρική Ευρώπη, στα τέλη του χειμώνα (τα επιστρόφια).

Σ’ αυτές τις χρονικές περιόδους, γενικά, μπορούμε να ταυτίσουμε την παρουσία της με κάποιες αντίστοιχες περιοχές, όπου τα πουλιά κατά κανόνα τις επισκέπτονται, εκτός, βέβαια, κάποιας ανωτέρας βίας ή ειδικών καιρικών συνθηκών, που μπορεί να αλλάξουν τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού. Αυτά συμβαίνουν και συνέβησαν κατά το παρελθόν, αφήνοντας μεγάλα ερωτηματικά και συχνά λανθασμένες εντυπώσεις στους κυνηγούς. Σημαντικό ρόλο και καθοριστικό για την εμφάνιση της μπεκάτσας στη χώρα μας, παίζει η σταδιακή πτώση των θερμοκρασιών ή η ξαφνική, μες το χειμώνα, πτώση της θερμοκρασίας στις πατρίδες τους.

Ιδού πώς λύνεται ο “γρίφος μπεκάτσα”

 Για τους έμπειρους μπεκατσοκυνηγούς, ο “γρίφος μπεκάτσα” είναι ένας συνεχής αγώνας στο δάσος και μία συνεχής αποκάλυψη ενός μυστηρίου, η αναζήτηση μιας μαγικής εικόνας, θα έλεγα, που δυναμώνει το πάθος μας και ατσαλώνει τα πόδια μας, κυνηγώντας αυτό το απρόβλεπτο πουλί. Μας καθιστά με τα τερτίπια της λάτρεις της, αλλά και θύματά της στις αβέβαιες συναντήσεις μας. Οι γνώσεις και οι εμπειρίες που θα αποκομίσει κανείς, τρέχοντας ξωπίσω της με το πάθος του ερωτοχτυπημένου, γίνονται με τα χρόνια τα απαραίτητα βοηθήματα και οι αναγκαίες γνώσεις και εφόδια για μια ακόμα ευκολότερη συνάντηση μαζί της.

Θα αναφερθώ, εν τάχει, σε κάποιες συμβουλές πολύτιμες κατά τη γνώμη μου, με το σκεπτικό ότι κάποιοι, ίσως, τις υιοθετήσουν όπως τις υιοθέτησα κι εγώ, άλλωστε, από τους παλιότερους δασκάλους μας, κάποιους δασκάλους με περγαμηνές και ιστορικό μπεκατσοκυνηγού από τα προπολεμικά χρόνια, τότε που ελάχιστοι κυνηγοί ασχολούνταν μαζί της. Αυτοί μας δίδαξαν, από νωρίς, αυτές τις γνώσεις και τους κανόνες που ισχύουν, τουλάχιστον σε κάποιο μεγάλο ποσοστό, όπως, για παράδειγμα, η σωστή διάγνωση του καιρού και η εξοικείωση του κυνηγού με το μπεκατσοτόπι (κάτι που δεν θεωρείται καθόλου εύκολη δουλειά) και είναι κάτι, που σε μια γενική εκτίμηση, προβληματίζει και θα προβληματίζει το μεγαλύτερο ποσοστό των μπεκατσοκυνηγών και ειδικά αυτούς που ξεκινούν τώρα το κυνήγι της.

Αρχικά πρέπει, με τον ανάλογο καιρό, να διαλέξει κάποιος το σωστό δρομολόγιο και να ψάξει εκεί που αποφάσισε το πουλί να τρυπώσει.

Πρέπει να γνωρίζει απέξω κι ανακατωτά, όπως λέει η λαϊκή έκφραση, το βουνό. Να γνωρίζει τα μονοπάτια, τα ξέφωτα, τα μικρά λαχίδια, τις μεγάλες λάκκες που τυχόν καλλιεργούνται, τα παρατημένα περιβόλια, τα μεμονωμένα φθινοπωρινά οργώματα που παραμένουν κρυφά από το μάτι του περαστικού και του απρόσεκτου. Είναι τα σημεία του δάσους που μαγνητίζουν από μακριά τα πουλιά και την κατάλληλη μέρα τα βρίσκεις γύρω από αυτά.

Πρέπει ο κυνηγός να γνωρίζει καλά την υφή του εδάφους, τις κλίσεις του, τα χαντάκια, τα μεγαλύτερα ρέματα, έχοντας, συνεχώς, στο νου του τον τοπογραφικό χάρτη της περιοχής, το είδος της χλωρίδος και τα είδη των δέντρων που την αποτελούν και εναλλάσσονται στο δάσος.

Πρέπει να είναι κατατοπισμένος σχετικά με το χώρο που καταλαμβάνει το δάσος, πού αρχίζει το αραιό και πού η βλάστηση πυκνώνει, πού χαμηλώνει και προς τα πού πέφτουν τα αδιάβατα πυκνά, ώστε να τα αποφύγει με την παγωνιά ή να τα ψάξει με γλυκό καιρό την κατάλληλη μέρα.

Πρέπει, επίσης, να γνωρίζει τα βορινά σημεία του, εκεί που τα σκιερά κρατάνε την υγρασία πιο πολύ, ποιες πλαγιές είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον έναν ή στον άλλο καιρό ή σε κάποιο δυνατό αέρα.

Πρέπει να λαμβάνει πάντοτε υπ’ όψιν του τον παράγοντα υγρασία, καθώς η μπεκάτσα όταν τα κλαριά στάζουν τα αποφεύγει. Θέλει στεγνά κλαριά που αερίζονται, αραιή και χαμηλή βλάστηση που να καλύπτεται από ψηλότερα δέντρα.

Πρέπει ο κυνηγός να γνωρίζει αν στη συγκεκριμένη παγωνιά, αυτή ή την πιο ισχυρή, η περιοχή που διάλεξε να ψάξει κρατάει τα πουλιά ή τα έχει στείλει πιο χαμηλά, έχοντας υπ’ όψιν του πάντα ότι η μπεκάτσα ζει και βασιλεύει άνετα στο -3, χωρίς κανένα πρόβλημα (από τους -3 βαθμούς έως τους +3 είναι θερμοκρασίες που θεωρούνται ιδανικές για την επιβίωσή της, αφού αυτές οι θερμοκρασίες αυξάνουν την κινητικότητα των σκουληκιών, που αποτελούν την κύρια τροφή της).

Σημαντικό ρόλο παίζει γενικά η εικόνα του καιρού, μια και στη λιακάδα, με κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες, κρύβεται στα σκοτεινά και στα ρέματα, αποφεύγοντας τον ήλιο, τρυπωμένη στα ανήλιαγα πλάγια. Αντίθετα, με ομιχλώδη καιρό ή χαμηλή νέφωση ή ψιλόβροχο, προτιμάει τα ταμπάνια, τα ισώματα του δάσους, και τα κεφάλια από τις ράχες. Σκέψη θέλει και ο δυνατός αέρας που φυσούσε το προηγούμενο βράδυ, ο οποίος την ενοχλεί κάνοντάς την ανήσυχη, μιας και στη φασαρία των φύλλων δεν μπορεί να αντιληφθεί, έγκαιρα, τους διάφορους κινδύνους που την παραμονεύουν, γι’ αυτό πιάνει τα απάγκια και τα μικρά λακκώματα.

Όταν βρέχει το σούρουπο…

Όταν βρέχει το σούρουπο δεν φεύγει μακριά από τη θέση της. Βγαίνει συχνά στα μικρά ανοίγματα, περπατώντας ή πετώντας, και βόσκει στα μονοπάτια του δάσους, αποφεύγοντας να πετάξει μακρύτερα σε χωραφιές ή στον κάμπο, όπως τις ήσυχες βραδιές που πετάει μέχρι τέσσερα, πέντε χιλιόμετρα για την αναζήτηση τροφής της. Όταν βρέχει το χάραμα, την ώρα που σηκώνεται για τη θέση της, συνήθως, σταματάει κοντύτερα ή πιάνει στον κοντινό λόφο ή στο δίπλα πυκνό για κάλυμμα, αποφεύγοντας το πέταγμα.

Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, ένα επιτυχημένο κυνήγι πρέπει σαν βασικό άξονα του προγραμματισμού του να έχει τον καιρό για τις επόμενες, τουλάχιστον, 2-3 μέρες, καθώς έχουμε βαρεθεί να ακούμε όλοι μας το γνωστό “Σήμερα ήρθες; Εχτές και προχτές να έβλεπες τι γινόταν από δαύτες”. Οι μπεκάτσες έχουν το χάρισμα να προβλέπουν τον καιρό, μέρες πριν, με καταπληκτική ακρίβεια και να διαψεύδουν ακόμα και επιστήμονες μετεωρολόγους.

Στα σκοτεινά ελατοδάση…

Στον ερχομό τους από τα μισά του Οκτώβρη, συγκεντρώνονται στα σκοτεινά ελατοδάση εκεί ψηλά στα ανήλιαγα, που οι βροχές του Αυγούστου και οι υγρασίες έχουν μαλακώσει τα χώματα και το σκουλήκι έχει βγει νωρίτερα στην επιφάνεια του εδάφους. Εκεί σ’ αυτά τα υψόμετρα συγκεντρώνονται, μέχρι να αρχίσουν οι πρώτες παγωνιές, ψάχνοντας την τροφή τους στων βουνών τα βαρικά, τις πηγές και τα ρυάκια, μες τα φτερούσια και τα αφράτα χώματα. Αργότερα, όταν οι θερμοκρασίες πέφτουν, κατηφορίζουν μαζί με άλλες φρεσκοφερμένες από βορειότερες περιοχές στα φυλλοβόλα δάση των βουνών μας και σταματούν εκεί όπου έχουν προηγηθεί βροχές, για να εγκατασταθούν πλέον μόνιμα. Αυτές οι περιοχές, κατά κανόνα, τις φιλοξενούν για αρκετό καιρό, μέχρι να παγώσουν και να πέσει το φύλλο από τα δέντρα. Έτσι, απροστάτευτες από κάλυψη και με τον πάγο χαμηλώνουν πιο κάτω σε υψόμετρο, στην κουμαριά, στο πεύκο και στο πουρνάρι. Στη μεγάλη βαρυχειμωνιά κατηφορίζουν ακόμα χαμηλότερα, στις πεδινές και παραθαλάσσιες περιοχές, στα νησιά μας ή και πιο νότια, στις ακτές της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, γιατί αν ο χειμώνας μπει πρώιμα έχουν το χρονικό περιθώριο να πάνε και πιο πέρα. Αν, όμως, ο χειμώνας μπει από τις αρχές του Γενάρη δεν φεύγουν εύκολα. Τότε με παγετό ισχυρό τις βρίσκεις ακόμα και στις αυλές, στους κήπους και στα άλση, απροστάτευτες και εκτεθειμένες παντού, ακόμα και στο …θάνατο. Τις βρίσκεις στα βάτα των χωραφιών, στα ασφακερά των λοφίσκων, μέχρι να ξεθυμάνει η κακοκαιρία του Γενάρη, καθώς γνωρίζουν καλά, εκ πείρας, πως δεν θα κρατήσει το κρύο για πολύ. Αυτό τους το εκμυστηρεύτηκαν σε μαθήματα που τους έκαναν οι Αλκυόνες.

Είναι ανώφελο, λοιπόν, να ξεκινήσει κανείς να κυνηγήσει τις μπεκάτσες χωρίς να γνωρίζει, τουλάχιστον, αυτές τις βασικές αρχές, αυτά τα πρέπει, τις μικρολεπτομέρειες κατά άλλους, γιατί αλλιώς το κυνήγι τους γίνεται άσκοπο χάσιμο χρόνου και κόπου.

Κακές οι δύο τελευταίες χρονιές…

Παρατηρώντας τις κινήσεις της πάνω από 40 χρόνια, από 15 χρονών παιδί στη γειτονιά μου, αρχικά, και στα πέριξ μπεκατσοτόπια τα οποία, σας διαβεβαιώ, ήταν από τα ωραιότερα και δυνατότερα της χώρας μας, όλη την περίοδο από τον Οκτώβριο ως 10 Μάρτη, έφτασε, με τα χρόνια, η χάρη μου να την κυνηγήσω στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, την Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο. Μετά από τις αποτυχίες που βάζω σε πρώτη σειρά, τις τακτικές και φυσιολογικές επαφές που είχα μαζί της αυτά τα χρόνια και τα ωραία νούμερα, θα φτάσω και στα “πετσοκόμματά” της που, παρότι λίγα στον αριθμό, έγιναν η αιτία να τις σπουδάσω “χωρίς ντροπή”, για το καλό της μελέτης και της εμπειρίας μου, έστω και ευκαιριακά, μιας και είχα τόσα χρόνια που με “χόρευε στο ταψί”, από νομό σε νομό και από βουνό σε βουνό.

Αυτό που θα κρατήσω από όλα αυτά και θα με παιδεύει, δεν είναι ούτε τα παλιότερα νούμερα ούτε, ωστόσο, η μείωσή της απ’ τα μπεκατσοτόπια, όπως πιστεύουν πολλοί, τα τελευταία χρόνια (σε αυτά και άλλα διάφορα αναφέρομαι εκτεταμένα στα βιβλία μου “ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ” και “Η ΒΕΛΟΥΔΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ”). Μου έκαναν εντύπωση περισσότερο οι δύο τελευταίες χρονιές, με την απίστευτη επίδραση του νοτιά στα περάσματα του Οκτώβρη-Νοέμβρη. Πρώτη μου φορά σημειώνω στο ημερολόγιο τόσο μεγάλο κακό για τους μπεκατσοκυνηγούς, σαν αυτό που έγινε πέρσι (2003) και πρόπερσι (2002). Έλεγα πάντα ότι ο νοτιάς για την αποδημία είναι καιρός “διώχτης”, τουλάχιστον για τη χώρα μας, αλλά μέχρι ποιου σημείου το διαπίστωσα τα δύο τελευταία χρόνια. Ο νοτιάς την εκνευρίζει, την τρελαίνει, την ερεθίζει. Είναι όπως ο διάβολος με το λιβάνι. Για αυτήν την αλήθεια αδιάσειστο μάρτυρα έχω την τσίχλα. Ούτε φέτος (εξαίρεση στις 27 και 28 του Οκτώβρη με ισχυρό βοριά), ούτε πέρσι στα περάσματα φάνηκαν τσίχλες και μπεκάτσες, καθώς ο νοτιάς τις καθυστέρησε ή τις έστειλε σε άλλους τόπους. Το ίδιο ισχύει και με τους ισχυρούς και θυελλώδεις βοριάδες και προπαντός με συννεφιές. Κατέληξα σίγουρος, πλέον, σε αυτά τα συμπεράσματα, μετά από πολλά χρόνια, αγνοώντας κάποιες φωνές που ήθελαν να επιμένουν ότι οι μπεκάτσες πρόπερσι, το 2002, πέθαιναν εξαιτίας του βαρύ και διαρκή χειμώνα πανευρωπαϊκώς. Αλλά και κάποιοι άλλοι είπαν ότι γέμισε η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία μπεκάτσες όσες ποτέ άλλοτε.

Περί καιρών και περασμάτων

Ακούω προσεκτικά κάθε άποψη και σέβομαι, ειδικά, τη γνώμη αυτών που έχουν ασχοληθεί επισταμένως με τις μπεκάτσες και τα αποδημητικά. Οι δικές μου προβλέψεις και μελέτες περί καιρών και περασμάτων, διαπιστώνω με ικανοποίηση, ότι δεν έχουν πέσει έξω αν και είναι δημοσιευμένες εδώ και αρκετά χρόνια. Σ’ αυτή την άποψη έχει προηγηθεί και ο Daniel Rafejeau, στο βιβλίο του “ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΕΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΣΟΚΥΝΗΓΟΥ”, και εγώ έρχομαι να τα επαληθεύσω με μετεωρολογικά στοιχεία και ντοκουμέντα. Κλείνοντας αυτό το κείμενο, αυτό που θέλω να αξιολογήσει ο αναγνώστης, πέρα από τα πρέπει και πέρα από τις προσωπικές μου διαπιστώσεις για ένα ευχάριστο φλερτ με τη μπεκάτσα, είναι να μου επιτραπεί η αλλαγή της λαϊκής ρήσης η οποία, χωρίς να χάνει το νόημα της, είναι αφιερωμένη στους κυνηγούς, ελαφρώς διαφοροποιημένη: “Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός και τις μπεκάτσες”.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top