Διαγνώστε σωστά έναν κυνηγετικό σκύλο

Του Θανάση Κυριτσάκα

 

Είναι γνωστό ότι ο καλός σκύλος προκύπτει από το συνδυασμό κάποιων αναγκαίων προϋποθέσεων. Αυτό που μένει να δούμε είναι πώς θα αναγνωρίσουμε ότι έχει τα προσόντα να γίνει άριστο κυνηγόσκυλο.

Όλοι οι κυνηγοί θέλουν το άριστο κυνηγόσκυλο, είτε κυνηγούν πουλιά είτε τριχωτά θηράματα. Όμως για να γίνει ένα κυνηγόσκυλο άριστο, χρειάζονται πολλές και βασικές προϋποθέσεις που έχουν σχέση με τη ράτσα, το συγκεκριμένο σκυλί και την εκπαίδευση που θα κάνει ο κυνηγός.

Πολλοί προσπαθούν να γίνουν μάγοι, λέγοντας τη «μοίρα» κουταβιών που ακόμα βρίσκονται και σε ηλικία ημερών, ακούγοντας μερικές φορές αστεία πράγματα για το μέλλον του κάθε κουταβιού.

Αν ήταν τόσο εύκολο να αναγνωρίσουμε σ’ ένα κουτάβι το λαμπρό του κυνηγετικό μέλλον, τότε δεν θα υπήρχαν μέτρια και άχρηστα σκυλιά, αλλά μόνο πρωταθλητές.

Πριν αναλύσουμε τις προϋποθέσεις ενός πολύ καλού σε γενικές γραμμές κυνηγόσκυλου, θα πρέπει να καθορίσουμε πρώτα τον όρο «πολύ καλό» ή «άριστο», επειδή αυτές οι δύο διαβαθμίσεις διαφέρουν σε αυστηρές λεπτομέρειες που στην πράξη δεν παίζουν ουσιαστικό ρόλο.

Επειδή μας ενδιαφέρουν οι ιχνηλάτες πρωταρχικά, λέμε πως ένας ιχνηλάτης είναι πολύ καλός όταν διακρίνεται από σωματικές αντοχές, υπακοή απαραίτητα, φιλοτιμία και πάθος για το κυνήγι, κάνει ελάχιστα λάθη στο ντορό, αποφεύγοντας έξυπνα τα παλιά και κρύα χνάρια μέχρι να φτάσει στο γιατάκι, όπου θα ξεσηκώσει το θήραμα και τέλος θα το καταδιώξει όσο χρειαστεί, πάλι με ελάχιστα λάθη όσο το δυνατόν.

 

Προϋποθέσεις για έναν καλό ιχνηλάτη

Για να έχουμε ιχνηλάτη αυτού του επιπέδου, πρέπει να εκπληρώνονται οι παρακάτω προϋποθέσεις:

  1. Απαραίτητα επιλέγουμε επίσημα αναγνωρισμένη καθαρόαιμη ράτσα και ο λόγος είναι απλός και φανερός. Σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης, οι ιδιοκτήτες καθαρόαιμων κυνηγετικών σκύλων είναι οργανωμένοι σε κλαμπ, που το καθένα αντιπροσωπεύει τουλάχιστον μία ράτσα. Κάθε κλαμπ είναι υποχρεωμένο να διοργανώνει και να παίρνει μέρος σε εκθέσεις μορφολογίας και σε πρακτικούς αγώνες. Μέσα στις διεργασίες των εκθέσεων, τα σκυλιά ατομικά και οι φυλές γενικότερα, εξετάζονται λεπτομερώς μορφολογικά, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στα πρότυπα της ράτσας τους. Όλη αυτή η διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα και σκοπό τη διατήρηση των φυλών στα πρότυπά τους, τη σταθεροποίηση, την ανάπτυξη και τη βελτίωση στο απώτερο μέλλον.

Οι εκθέσεις μορφολογίας δεν είναι αποκλειστικά εκθέσεις φαινότυπης ομορφιάς, όπως λανθασμένα νομίζουν οι περισσότεροι, αλλά ένας σοβαρός και ουσιαστικός έλεγχος των σκύλων στη γενική δομή και εμφάνιση, στη συμπεριφορά, στη φυσιολογία και στην ψυχολογία τους, με αποτέλεσμα να έχουμε τα απαραίτητα και άριστα στοιχεία για κάθε φυλή.

Επίσης, οι πρακτικοί αγώνες εργασίας που γίνονται στις περισσότερες χώρες, αποτελούν ίσως την κορυφαία δοκιμασία των σκύλων στην πράξη, όπου εξετάζεται αυστηρά ο τρόπος εργασίας της ράτσας και του ιχνηλάτη ατομικά, με αποτέλεσμα να έχουμε όλα τα κυνηγετικά στοιχεία της ράτσας, που μας διευκολύνουν στην επιλογή της αρεσκείας μας σε μέγιστο βαθμό.

  1. Οι γέννες στις καθαρόαιμες ράτσες είναι συνήθως ελεγχόμενες σε επίπεδο γεννητόρων, με αποτέλεσμα να έχουμε σε μεγάλο ποσοστό τα καλύτερα κουτάβια, τουλάχιστον μορφολογικά στην αρχή. Αγοράζοντας ένα κουτάβι, διαλέγουμε ένα υγιές κουτάβι χωρίς σωματικά και ψυχικά προβλήματα, με ζωηράδα και ενεργητικότητα, πράγμα που είναι εύκολο για τον καθένα να το διαπιστώσει ορατά.

Επίσης, ένα πρόσθετο θετικό στοιχείο για το μέλλον του κουταβιού, είναι το κυνηγετικό ιστορικό των γονιών, είτε μέσω «φημών» είτε πιο σίγουρα μέσω των πιστοποιητικών εργασίας, όπου καταγράφονται οι αγώνες που έχουν πάρει μέρος οι γονείς και η ατομική βαθμολογία του καθενός.

Αυτά τα στοιχεία μάς εξασφαλίζουν για την κυνηγετική ποιότητα της γέννας γενικότερα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως όλα τα κουτάβια θα βγουν πολύ καλά στο κυνήγι αν τηρούν τις παραπάνω προδιαγραφές.

Πάντως το ποσοστό «άχρηστων» μελλοντικών ιχνηλατών από μία τέτοια γέννα θα είναι ελάχιστο έως μηδαμινό στατιστικά.

  1. Έχοντας στα χέρια μας ένα κουτάβι με τις καλύτερες προδιαγραφές της ράτσας, το μόνο που μένει πλέον είναι η σωστή εκπαίδευση, η οποία μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους της ηλικίας του σκύλου. Μέχρι την ηλικία των 10-12 μηνών δεν πρέπει να κουράζουμε το κουτάβι με πολύωρες ασκήσεις γιατί αναπτύσσεται σωματικά και πνευματικά. Μέχρι την ηλικία των 10-12 μηνών εκπαιδεύουμε το σκύλο στην υπακοή απαραίτητα, τη γνωριμία με τα οικόσιτα ζώα, το φυσικό περιβάλλον από άποψη ποικιλίας εδάφους και οσμών και φυσικά με το λαγό. Μπορούμε σ’ αυτή την περίοδο να χρησιμοποιούμε κουνέλι στην αρχή από πέντε μηνών και λαγό εκτροφείου μεγαλώνοντας.

Σ’ αυτή τη φάση, η χρήση κουνελιού και μετά λαγού εκτροφείου έχει σημασία γιατί μπορούμε να κάνουμε ελεγχόμενη εκπαίδευση, δημιουργώντας δικά μας σενάρια ιχνηλασίας, αλλά περισσότερο γιατί μπορούμε να έχουμε άμεση παρατήρηση των αντιδράσεων του κουταβιού έτσι ώστε να επεμβαίνουμε αναλόγως.

 

Μη βιαστείτε να κρίνετε

Η περίοδος αυτή θα μας δώσει και τα πρώτα θετικά ή αρνητικά δείγματα της εξέλιξης του κουταβιού, αλλά δεν πρέπει ποτέ να τα πάρουμε ως τετελεσμένα γεγονότα, γιατί ακόμα, στην ουσία, έχουμε να κάνουμε με ένα κουτάβι.

Από τους 10-12 μήνες ξεκινάμε εκπαίδευση λαγού σε ελεύθερο περιβάλλον ή και σε μεγάλες περιφραγμένες εκτάσεις, πάντα με το σκύλο μόνο του, χωρίς δασκάλες και δασκάλους, για να αποκτήσει προσωπική εμπειρία και αυτοπεποίθηση και να διαπιστώσουμε τι μπορεί να κάνει μόνος του.

Όσο περνάει ο καιρός και η εκπαίδευση γίνεται συχνή και προοδευτική, τόσο και ο σκύλος θα πρέπει να ξετυλίγει τα προσόντα του στο κυνήγι και στον τρόπο εργασίας, ανταποκρινόμενος στα πρότυπα της ράτσας.

Μερικά σκυλιά εξελίσσονται θετικά πολύ γρήγορα, άλλα αργούν λίγο. Γι’ αυτό το λόγο πάντα δίνουμε ένα περιθώριο χρόνου, μέχρι τους 18-20 μήνες περίπου ή και παραπάνω για όποιον έχει υπομονή και επιμονή, πριν αποφασίσουμε ότι ο σκύλος δεν θα γίνει καλός ιχνηλάτης.

Επειδή γενικώς είμαι ορθολογιστής και δεν είναι του χαρακτήρα μου να αμολάω «έπεα πτερόεντα» και κομπογιαννίτικα τεχνάσματα, σας έδωσα παραπάνω τις απόψεις μου τις οποίες τηρώ προσωπικά και μέχρι τώρα είμαι πλήρως ικανοποιημένος από τα τελικά αποτελέσματα.

Το σημαντικό στοιχείο των παραπάνω προϋποθέσεων είναι η γνώση των βιογραφικών και γενεαλογικών στοιχείων της ράτσας και του κουταβιού, που δημιουργούν μια δυνατή και πραγματική βάση για να ξεκινήσει ο κυνηγός να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο κουτάβι, το οποίο αν πάρει τη σωστή εκπαίδευση, θα γίνει πολύ καλό κυνηγόσκυλο με πιθανότητες άνω του 90%.

Γενικώς κάθε καθαρόαιμη ράτσα έχει αναπτυχθεί και βελτιωθεί στις μέρες μας με αυστηρές κυνηγετικές προδιαγραφές και σπάνια θα βρει κανείς μέτρια σκυλιά στο ενεργητικό της, πράγμα που ζητάμε όλοι οι κυνηγοί και θέλουμε. Στη χώρα μας συνηθίζεται ακόμα η χρήση ημίαιμων ιχνηλατών, που είναι «γεννήματα» της στιγμής χωρίς παρελθόν, παρόν και μέλλον. Άγνωστα σκυλιά με χίλιες προσμείξεις, που το καθένα είναι διαφορετικό και ανήκει μόνο στον εαυτό του. Μόνο από τύχη και θαύμα ένα τέτοιο σκυλί μπορεί να βγει πολύ καλός ιχνηλάτης.

Το συμπέρασμα είναι φανερό και διερωτάται κανείς αν αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί ένας σοβαρός κυνηγός με τέτοια «φαντάσματα».

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top