Σηκώνοντας το λαγό με πουλόσκυλα

Αυτός ο τρόπος κυνηγίου, που σήμερα αφορά έναν πολύ μικρό αριθμό κυνηγών, παλιά παρουσίαζε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Υπάρχουν παλιοί κυνηγοί που βίωσαν αυτό το κυνήγι από ανάγκη και μπόρεσαν με τα πουλόσκυλά τους να πάρουν το αναλογούν μερίδιο που τους προσέφερε η φύση. Αυτή η τεχνική έχει τις ρίζες της πολύ παλιά στο παρελθόν, όπως και το κυνήγι του λαγού με τους ιχνηλάτες.

Του Κώστα Δημητρακόπουλου

 

Ξεκίνησα πολλές φορές να μεταφέρω με το μολύβι στο χαρτί, μια άλλη πλευρά της κυνηγετικής μου εμπειρίας, που αφορά το κυνήγι του λαγού με πουλόσκυλο, αλλά τελικά δεν τα κατάφερα και οι λόγοι είναι απλοί. Γνωρίζω εκ των προτέρων ότι ούτε ο πρώτος θα είμαι ούτε ο πλέον ειδικός που αναφέρεται σ’ αυτό το θήραμα, καθώς υπάρχουν και εμπειρότεροι που ασχολήθηκαν στη ζωή τους με το ακριβοθώρητο τριχωτό και σίγουρα πολλοί περισσότεροι έγραψαν με μεγαλύτερο ταλέντο στην πένα τους από μένα. Αυτή τη φορά είπα να κάνω μία ακόμα προσπάθεια, περισσότερο για να καταγράψω τις δικές μου αναμνήσεις και εμπειρίες από μια άλλη, διαφορετική, εποχή…

“Γαϊδουρινή” υπομονή

Στο σπίτι μας δεν είχαμε ποτέ λαγόσκυλα, εκτός από ένα γκέκα που φερμάριζε και μία σκυλίτσα μπαστάρδα γκέκισα, που χάρισε ένας Ιταλός στον πατέρα μου, πριν λήξει ο πόλεμος. Αυτά πριν γεννηθώ εγώ. Έτσι, λοιπόν, τα σκυλιά που γνώρισα εγώ ήταν στο σύνολό τους πουλόσκυλα και κατ’ ανάγκη είχαν εκπαιδευτεί άριστα στο λαγό, γιατί τότε κυνηγούσα με τον πατέρα μου, σε βαθμό τρέλας, καμπίσια, ορεινή και λαγό.
Ο παλιός αυτός τρόπος που έμαθα να κυνηγάω το λαγό με τους γέρους κυνηγούς και τα πουλόσκυλα, συνεχίστηκε για κάποια χρόνια αργότερα, κυνηγώντας τον συστηματικά στη Μακεδονία με δυο φίλους και με τα πουλόσκυλά μας.

Αυτός ο τρόπος κυνηγίου σήμερα έχει εκλείψει από τα ενδιαφέροντα των λαγοκυνηγών και αυτό γιατί το κατεξοχήν κυνήγι του λαγού διεξάγεται με λαγόσκυλα.
Είναι πολύ δύσκολο οι σημερινοί κυνηγοί, με τα ευρείας έρευνας πουλόσκυλα και το γρήγορο καλπασμό τους, να εντοπίσουν έναν λαγό στο γιατάκι του και είναι απόλυτα φυσικό να τους προσπερνάνε, μια και είναι εντελώς άπειρα.
Παλιά κάποιοι με λέγανε πολύ τυχερό στο κυνήγι του λαγού, όμως με τα χρόνια κατάλαβαν ότι αυτές οι τακτικές συναντήσεις μου με τους λαγούς ούτε τυχαίες ήταν, ούτε η θεά Άρτεμη και ο άγιος Ουμβέρτος τους σκόρπαγε στο δρόμο μου. Για να σηκώσεις σήμερα έναν λαγό με το πουλόσκυλο, πρέπει προηγούμενα να το εκπαιδεύσεις άριστα, είσαι δε και υποχρεωμένος να οδηγήσεις το σκυλί σου τόσο κοντά στο λαγό που η επιμονή σου δε θα ανταμειφθεί. Αν δεν ξέρεις να ψάχνεις τα ύποπτα σημεία, με πλήρη γνώση του αντικειμένου και γαϊδουρινή υπομονή, δεν θα μπορέσει ο σκύλος σου να φτάσει στα 3 και στα 5 μέτρα κοντά σ’ έναν λαγό, ανάμεσα σε χιλιάδες κλαριά και απίθανα σημεία του βουνού για να τον εντοπίσει.

Kατευθύνοντας το πουλόσκυλο

Το πουλόσκυλο δεν μπορεί να προσδιορίσει πού μπορεί να κρύβεται ένας λαγός. Δεν ιχνηλατεί, όπως το λαγόσκυλο. Πρέπει εσύ να κατευθύνεις το σκύλο σου εκεί, πιο κει, εκεί που υπάρχουν από την πείρα σου οι ενδείξεις και οι πιθανότητες να τον συναντήσεις στο γιατάκι του και να στον φερμάρει. Κάποιοι μπορεί να σηκωθούν και από μόνοι τους, να τους προγκήξουμε πλησιάζοντας τους, αλλά και αυτό συμβαίνει σπανίως.

Ένα έμπειρο πουλόσκυλο θα σηκώσει σίγουρα περισσότερους λαγούς από αυτούς που θα σκαρίσουν μπροστά μας από μόνοι τους. Βασική προϋπόθεση είναι ο σκύλος μας να είναι κοντινής έρευνας, “κλαριτζής” κατά κάποιους, γιατί ο λαγός, ειδικά τις πρώτες μέρες της έναρξης, δεν στέκεται εύκολα στη φέρμα. Σίγουρα ο λαγός αιφνιδιάζεται ευκολότερα όταν βρεθεί ανάμεσα στον κυνηγό και το σκύλο και αφήνει το καλοκαιρινό και πρόχειρο γιατάκι του ευκολότερα. Άλλους πάλι, τους πατάς κοκαλωμένους στο γιατάκι και δεν φεύγουν. Ένα καλά μαστορεμένο σ’ αυτή τη δουλειά σκυλί, που έχει σηκώσει 50 λαγούς στα νιάτα του, δεν πληρώνεται με τίποτα. “Είναι ο φονιάς του λαγού”, μας έλεγε πολύ πειστικά ο συγχωρεμένος, ο Κανέλος ο Καραβασίλης, από τους πρώτους καπνέμπορους της Ελλάδας και πρώην τραπεζίτης, η παλιά γνωστή φίρμα των 5Κ (Καθίστε Καπνίστε Καλά Καπνά Καραβασίλης) από τον Πύργο της Ηλείας.

Κουμπαριά για ένα γερμανικό μπρακ

Περιόδευε όλη την Ελλάδα κυνηγώντας, πριν 80–100 χρόνια, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πληρώνοντας αστρονομικά ποσά εκείνα τα χρόνια για την αγορά των καλύτερων λαγόσκυλων της Ελλάδας, για το κέφι του και τα μεράκι του στο λαγό.
Έμαθε κάποτε στα νιάτα του πως ένας Αρβανίτης στα Μεσόγεια είχε το καλύτερο λαγόσκυλο και έφυγε από τον Πύργο αμέσως, για να το αγοράσει. Είδε το σκυλί, έκανε τις πρώτες του φιλίες με τον Αρβανίτη στο κυνήγι, το εκτίμησε και ύστερα από καιρό του έδωσε ένα σακούλι λίρες να το αγοράσει. Αυτός, όμως, δεν το πούλησε. Έκανε μετά από καιρό κουμπαριά μαζί του και στα βαφτίσια, που μέθυσε ο Αρβανίτης, του έδωσε τις λίρες, με το ζόρι πήρε το σκυλί και έφυγε. Όταν ξεμέθυσε την άλλη μέρα ο κουμπάρος, μια και δυο, πήγε στον Πύργο να πάρει πίσω το σκυλί του με τα λεφτά στο χέρι. Και το πήρε! Ήταν ένα γερμανικό μπρακ, το καλύτερο σκυλί που είχε δει στη ζωή του μέχρι τα γεράματά του. Τελικά, με δεύτερη προσπάθεια, ξαναπήγε στα Μεσόγεια, έκανε δικό του το σκυλί και ο Αρβανίτης έκανε περιουσία.
Μετά από τόσα και τόσα σκυλιά της επαρχίας μας και του εξωτερικού, διάφορες ράτσες, ιχνηλάτες, δίωξης, φέρμας, ο παππούς μας έλεγε ότι αυτό ήταν ΤΟ ΣΚΥΛΙ! Φερμάριζε τους λαγούς από 10 μέτρα. Δεν έσπαγε τη φέρμα αν ο βοηθός που το συνόδευε δεν σήκωνε το λαγό με τις κλοτσιές για να τουφεκίσει ο μπαρμπα–Κανέλος. Τότε, βέβαια, οι λαγοί έτρωγαν τις καλλιέργειες του κοσμάκη, αλλά και ο γέροντας ήξερε τι ήθελε, τι έλεγε και τι αγόραζε. Σήμερα οι υπάρχοντες λαγοί φτάνουν να καλύψουν τις ανάγκες του πάθους των λαγοκυνηγών, αρκεί στο ξεκίνημά τους τα λαγόσκυλα ή και κάποια σπάνια πουλόσκυλα, να γλυκαθούν πιάνοντας στο στόμα τους καμπόσους.

Είχε τη γλύκα του!

Ο τρόπος αυτός, λοιπόν, του κυνηγίου με τα πουλόσκυλα, για μας τότε είχε μια άλλη χάρη, μια άλλη γλύκα. Βρισκόσουν συνεχώς σε μια συνεχή εγρήγορση και ένταση, ψάχνοντας τα χνάρια του λαγού, για να απολαύσεις τα λίγα κλάσματα του δευτερόλεπτου που σε χωρίζουν από το τράβηγμα της σκανδάλης. Είναι το επιδιωκόμενο επί ώρες στιγμιαίο σοκ, που αποζητάς να νιώσεις με εκείνο το μοναδικό “φραστ”.
Ψάχναμε ακούραστα, αργά, μεθοδικά, κάνοντας συνεχώς σχέδια με το νου και την εμπειρία από δεκάδες περιπτώσεις στην πράξη και από χιλιάδες αφηγήσεις στη θεωρία. “Γιατί να είναι εδώ και όχι εκεί…”, “Πρέπει να βγω από πάνω από τα ύποπτα κλαριά, μην μου πάρει τον ανήφορο και…”, “Σ’ αυτά τα βράχια πρέπει να ανέβω να τα ψάξω, γιατί πρέπει να τον κρατάνε στον ίσκιο τους με τη δροσιά τους όλη μέρα”, “Πρέπει να ψάξω πάνω στο κεντρικό μονοπάτι που φεύγει από τη λάκκα, δεξιά προς τον ανήφορο, κάπου εκεί κοντά θα είναι…”, “Να πάω με το σκυλί μέχρι εκεί που τελειώνουν τα πυκνά ρύκια, αν είναι εδώ, εκεί θα κάθεται, στην άκρη τους, για ασφάλεια”.
Σκέψεις, υπολογισμοί, υποθέσεις, εμπειρίες από άλλες παρόμοιες τοποθεσίες. Και πάει λέγοντας… Πρέπει στα ύποπτα σημεία να κοντοστέκεσαι. Να σκέφτεσαι συνεχώς ότι κάπου εκεί είναι και να λες συνέχεια μέσα σου “με βλέπει αλλά πού ‘ντος;”. Βρίσκαμε τις λάτρες της βραδινής βοσκής το πρωί και τις έγλειφε ο σκύλος, κουνώντας την ουρά του πέρα δώθε. Έψαχνε και εκείνος για τις πιο φρέσκιες μυρουδιές, μία πάνω μία κάτω. Δεν ήξερε όμως να κόψει το ντορό στο έβγα του λαγού από τη λάκκα -δεν ήταν βλέπεις γκέκας- όμως τριγύριζε μέσα εκεί μέχρι να αποφασίσω εγώ πιο μονοπάτι θα ακολουθήσουμε.

Κυνήγι μαγισσών

Αυτό το είδος του κυνηγιού, θέλω να διαβεβαιώσω τον αναγνώστη, ήταν ένα είδος “κυνηγίου μαγισσών” για τους περισσότερους κυνηγούς. Κυνηγούσαμε μια αόρατη αλλά ταυτόχρονα υπαρκτή υποψία. Όταν τον έβλεπα με την τουφεκιά να φεύγουν τα μαλλιά του και να τινάζει τα πίσω πόδια του, ένιωθα τη μεγαλύτερη ικανοποίηση και χαρά. Ήταν και είναι μια μοναδική εμπειρία για όλους ανεξαιρέτως τους κυνηγούς. ΣΚΟΤΩΣΑ ΛΑΓΟ!
Μου λέγανε κάποιοι: “Θέλει τύχη ρε Κώστα, θέλει γνώσεις, θέλει να γνωρίζεις καλά τον τόπο. Θέλει σκύλο ξυράφι, ίσως θέλει να έχεις κοιμηθεί και με… παπά”.
Απ’ όλα ήθελε, αλλά πρώτα απ’ όλα, για μένα, ήθελε να πιστεύεις ότι υπάρχει κάπου ένας και σε περιμένει. Είναι ένα “ανορθόδοξο” κυνήγι για κάποιους, γιατί δεν παρέχει αυτό που συναρπάζει, όλο αυτό το τελετουργικό, τη διαδικασία της καταδίωξης και το κλαφούνισμα, όπως έχει πρωτοαναφέρει και ο Ξενοφώντας στη “Θηρευτική” του.
Εμείς, όμως, που δεν είχαμε λαγόσκυλα; Δεν δικαιούμασταν και εμείς μερίδιο από την προσφορά της φύσης; Σίγουρα το γνωστό καθιερωμένο γλέντι, ο πανηγυρικός της καταδίωξης, το γάβγισμα, η λύσσα του σκύλου να φτάσει ένα άπιαστο “πράγμα”, δεν συγκρίνεται με μια φέρμα δίπλα σε ένα γιατάκι.

Με τις αλλαγές του καιρού

Είναι γνωστό το πόσο δυσκολεύονται τα λαγόσκυλα όταν ο καιρός δεν τους κάνει τα κέφια. “Δεν τον ακούνε”. Έτσι λένε οι λαγάδες όταν οι καιρικές συνθήκες είναι αντίξοες από το βράδυ ή ακόμα και εκείνη την ώρα στο ξημέρωμα, την ώρα που ψάχνει τον πρώτο ντορό ο σκύλος. Τα χνάρια σκεπάζονται, χάνονται, εξαφανίζονται. Μια η υγρασία η πρωινή, την άλλη η ξέρα, την άλλη ο αέρας. Ούτε στο κρύο, ούτε στη ζέστη τα βρίσκεις αυτά τα σκυλιά. Τη μια Κυριακή ψιλόβρεχε, την άλλη είχε δυνατό βοριά. Η ευαίσθητη μύτη τους έπαυε να λειτουργεί στις αλλαγές του καιρού, το χνάρι και ο ντορός χάνονταν. Περνάγανε δίπλα στο λαγό ή από κει που πέρασε πριν από μισή ώρα, και αλλού ο παπάς αλλού τα ράσα του. Οι καιρικές συνθήκες και η μύτη του ιχνηλάτη πάνε πακέτο. Οι αναθυμιάσεις θέλουν τον ειδικό καιρό να παραμείνουν στο χώμα για μια-δυο ώρες.
Τα πουλόσκυλα ψάχνουν περισσότερο με τον αέρα και όχι στα ίχνη του λαγού. Μόνο όταν πέσουν πολύ κοντά, πρωί–πρωί, στα ολόφρεσκα τελευταία χνάρια, εκεί που κάνει τα τελευταία τσαλιμάκια του και το πίσω–μπρος, όπως λένε, για να μπερδέψει το ντορό. Ο λαγός ακίνητος επί ώρες δεν αναδύει γύρω από το γιατάκι του παρά ελάχιστες μυρουδιές, γι’ αυτό και το λαγόσκυλο παρ’ όλη την ευαισθησία της μύτης του, ψάχνοντας χαμηλά δυσκολεύεται στα τελευταία να εντοπίσει το γιατάκι.
Αυτός είναι και ο λόγος που τις πρώτες μέρες της ξηρασίας, με την έναρξη, τα πουλόσκυλα σηκώνουν ευκολότερα τους λαγούς. Είναι λαγοί οι οποίοι κοιμούνται κοντά στις λάκκες που βόσκουν, σκιάζονται εύκολα, φεύγοντας από τα πρόχειρα γιατάκια τους κλεφτά. Τότε που πηγαίναμε για λαγό δεν βασιζόμασταν στην τύχη μας. Κυνηγούσαμε όλη μέρα το λαγό με τα πουλόσκυλα. Τρία βήματα μπροστά, ένα πίσω και σταυρωτό ψάξιμο. Έλεγαν οι παλιοί ότι ο λαγός και το ορτύκι φοβούνται τους γέρους και τους κουτσούς, γιατί αυτά τα θηράματα πρέπει να τα ψάχνεις πολύ αργά και μεθοδικά. Σήμερα οι κυνηγοί με τα πουλόσκυλα, συντριπτικά περισσότεροι από τους λαγοκυνηγούς, δύσκολα κάνουν ζημιά σ’ αυτούς. Και δεν συζητάω για κάποια σκυλιά που θα προγκήξουν κατά τύχη έναν λαγό ή που θα φερμάρουν έναν λαγό κάθε τρία χρόνια.

Πού τους εντοπίζαμε

Τις πρώτες μέρες που ανοίγει το κυνήγι του λαγού και ο καιρός εξακολουθεί να είναι ζεστός, ειδικά από την κεντρική Ελλάδα και κάτω, τότε που ακόμα παραμένει η νύχτα μικρή και η τροφή λίγη και οι λαγοί δεν έχουν αλλάξει τόπο από τα καλοκαιρινά λημέρια τους, τους ψάχναμε εκεί που ξέραμε ότι βόσκουν. Έπρεπε πρώτα να εντοπίσουμε τις φρέσκιες κακαράντζες και μετά να υπολογίσουμε που ξημερωνόντουσταν. Οι λαγοί βόσκουν σε ανοίγματα, κοντά ή μέσα σε καλλιεργημένες περιοχές, θερισμένες καλαμιές, συκιές, χαρουπιές και ελιές. Τους αρέσουν τα απομονωμένα περιβόλια, τα αρδευόμενα κηπευτικά και τα αμπέλια που συνήθως βρίσκονται στα ριζά, λίγο ψηλότερα από τον κάμπο. Υπάρχουν, ανάλογα την περιοχή, σπαρμένοι βίκοι από την άνοιξη, κριθάρια και μεγάλα ανοίγματα που κινείται άφοβα από την αλεπού, το κουνάβι και το μπούφο, τα αρπακτικά της νύχτας, τους μόνιμους εχθρούς του.

Στις περιοχές που βρέχονται από θάλασσα, τους βρίσκαμε κοντά στο κύμα να δροσίζονται, ανάμεσα στα χαράκια των βράχων και στις σκιάδες τους, εκεί που δεν τους πιάνει η μύγα. Την ημέρα αεριζόντουσαν από τη θαλάσσια αύρα και τις νύχτες έπαιζαν στην άμμο, σε πλακούρες στο κυμοθάλασσο. Εκεί έβοσκαν τη φρέσκια αγριάδα, που φύτρωνε πρώιμα στην άκρη του κύματος μαζί με τα λαγόψωμα.
Όταν τους βρίσκαμε καμιά φορά, με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου, να δρασκελάνε βιαστικοί κάποιο δρόμο στο σούρουπο, το γιατάκι τους ήταν κάπου εκεί πολύ κοντά. Το ίδιο συνέβαινε και τα πρωινά, που όπως έχω αναφέρει, τη μικρή νύχτα στο γυρισμό τους, τους παίρνει η αυγή. Και στις δύο περιπτώσεις (χάραμα και σούρουπο) δεν είχαμε παρά να ψάξουμε υπομονετικά με τα πουλόσκυλα με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Τους βρίσκαμε κάπου εκεί κοντά, καθώς ο χρόνος που διέθεταν δεν τους επέτρεπε να κάνουν μεγάλες διαδρομές. Ο χρόνος τους ήταν πολύ μικρός και λειτουργούσε επιβαρυντικά για την ασφάλεια και τη ζωή τους.

Τι δηλώνουν τα σημάδια του

Τα σημάδια που αφήνει εκεί που βόσκει, παρατηρώντας τα προσεχτικά, ανάλογα το χρώμα τους, τα χαρακτηρίζουμε φρέσκα, της βραδιάς ή πρωινά. Αυτά είναι σκούρα πράσινα συνήθως, με χαρακτηριστική βλέννη και γυαλάδα. Τα προχθεσινά χάνουν, εκτεθειμένα στον ήλιο της ημέρας, την υγρασία και τη γυαλάδα τους και τις επόμενες ημέρες χάνουν το σκούρο χρώμα τους μέχρι να γίνουν ξανθά, στο χρώμα του χόρτου, ενώ οι πολύ παλιές είναι ξασπρισμένες.
Όταν στην άκρη μιας λάκκας βρεθούν πολλές φρέσκιες μαζί συγκεντρωμένες, ο λαγός είναι πολύ κοντά εκεί. Είναι το πρώτο του “ξαλάφρωμα”. Είναι η πρώτη του δουλειά, μόλις σηκωθεί από το γιατάκι και βρεθεί σε καθαρό μέρος. Έχει κρατηθεί βλέπεις ο έρημος από το πρωί, σε αντίθεση με τις σκόρπιες, μια εδώ μια εκεί, που τις αμολάει βόσκοντας στη διάρκεια της νύχτας.
Στις κοπριές του βλέπει κανείς και την ένδειξη του φύλου. Της λαγίνας είναι ολοστρόγγυλη, πεπλατισμένη, συμμετρική και ομοιόμορφη σαν χαπάκι. Του αρσενικού στην άκρη της κάνει μία μύτη, μοιάζει με σταγόνα. Το μέγεθός τους προσδιορίζει και την ηλικία τους, το βάρος τους γενικά. Η διάμετρος του παλιού, του μεγάλου λαγού, είναι 12 ως 14 χιλιοστά του μέτρου. Είναι το μόνο χειροπιαστό, οπτικό δείγμα για τον κυνηγό και για την εντόπισή του, εκτός φυσικά από τα γιατάκια του, παλιά ή φρέσκα, που μας βάζουν σε υποψία. Αυτά τα φτιάχνει και τα αλλάζει το καλοκαίρι ειδικά σαν πουκάμισα, ενοχλημένος από τη ζέστη, τη μύγα και τα τσιμπούρια. Πολλές φορές απέχει το ένα από το άλλο 5 ως 10 μέτρα, ανάλογα τον αέρα και τον ήλιο.

Πού φτιάχνει το γιατάκι του

Έχω σκοτώσει 2 λαγούς που είχε ο καθένας τους 2 γιατάκια, το ένα κολλητά στο άλλο σε μισό μέτρο. Ένα για το πρωί και ένα για το απόγευμα. Το ένα ήταν σε ασπάλαθο μέσα και το άλλο σε μια τρικοκκιά (είδος αγκαθιού), αποφεύγοντας έτσι τον αφόρητο ήλιο του καλοκαιριού.
Το γιατάκι ή λότσι, κατά άλλους κοιμηθιά, κατίκι ή κουμάσι, το φτιάχνει το καλοκαίρι εκεί κοντά που βόσκει, 50 ως 100 μέτρα συνήθως, για να μη χάνει χρόνο στη μικρή νύχτα.
“Μικρό κλαρί, μεγάλος λαγός”, έτσι λέγαν οι παλιοί και αυτό γιατί ο μεγάλος λαγός, μαστορεμένος στους κινδύνους, κάνει το γιατάκι του σε μέρος απίθανο, σε μέρος που δεν το υποψιάζεσαι. Αντίθετα ο μικρός, από το φόβο του, κλείνεται μέσα σε πυκνά κλαριά για να γλυτώσει.

Το χειμώνα τους βρίσκαμε συνήθως πιο μακριά απ’ τις λάκκες. Είχαν χρόνο 12 και 13 ώρες στη διάθεσή τους. Η νύχτα ήταν ατέλειωτη. Εκεί είναι που μπέρδευαν το γκέκα και τον εκδικούνταν, παρόλο που η γη έχει ξεπλυθεί από τις βροχές και οι συνθήκες είναι οι πλέον κατάλληλες για την ιχνηλασία. Το χειμώνα μπορεί να διανύσει και ένα χιλιόμετρο, σεργιανώντας τις σκοτεινές νύχτες, ερωτοτροπώντας και διασκεδάζοντας.
Το γιατάκι του το διαλέγει προσεχτικά να βρίσκεται συνήθως κοντά σε κεντρικά μονοπάτια ή δρόμους, για την ασφάλεια της γρήγορης φυγής του. Το κάλυμμα, το κλαρί δηλαδή που θα τρυπώσει, είναι καθαρό από κάτω ή το καθαρίζει αυτός σκαμμένο στα μέτρα του, με δύο απαραίτητα εξόδους, όχι όπως της χελώνας που έχει μία μπασιά και μοναδική. Η έξοδος από το γιατάκι συνήθως κοιτάζει στον ανήφορο, αεριζόμενο, μέσα σε αγκάθι ως επί το πλείστον, προς αποφυγή των ενοχλητικών γιδιών και προβάτων και από πάνω κλειστό για τον κίνδυνο του φτερωτού εισβολέα.
Τα χειμωνιάτικα γιατάκια δύσκολα εντοπίζονταν από τα πουλόσκυλά μας. Ήταν κατά κανόνα μέσα σε βράχια ζεστά, στεγνά, σε κορφές, μια και η τροφή τότε υπήρχε παντού. Τρύπωνε κάτω από δυνατά κλαριά να γλυτώσει τη βροχή ή το χιόνι, σκάβοντας βαθιά μέσα στις ρίζες τους, δημιουργώντας έτσι στο προσήλιο το ασφαλέστερο γιατάκι του. Συχνά τους βρίσκαμε ξαπλωμένους ανάμεσα στις μπλάνες του οργώματος ή σε ένα βραχάκι που τους έκρυβε καλά, ένα χόρτο ή ένα θυμάρι, όπως και το καλοκαίρι που καθόταν καταμεσής στο διάφανο ασπάλαθο ή κάτω από ένα σπασμένο από τον αέρα κλαρί μιας μυγδαλιάς ή μιας ελιάς, για να φεύγει γρηγορότερα στον κίνδυνο.

Μοναδικά προικισμένος

Μόλις έπαιρναν οι πρώτες βροχές, όσοι βρισκόντουσταν σε δάση και φυλλώματα σκιερά και βορεινά, έφευγαν γραμμή για τα στεγνά προσήλια. Όμως, τι τα θες… Σηκώσαμε και λαγούς με χιόνι στα ζερβά, τα ανήλιαγα και τα καλοκαίρια με 40 βαθμούς στα προσήλια. Γι’ αυτό ζει και βασιλεύει και όλους θα μας κοροϊδεύει. Απόψε που γράφω αυτό το άρθρο, συζητώντας με δυο φίλους αυτά τα θέματα, άκουσα κάτι πολύ χαρακτηριστικό “Μόνο εδώ δεν μπορεί να κάτσει ο κερατάς”, είπε και μου έδειξε ο φίλος μου το καπέλο του.
Είναι ένα περίφημο σε προσαρμοστικότητα τετράποδο, 4×4, πανέξυπνο, που δίνει το είναι του για την επιβίωσή του. Η ταχύτητά του, η εξυπνάδα του, το άγρυπνο βλέμμα του νύχτα και μέρα, η παροιμιώδης ακινησία του, είναι το κάτι άλλο. Έρχεται σε οργασμό ενώ ήδη φέρει στους 2–3 αμνιακούς σάκους του σχηματισμένα λαγόπουλα. Γεννάει 3–4 φορές το χρόνο και μην αγχωνόμαστε όταν, γδέρνοντας τη λαγίνα, το τομάρι της εσωτερικά είναι πήχτρα στο γάλα ή όταν η προηγούμενη λαγίνα ήταν ετοιμόγεννη. Η φύση τον έχει προικίσει έξτρα και τέλεια. Η πεδινή πέρδικα αφανίζεται. Η ορεινή ίσως χαθεί στο άμεσο μέλλον. Ο λαγός είναι το μόνο θήραμα, που αν προσέξουμε λίγο τα φυτοφάρμακα και τους παράνομους, με τους νυχτερινούς προβολείς στο δρόμο, θα υπάρχει όσο υπάρχει ζωή στον πλανήτη.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top