ΥΒΡΙΔΙΣΜΟΣ ΑΓΡΙΟΓΟΥΡΟΥΝΟΥ

Τα περισσότερα υβρίδια συναντώνται σε Β. Ελλάδα και Πελοπόνησσο. Στη Στερεά Ελλάδα θηρεύονται τα πιο «καθαρά» αγριογούρουνα.

του Δημήτρη Μιλτιάδη

 

Οι επιστήμονες πλέον μπορούν να διαπιστώσουν τον υβριδισμό των αγριόχοιρων σε βάθος που φτάνει και έξι γενιές, ενώ ακόμη έχουν τη δυνατότητα να καταδείξουν και τις φυλές των οικόσιτων που εμπλέκονται. Το ποσοστό υβριδισμού στην Ελλάδα είναι πια ίδιο με αυτό της άλλης Ευρώπης, ανέρχεται σε 5-10%.

Σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η διατριβή της Ρέας Αλεξανδρή, η οποία εργάζεται σήμερα σε πανεπιστήμιο της Ολλανδίας. Στην εργασία της, που είχε αρωγούς τους επιστημονικούς συνεργάτες κυνηγετικών ομοσπονδιών, επισημαίνει ακόμη ότι τα πιο «καθαρά» αγριογούρουνα ζουν στην Στερεά Ελλάδα. Αντίθετα το μεγαλύτερο ποσοστό υβριδισμού είναι στη Βόρεια Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Περιληπτικά η διατριβή της κ. Αλεξανδρή σημειώνει τα εξής:

«Ο υβριδισμός του αγριόχοιρου με τον οικόσιτο χοίρο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τους φυσικούς πληθυσμούς αγριόχοιρου όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο υβριδισμός ουσιαστικά αποτελεί την επιμιξία άγριων και οικόσιτων χοίρων και την παραγωγή γόνιμων απογόνων (υβριδίων), γεγονός εξαιρετικά εύκολο αφού, παρά τις μορφολογικές τους διαφορές ο αγριόχοιρος και ο οικόσιτος χοίρος ανήκουν στο ίδιο είδος.

Το πρόβλημα ξεκινά κυρίως από τις εκτατικές και χωρίς φύλαξη εκτροφές οικόσιτων και ημίαιμων χοίρων με αποτέλεσμα αυτοί να έρχονται σε επαφή με τους άγριους πληθυσμούς, και σπανιότερα από απελευθερώσεις ημίαιμων αγριόχοιρων από τους κυνηγετικούς συλλόγους. Ο υβριδισμός του αγριόχοιρου όμως δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο, αντίθετα λαμβάνει χώρα εδώ και χιλιάδες χρόνια με τις πρώτες καταγραφές να ανάγονται στη Ρωμαϊκή εποχή (Scandura et al. 2011). Για ποιο λόγο όμως αποτελεί απειλή για τους πληθυσμούς του ελληνικού αγριόχοιρου σήμερα;

Τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας για τις εκτροφές οικόσιτου χοίρου χρησιμοποιούνται ευρωπαϊκές φυλές (π.χ Large White, Landrace, κτλ). Για τη δημιουργία των φυλών αυτών χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν ασιατικοί χοίροι, προερχόμενοι ως επί το πλείστον από την κινέζικη φυλή Meishan (Jones 1998). Για να θέσουμε λοιπόν το ζήτημα όσο πιο απλά γίνεται, με τον υβριδισμό εισάγονται στους φυσικούς πληθυσμούς «ξένα» γονίδια με αποτέλεσμα να εξαφανίζονται σιγά σιγά τα γενετικά χαρακτηριστικά του ελληνικού αγριόχοιρου. Πόσο εύκολο όμως είναι να εντοπιστεί ο υβριδισμός στη φύση;

Σε κάποιες περιπτώσεις, και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για υβρίδια πρώτης γενιάς, ο υβριδισμός είναι δυνατόν να εντοπιστεί από τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά του αγριόχοιρου (διαφορετικό χρώμα τριχώματος, πεσμένα αυτιά, περιστραμμένη ουρά, κτλ). Στις μετέπειτα γενιές ωστόσο τα φαινοτυπικά αυτά χαρακτηριστικά εξαφανίζονται, παρόλα αυτά ο υβριδισμός παραμένει ανιχνεύσιμος στο γενετικό υλικό (DNA) των αγριόχοιρων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι ο εντοπισμός υβριδίων με βάση το DNA δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, μιας και ο αγριόχοιρος και ο οικόσιτος χοίρος ανήκουν στο ίδιο είδος. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο αν σκεφτούμε ότι ο ευρωπαϊκός χοίρος αποτελεί προϊόν εξημέρωσης του ευρωπαϊκού αγριόχοιρου (Larson et al. 2005). Με άλλα λόγια είναι αναμενόμενο οι δύο αυτές ομάδες να παρουσιάζουν και ομοιότητες εκτός από τις όποιες διαφορές τους.

Για τον ακριβέστερο λοιπόν εντοπισμό των υβριδίων, η προσέγγιση που χρησιμοποιείται είναι η σύγκριση οικόσιτων με άγρια άτομα και ο εντοπισμός τμημάτων DNA που προέρχονται απο τα οικόσιτα. Αυτό γίνεται με τρεις τρόπους:

1. Έλεγχος του μιτοχονδριακού DNA και εντοπισμός τμημάτων που προέρχονται από ασιατικές φυλές. Το μιτοχονδριακό DNA είναι ένα μικρό μόριο DNA που κληρονομείται από τη μητέρα και η ανάλυση του μας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε αν ο υβριδισμός είναι μητρικής προέλευσης. Εξαιτίας της προέλευσης του μιτοχονδριακού DNA όμως ανιχνεύει μικρό ποσοστό υβριδίων.
2. Έλεγχος των γονιδίων που σχετίζονται με το χρώμα του τριχώματος. Η μέθοδος αυτή επιτρέπει την εκτίμηση του ποσοστού των υβριδίων σε ένα πληθυσμό αγριόχοιρου αλλά δεν είναι απόλυτα ακριβής καθώς δε λαμβάνει υπόψη πολυμορφισμούς του γονιδίου που μπορεί να υπάρχουν φυσικά στους αγριόχοιρους, δε μπορεί νε εντοπίσει υβρίδια άλλων με οικόσιτες φυλές εκτός από τις Large White, Duroc και Meishan, ενώ επίσης δε μπορεί να εντοπίσει υβρίδια μετά τη 2η γενιά.
3. Μελέτη απλών νουκλεοτιδικών πολυμορφισμών (SNPs). H προσέγγιση αυτή είναι και η πιο εξελιγμένη. Για τον αγριόχοιρο και τον οικόσιτο χοίρο αναπτύχθηκε τα τελευταία 4 χρόνια και μας δίνει τη δυνατότητα να εντοπίσουμε υβρίδια μέχρι και 5ης-6ης γενίας, ενώ ταυτόχρονα μπορούμε να βρούμε και ποιες οικόσιτες φυλές εμπλέκονται.

Για την Ελλάδα έγινε εκτιμήθηκε το ποσοστό του υβριδισμού των πληθυσμών αγριόχοιρου στα πλαίσια ενός ερευνητικού προγράμματος χρηματοδοτούμενου από την Δ’ ΚΟΣΕ. Μέσω του προγράμματος αυτού και με τη βοήθεια της Δ’ ΚΟΣΕ, της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας-Θράκης και μεγάλου αριθμού κυνηγών συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες δείγματα αγριόχοιρου και στη συνέχεια έγινε ανάλυση DNA και με τις τρεις προαναφερθείσες μεθόδους.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο υβριδισμός στον ελληνικό αγριόχοιρο κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα με την υπόλοιπη Ευρώπη (5-10%). Σε ότι αφορά τις φυλές που εμπλέκονται, βρέθηκε ότι σε μεγαλύτερο ποσοστό τα υβρίδια προέρχονταν από την εμπορική φυλή Large White και δευτερευόντως από τις Landrace και Duroc. Σε γενικές γραμμές, τα υβρίδια που εντοπίστηκαν με τη μέθοδο των SNP προέρχονταν ως επί το πλείστον από τη βόρεια Ελλάδα. Αντίθετα στην Στερεά Ελλάδα το φαινόμενο δεν φαίνεται να έχει πάρει πολύ σοβαρές διαστάσεις όπως φαίνεται από τον μικρό αριθμό υβριδίων που βρέθηκε.

Είναι επίσης πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι υβρίδια βρέθηκαν και στους πληθυσμούς της Πελοποννήσου, για τους οποίους γνωρίζουμε ότι προέρχονται από απελευθέρωσεις μιας και στη συγκερκιμένη περιοχή ο αγριόχοιρος είχε εξαφανιστεί. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς δείχνει την αναγκαιότητα γενετικού ελέγχου των προς απελευθέρωση θηραμάτων έτσι ώστε να να αποτρέψουμε την αλλοίωση των φυσικών πληθυσμών».

Η Ρέα Αλεξανδρή τελείωσε το τμήμα Βιολογίας ΑΠΘ, έκανε μεταπτυχιακό στον Τομέα Γενετικής, Ανάπτυξης και Μοριακής Βιολογίας του Τμήματος Βιολογίας ΑΠΘ με τίτλο “Εφαρμοσμένη γενετική και Βιοτεχνολογία”. Η μεταπτυχιακή διπλωματική της εργασία αφορούσε τη μελέτη των δύο ειδών ελληνικής πέρδικας (Alectoris graeca και Alectoris chukar) και είχε τίτλο “Γενετικη ταυτοποίηση της ελληνικής πέρδικας”.

Ολοκλήρωσε το διδακτορικό μου στον Τομέα Γενετικής, Αναπτυξης και Μοριακής Βιολογίας του Τμήματος Βιολογίας ΑΠΘ με τίτλο “Μελέτη της γενετικής δομής του ελληνικού αγριόχοιρου” και επιβλέποντα τον καθηγητή Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top