Το μυστικό του αρχηγού για μια ομάδα γουρουνάδων

Το γουρούνι ξεφυσώντας με χτύπησε στο μηρό, ενώ πρόλαβα να του κάνω  μια ακόμη τουφεκιά στο κούτελο. Γουρούνι και σκυλιά βρέθηκαν σε ένα διπλανό ρυάκι. Πήγα. Ήταν όρθιο. Σημάδεψα και πριν να πατήσω την σκανδάλη, έπεσε. Το κεφάλι του ήταν μισό. Ήταν η μεγαλύτερη πλάκα που έπαθα».

Κυνηγάει από τα δώδεκα! Η πρώτη του εξόρμηση έγινε με κλάματα και χρειάστηκε η μεσολάβηση της μάνας του για να τον πάρει στο κυνήγι ο πατέρας του. Και άρχισε με μια…μικρή ζαβολιά!

Είναι ο Ηλίας Χατζηβασιλάκης, με καταγωγή από τους Αντιφιλίππους Καβάλας, που ζει στη Θεσσαλονίκη, που όλη τη ζωή του τη μοίρασε στο κυνήγι των τριχωτών: Εικοσιπέντε χρόνια αφιέρωσε στο λαγό και από κει και πέρα συνέχισε με το αγριογούρουνο, στα ίχνη του οποίου ρίχνει ακόμη τα μέλη της ομάδας της οποίας είναι ο ξεχωριστός αρχηγός, που όλοι οι άλλοι «πίνουν νερό στο όνομά του!

Η παρέα, τα τελευταία χρόνια, δρα στην περιοχή Φιντέρνα της Σκαλωτής Δράμας. Τα μέλη της είναι: ο Ιωάννης Παστραφίδης και οι γιοί του, Γιώργος και Χαράλαμπος, ο Χρήστος Μαστρόρτσες με το γιο του Γιάννη, ο Στυλιανός Τζίμας, ο Κωνσταντίνος Κατάκης, ο Γιάννης Αντωνιάδης, ο Γιάννης Ταουσάνης, ο Γιώργος Μποσμαλής με τα παιδιά του Γιάννη και Κώστα, ο Γιώργος Καμπάκης, ο Μάκης Κοτσαντώνογλου, ο Δημήτρης Κούλης, ο Δάνος Μαστρογιάννης, ο Κωνσταντίνος Αθανασιάδης, ο Κώστας Χιοτέρης, ο Παναγιώτης Βερανούδης κι ο Αλέκος Αλεξανδρής. Εξυπακούεται βέβαια ότι η αποστολή δεν είναι πάντα ολόκληρη, γιατί  στο «παιχνίδι» υπάρχουν  και οι… απουσίες.

Ποιο είναι το μυστικό για να κρατήσει κανείς δεμένη μια τέτοια ομάδα επί τόσα χρόνια; Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο κυρ-Ηλίας: «Με είχαν βραβεύσει σε μια συνάντηση κυνηγών στο Σοχό Θεσσαλονίκης και κει με είχαν ρωτήσει το ίδιο. Με αγάπη, τίποτε άλλο τους απάντησα. Και όλα αυτά τα χρόνια έτσι λειτουργώ. Γίνονται τσακωμοί και παρεξηγήσεις σε ένα κυνήγι όταν το θήραμα χάνεται. Γιατί δεν το τουφέκισες; λέει ο ένας, αν ήμουν εγώ θα το χτυπούσα συμπληρώνει ο άλλος. Εγώ, τέτοια πράγματα δεν τα αφήνω να συνεχίζονται. Κάθε φορά, μόλις τελειώσει το κυνήγι, τους μαζεύω όλους και βάζω αυτούς που έχουν παρεξηγηθεί να δώσουν τα χέρια. Έτσι, ό, τι ειπώθηκε μεταξύ μας, μένει στο βουνό και δεν το παίρνουμε μαζί μας…».

Και ακόμη προσθέτει: «Όλοι μας πρέπει να θυμόμαστε πάντα δυο πράγματα: ο καλύτερος λαγοκυνηγός χάνει τον πιο εύκολο λαγό κι ο καλύτερος γουρουνοκυνηγός το πιο εύκολο γουρούνι! Αυτό εγώ έμαθα τόσα χρόνια που κυνηγάω…».

Ξεδιπλώνει τις  κυνηγετικές σελίδες της ζωής του, ο κυρ-Ηλίας και θυμάται την νύχτα που παιδάκι δεν έκλεισε μάτι για να μην χάσει το πρώτο του κυνήγι. «Είχα πει στον πατέρα μου να με πάρει και μένα στο κυνήγι που θα πήγαινε με το γείτονά μας, τον μετέπειτα πεθερό μου και το μεγαλύτερο αδελφό μου. Όχι, είσαι ακόμη μικρός μου το είχε ξεκόψει. Έβαλα τα κλάματα και δεν έλεγα να σταματήσω. Παρ’ τον, θα σκάσει από το κλάμα, παρενέβη η μάνα και τον έπεισε. Δεν έκλεισα μάτι από την αγωνία μου. Μάλιστα, είπα στον αδελφό μου, για να προλάβουμε να ετοιμαστούμε, να  γυρίσουμε τους δείκτες του ρολογιού δύο ώρες νωρίτερα. Έτσι και κάναμε. Το άκουσε ο πατέρας και ήμασταν στο πόδι, άγρια χαράματα. Εκείνος νόμιζε ότι ήταν πέντε, αλλά ήταν ακόμη τρεις. Πήγαμε στο βουνό και δεν έλεγε να φέξει! Ρε σεις τι κάνατε, αγρίεψε ο πατέρας. Του το είπαμε. Δεν μας μάλωσε πολύ, γιατί κατάλαβε τη λαχτάρα μου. Ήταν το πρώτο μου κυνήγι. Γυρίσαμε πίσω  με δυο λαγούς…».

Οι στιγμές από τις εξορμήσεις αξέχαστες. Ο κυρ-Ηλίας ξεχωρίζει κάποιες που του έρχονται πρώτες στο μυαλό: «Κυνηγούσα λαγό στην Καλαμωτού, πάνω στο Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης. Είχα έναν ελληνικό ιχνηλάτη. Τον έβαλα στον ντορό, εκείνος πήγαινε  λίγα μέτρα και ξαναγύριζε κουνώντας την ουρά του ζωηρά, στο ένα μέτρο από μένα. Τον ξανάβαζα στο ντορό και εκείνος ξαναρχόταν. Μα τι έπαθε σκεφτόμουν; Γιατί δεν απομακρύνεται; Την απάντηση την πήρα, όταν ο σκύλος ξαναγύρισε. Ο λαγός ήταν στα πόδια μου, πετάχτηκε ξαφνικά, ο σκύλος τον ξεπέταξε, αλλά με αιφνιδίασε και τον έχασα. Το θυμάμαι ακόμη και γελάω. Μιαν άλλη φορά, ήμασταν με τον αδελφό μου (Θεός σχωρέσ’ τον, τον χάσαμε πρόσφατα), με έναν τρελό αέρα. Είχαμε έναν ελληνικό ιχνηλάτη που και στην άσφαλτο να περνούσε ο λαγός θα τον έβρισκε. Και κάτω από κείνες τις συνθήκες έβγαλε έναν. Ο αδελφός μου τον τουφέκισε τρεις φορές, ο σκύλος τον έφερε μέχρι εμένα, αλλά ο λαγός δεν φάνηκε. Ο αδελφός μου, μού έβαλε τις φωνές. Καλά, τι έβλεπες;, μου είπε. Του έκανα τρεις τουφεκιές και να τον χάσουμε. Εγώ, του είπα, ότι για να βγει στο δρόμο, είναι χτυπημένος, αλλά βάζαμε το σκύλο στο ντορό και δεν ακολουθούσε. Εκεί, που σκεφτόμουν είδαν έναν αετό να βουτάει λίγο, όχι πολύ μακριά. Πήγα προς τα εκεί και τον είδα να έχει πέσει πάνω στο λαγό μας. Τον τρόμαξα, τον άφησε. Τον πήραμε και τον περιεργαζόμασταν μαζί με έναν φίλο μας. Εκείνος, τον άφησε κάτω και περιμέναμε τον αδελφό μου να έρθει. Ούτε πήραμε χαμπάρι πότε ο λαγός σηκώθηκε και έγινε…καπνός! Απίστευτη ιστορία μου έμεινε αξέχαστη».

«Ήμασταν στο Ελληνικό, για γουρούνια! Κάποιος τουφέκισε ένα καπρί, αλλά από μακριά. Εγώ, ήμουν δεύτερο καρτέρι. Τα σκυλιά έρχονται και γυρνάνε πάλι πίσω. Το γουρούνι είχε ακούσει τους παγανιέρηδες που κατέβαιναν και σταμάτησε. Τα σκυλιά το έκαναν «στάμπα». Φεύγω και λέω στους άλλους. Θα πάω εγώ, μην κατέβει κανείς. Το είδα στα 20 μέτρα, περικυκλωμένο από τα σκυλιά. Το τουφεκάω. Το γουρούνι ξεφυσώντας με χτύπησε στο μηρό, ενώ πρόλαβα να του κάνω  μια ακόμη τουφεκιά στο κούτελο. Γουρούνι και σκυλιά βρέθηκαν σε ένα διπλανό ρυάκι. Πήγα. Ήταν όρθιο. Σημάδεψα και πριν να πατήσω την σκανδάλη, έπεσε. Το κεφάλι του ήταν μισό. Ήταν η μεγαλύτερη πλάκα που έπαθα», προσθέτει.

Με τι σφαίρες πρέπει να κυνηγάμε τα γουρούνια; Ο κυρ-Ηλίας είναι κάθετος: «Όταν έρχεται το γουρούνι είναι ήρεμο, σταματάει και ακούει τα σκυλιά. Τότε μπορούμε να ρίξουμε με δράμια. Αλλά το καλύτερο για μένα είναι το μονόβολο!».

Τι πρέπει να προσέχουμε στο κυνήγι του αγριόχοιρου για να μην έχουμε ατυχήματα; Ο “αρχηγός” επισημαίνει: «Ύστερα από τόσα χρόνια στο κυνήγι, μπορώ να συμβουλέψω τους νέους: να μην μπαίνουν στο αυτοκίνητο με γεμάτο όπλο, να μην κατεβαίνουν στο καρτέρι με γεμάτο όπλο κι όταν τελειώνει το κυνήγι, πάλι ελέγχουμε το όπλο δυο φορές αν είναι ή όχι άδειο, όχι κυνήγι με φανάρια, όχι νυχτερινά καρτέρια, όταν γυρίζουμε στο σπίτι, το όπλο να είναι στη θήκη και πάλι το ελέγχουμε αν είναι άδειο. Δόξα τω Θεώ, εγώ στην ομάδα μου δεν είχα ποτέ ατύχημα, γιατί όλοι εφαρμόζουμε τους κανόνες ασφαλείας».

Ποια είναι τα καλύτερα γουρουνόσκυλα; «Τα πιο καλά για μένα είναι τα ημίαιμα. Αυτά που έχουν αίμα ελληνικού ιχνηλάτη είτε τα «μπαράκια». Τα τελευταία αν βγουν γίνονται άριστα. Πάντως, ο πατέρας μου θυμάμαι μου έλεγε: δώσε 10 δραχμές και για 100 για σκυλί. Το καλό σκυλί κάνει τον καλό κυνηγό!».

Ο παππούς του κυρ-Ηλία ήταν επίσης κυνηγός, όπως και ο πατέρας του. Ο ίδιος έχει δυο γιους, που ξεκίνησαν στο κυνήγι, αλλά στο …δρόμο χάθηκαν.

«Έγιναν …ψαράδες», λέει. «Από μικροί είχαν αεροβόλα, φλόμπερ, αλλά μια φορά πήγαν για ψάρεμα, έπιασαν κάποιες τεράστιες συναγρίδες και αυτό ήταν. Πήραν μπουκάλες και ψαροντούφεκα και έγιναν …κυνηγοί του βυθού. Ευτυχώς, έκανα γαμπρό κυνηγό και παρηγοριέμαι», λέει γελώντας κι εύχεται σ’ όλους μια καλή κυνηγετική χρονιά.

 

Ρεπορτάζ: Δημήτρης Μιλτιάδης

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Instagram
error: Content is protected !!
Scroll to Top