Τσίχλα: Το θήραμα του “πρωτάρη”

Είδος που απαντάται στη χώρα μας σε εξαιρετικά μεγάλους αριθμούς, γνωστό από την αρχαιότητα για την υπέροχη γεύση του, δύσκολο στην εκτροφή του, η Τσίχλα αποτέλεσε σίγουρα σχολείο για τους περισσότερους Έλληνες κυνηγούς.

Οι πολλές ευκαιρίες που δίνει, το δύσκολο και απρόβλεπτο πέταγμά της, το μικρό μέγεθός της, σε συνδυασμό με το μεγάλο χρονικό διάστημα που παραμένει στη χώρα μας, την έχουν καθιερώσει ως το θήραμα του «πρωτάρη» κυνηγού, που καθόλου δεν περιφρονούν και πολλοί πεπειραμένοι βετεράνοι…

του Χρήστου Χατζιώτη

 

Οι ελληνικές παραδόσεις γύρω από το κυνήγι της τσίχλας χάνονται στα πολύ παλιά χρόνια. Σε περιοχές της νότιας Πελοποννήσου, και όχι μόνο, η τσίχλα παστώνεται σε πήλινα δοχεία, μέσω μιας ιδιαίτερης διαδικασίας, αφού προηγηθεί η μερική ξήρανσή της γύρω από την πυροστιά του τζακιού. Όταν η διαδικασία αυτή ολοκληρωθεί, αποτελεί εκλεκτό μεζέ εφάμιλλο με το σπάνιο έδεσμα των παστών «πιτσουνιών», που γνώρισαν τα μετακατοχικά χρόνια οι περισσότερες αγροτικές οικογένειες.

Η εξοικείωση των νέων κυνηγών με τον κινητό στόχο οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο θήραμα αυτό, αφού κανένα τεχνητό μέσο (ούτε και αυτό το άθλημα του Sporting στα σκοπευτήρια) δεν έχει σταθεί ικανό να προσφέρει ουσιαστική εξοικείωση με το ζωντανό κινητό στόχο.

Από τις ξόβεργες στους κράχτες

Τα παλιά χρόνια, το κυνήγι της τσίχλας με κυνηγετικό όπλο αποτελούσε δείγμα οικονομικής ευμάρειας, αφού οι περισσότεροι δεν είχαν την οικονομική άνεση να σπαταλήσουν φυσίγγια για ένα τόσο μικρό και αβέβαιο θήραμα. Η πέρδικα, ο λαγός και, σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, τα υδρόβια θηράματα ήταν τα μόνα που «άξιζε» να δοκιμάσει κανείς μια βολή, ξοδεύοντας ένα φυσίγγι.

Παρ’ όλα αυτά, η τσίχλα κυνηγήθηκε χωρίς όπλο τα χρόνια εκείνα, με πολλούς παραδοσιακούς τρόπους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Με μία συστηματική προσπάθεια, θα μπορούσε κανείς να γεμίσει ένα ολόκληρο κυνηγετικό μουσείο με παγίδες, δόκανα, ιξούς (ξόβεργες) αλλά ακόμα και δίχτυα που χρησιμοποιήθηκαν τα παλιά χρόνια, στην προσπάθεια απόκτησης του πολυπόθητου αυτού θηράματος.

Σήμερα, βέβαια, όλες αυτές οι μέθοδοι κυνηγίου βρίσκονται έξω από τα όρια του νόμου, και δικαίως, αφού οι περισσότεροι κυνηγοί διαθέτουν την οικονομική άνεση να κυνηγήσουν με τους κλασικούς τρόπους το θήραμα αυτό.

Σαν θλιβερός μεταλλαγμένος απόγονος όλης αυτής της παλιάς ελληνικής κυνηγετικής κουλτούρας, απέμειναν οι ηχομιμητικές συσκευές, οι πασίγνωστοι κράχτες, για να μας θυμίζουν ότι κάποιοι υποτιθέμενοι «κυνηγοί» εξακολουθούν να αγνοούν τα θέλγητρα της διαδικασίας του κυνηγίου, τα βιώματα κοντά στη φύση, την επιβράβευση της γνώσης των συνηθειών του θηράματος, την «υγιή» αποκομιδή καρπών από τη φύση ως αναφαίρετο αταβιστικό κατάλοιπο του ανθρώπινου ψυχισμού και να υποκαθιστούν όλες αυτές τις αξίες με την ανάγκη επίδειξης μιας γεμάτης τσάντας ή μιας παραφουσκωμένης πουλιάστρας.

Πέρα από το νόμιμο ή το παράνομο, πέρα από την περιφρόνηση προς το μερακλή κυνηγό, που βρίσκεται δίπλα μας στο καρτέρι και που παρατηρεί την τσίχλα απ’ τα διακόσια μέτρα να στρίβει προς τον κράχτη, ενώ ερχόταν κατά πάνω του, μία και μοναδική επαφή μ’ αυτού του είδους το κυνήγι αρκεί για να μας πείσει ότι οι κράχτες αποτελούν τη μεγαλύτερη αφυδάτωση της κυνηγετικής απόλαυσης. Πέρα από το ποσοτικό και το ποιοτικό, το δίκαιο και το άδικο, το νόμιμο και το παράνομο, η μετατροπή ενός ζωντανού θηράματος σε μια απομίμηση πήλινου δίσκου είναι η πραγματική καταστροφή κάθε ευχαρίστησης στην κυνηγετική πράξη.

Τα δημοφιλέστερα είδη

Τα είδη που κυνηγιούνται περισσότερο στην Ελλάδα είναι ο κότσυφας (Turdus merula), η κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos), η τσαρτσάρα (Turdus viscivorus), η κοκκινότσιχλα (Turdus iliacus) και η κεδρότσιχλα (Turdus pilaris).

Κότσυφας (Turdus merula )

Είναι είδος αποδημητικό αλλά και ενδημικό σε αρκετές περιοχές, κυρίως της Nότιας Ευρώπης. Οι βορειότεροι πληθυσμοί μετακινούνται προς τη Νότια και τη Δυτική Ευρώπη. Κυρίως, μεταναστεύει τη νύχτα, με αποτέλεσμα να σκοτώνονται πάρα πολλοί στους φάρους της Βόρειας Θάλασσας, κατά τη μετακίνηση. Γεννά 3-5 αυγά, ανάλογα με την περίοδο, λιγότερα στην αρχή και στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου. Το χρώμα των αυγών είναι πράσινο-μπλε, με έντονα κοκκινόφαια στίγματα. Η επώαση γίνεται από το θηλυκό και διαρκεί 12-14 μέρες. Οι νεοσσοί μένουν στη φωλιά επί 10-19 ημέρες, οπότε διατρέφονται και από τους δύο γονείς.

Κελαηδότσιχλα (Τurdus philomelos)

Εντός της αναπαραγωγικής περιόδου είναι περισσότερο ή λιγότερο μοναχικό είδος και ελάχιστα πιο κοινωνικό κατά τη συλλογή της τροφής και το κούρνιασμα. Την περίοδο της μετανάστευσης, όμως, σχηματίζει μεγάλα κοπάδια τα οποία έχουν χαλαρή δομή. Στις περιοχές όπου οι πληθυσμοί είναι περισσότερο ενδημικοί, κυρίως τα αρσενικά αλλά και λίγα θηλυκά κατέχουν συγκεκριμένες χειμωνιάτικες περιοχές οι οποίες συμπίπτουν, περίπου, με τις χωροκράτειες την περίοδο της αναπαραγωγής.

Τσαρτσάρα (Τurdus viscivorus )

Είναι η λιγότερο μεταναστευτική από τις υπόλοιπες τσίχλες. Το φθινόπωρο σχηματίζει χαλαρές ομάδες από οικογένειες. Το χειμώνα, συνήθως, ζει μοναχικά. Παλιότερα, εντοπιζόταν μόνο σε μεσαία και υψηλότερα ηπειρωτικά γεωγραφικά πλάτη. Όμως, τα τελευταία 200 χρόνια έχει επεκταθεί στην ωκεάνια ζώνη, κυρίως, στη Βρετανία και την Ιρλανδία.  Μετά τον Οκτώβριο, βλέπουμε τα ζευγάρια ή μεμονωμένα άτομα να αμύνονται σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως ομάδες δέντρων, όπου υπάρχει τροφή. Οι χωροκράτειες τις οποίες καταλαμβάνουν τα ζευγάρια είναι πολύ μεγάλες σε σύγκριση με αυτές του κότσυφα και της κελαηδότσιχλας στην ίδια περιοχή. Αρχίζει να γεννά στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου, ενώ στο βορρά η έναρξη της ωοτοκίας φτάνει και τις αρχές Μαΐου. Γεννά 3-5 αυγά και φωλεοποιεί 2-3 φορές. Η διάρκεια της επώασης είναι 12-15 ημέρες και οι νεοσσοί πετούν στις 12-15 ημέρες.

Κεδρότσιχλα (Turdus pilaris)

Αναπαράγεται σε μεσαία και υψηλά γεωγραφικά πλάτη, σε δάση σημύδας, πεύκης, ελάτης, σκλήθρων καθώς και σε μικτά δάση. Επίσης, σε κράσπεδα υγρών χορτολιβαδικών περιοχών, κατά μήκος των ποταμών και σε ελώδεις εκτάσεις. Στη Σκανδιναβία αναπαράγεται σε υψόμετρα άνω των 1000 μέτρων, όπου τα κέδρα και οι μικρές σημύδες προσφέρουν προστασία και κάλυψη. Έχει παρατηρηθεί να φωλιάζει και σε βραχώδεις προεξοχές, με αραιή θαμνοκάλυψη.

Το χειμώνα προτιμά να ζει στα όρια δασών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, αποφεύγει τα δάση, τους βάλτους και τους υγρότοπους και τις περιοχές κοντά στον άνθρωπο (εκτός από περιπτώσεις μεγάλου ψύχους). Είναι είδος μεταναστευτικό και μόνο σε ελάχιστες, ιδανικές περιπτώσεις παραμένει στο ίδιο μέρος ή μετακινείται λίγο. Περίοδοι ισχυρού ψύχους προκαλούν ξαφνικές μεταναστεύσεις που φτάνουν και τα 1.600 χιλιόμετρα. Η έναρξη της ωοτοκίας τοποθετείται στις αρχές Απριλίου μέχρι και τις αρχές Ιουνίου, στις πιο βόρειες περιοχές. Φωλεοποιεί 1-2 φορές. Τη φωλιά την κατασκευάζει στις αρθρώσεις των κορμών και των κλαδιών των δέντρων. Γεννά 3-7 αυγά και τα επωάζει 10-13 ημέρες. Οι νεοσσοί πετούν τη 12η-15η ημέρα.

Κοκκινότσιχλα (Turdus iliacus)

Αναπαράγεται, κυρίως, σε ψηλά και λιγότερο σε μεσαία γεωγραφικά πλάτη. Προτιμά υποαρκτικά και αρκτικά κλίματα, σε επίπεδες και ορεινές εκτάσεις. Αποφεύγει τον πάγο και το χιόνι, καθώς και τον κρύο καιρό και τις καταιγίδες. Προτιμά κάλυψη από σημύδες ή μικτά δάση, συχνά με πολλά έλατα και πεύκα, κυρίως, κατά μήκος ποταμών και πλημμυρισμένων εκτάσεων. Ακόμη, προτιμά δάση χαμηλής σημύδας, χαμηλές ιτιές και κέδρα σε ελώδεις εκτάσεις. Σε μερικές περιπτώσεις, αναπαράγεται και σε πάρκα πόλεων. Η έναρξη της ωοτοκίας τοποθετείται στις αρχές Μαΐου. Φωλεοποιεί δύο φορές τον χρόνο. Γεννά 4-6 αυγά και η επώαση διαρκεί 12-13 μέρες. Οι νεοσσοί είναι έτοιμοι να πετάξουν σε ηλικία 8-12 ημερών.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top